Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MA, MSc, Ψυχολόγος, Εκπαιδευτικός
Η εκμάθηση Αγγλικών συχνά μοιάζει με αγώνα μνήμης: λέξεις που ξεχνιούνται, κανόνες που μπερδεύονται όμως πίσω από όλα αυτά δεν κρύβεται έλλειψη ικανότητας, αλλά ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος. Η νευροεπιστήμη τα τελευταία χρόνια έχει ρίξει φως στο πώς μαθαίνουμε γλώσσες και γιατί ορισμένες μέθοδοι είναι πιο αποτελεσματικές από άλλες. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύαμε παλαιότερα, ο εγκέφαλος δεν αποθηκεύει τη γλώσσα σαν λίστα κανόνων αλλά αντίθετα μαθαίνει μέσα από συνδέσεις. Κάθε νέα αγγλική λέξη «κολλάει» πιο εύκολα όταν συνδέεται με εικόνες, συναισθήματα, εμπειρίες ή πραγματικές καταστάσεις. Γι’ αυτό και οι λέξεις που ακούμε σε μια σειρά ή σε μια συζήτηση είναι πιο εύκολο να τις θυμηθούμε από εκείνες που απλώς αποστηθίζουμε.
Κάθε φορά που χρησιμοποιούμε τα Αγγλικά, ενεργοποιούνται συγκεκριμένα νευρωνικά δίκτυα στον εγκέφαλο. Όσο πιο συχνά ενεργοποιούνται, τόσο πιο «δυνατά» γίνονται. Αυτή είναι η βάση της μάθησης. Η νευροεπιστήμη δείχνει ότι μικρή αλλά συστηματική επανάληψη είναι πολύ πιο αποτελεσματική από πολύωρο διάβασμα μια φορά την εβδομάδα. Ο εγκέφαλος μαθαίνει μέσα από δοκιμή και λάθος δηλαδή κάθε φορά που κάνουμε λάθος στα Αγγλικά και το διορθώνουμε, ο εγκέφαλος προσαρμόζεται.
Αντίθετα, ο φόβος του λάθους ενεργοποιεί μηχανισμούς άγχους που εμποδίζουν τη μάθηση. Με απλά λόγια, χωρίς λάθη δεν υπάρχει πρόοδος.
Επίσης, ο εγκέφαλος μαθαίνει καλύτερα όταν νιώθει ασφάλεια και ενδιαφέρον. Θετικά συναισθήματα, όπως η περιέργεια ή η χαρά, ενισχύουν τη μνήμη ενώ αντίθετα το έντονο άγχος λειτουργεί ανασταλτικά. Αυτό εξηγεί γιατί κάποιοι μαθαίνουν Αγγλικά πιο εύκολα μέσα από τραγούδια, ταινίες ή συζητήσεις, παρά μέσα από αυστηρά γραμματικά σχήματα.
Αν και ο εγκέφαλος των παιδιών είναι πιο «εύπλαστος», οι έρευνες δείχνουν ότι και ο ενήλικος εγκέφαλος διατηρεί την ικανότητα να μαθαίνει νέες γλώσσες. Απλώς χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση: περισσότερο νόημα, σύνδεση με εμπειρίες και πρακτική χρήση. Η νευροπλαστικότητα δεν σταματά με την ηλικία και η εκμάθηση Αγγλικών είναι θέμα τρόπου. Όταν η μάθηση βασίζεται στην επανάληψη, στη χρήση, στο συναίσθημα και στην αποδοχή του λάθους, ο εγκέφαλος συνεργάζεται αντί να αντιστέκεται. Ίσως τελικά το μυστικό δεν είναι να πιέζουμε περισσότερο τον εαυτό μας, αλλά να μάθουμε με τρόπο που ταιριάζει στο πώς πραγματικά λειτουργεί ο εγκέφαλός μας.
Πηγές
Dehaene, S. (2020). How we learn: Why brains learn better than any machine… for now. Viking.
Dörnyei, Z. (2005). The psychology of the language learner: Individual differences in second language acquisition. Lawrence Erlbaum Associates.
Kandel, E. R., Dudai, Y., & Mayford, M. R. (2014). The molecular and systems biology of memory. Cell, 157(1), 163–186. https://doi.org/10.1016/j.cell.2014.03.001
MacIntyre, P. D., & Gardner, R. C. (1994). The subtle effects of language anxiety on cognitive processing in the second language. Language Learning, 44(2), 283–305. https://doi.org/10.1111/j.1467-1770.1994.tb01103.x
Ullman, M. T. (2001). The declarative/procedural model of lexicon and grammar. Journal of Psycholinguistic Research, 30(1), 37–69. https://doi.org/10.1023/A:1005204207369





















