Από το Γιώργο Πιντέρη, ψυχολόγο, διδάκτορα Συμβουλευτικής Ψυχολογίας
www.pinteris.gr

Πολλοί άνθρωποι έχουν τη συνήθεια να τρώνε τα νύχια τους. Το φαινόμενο είναι πιο συχνό ανάμεσα σε παιδιά και σε εφήβους, αλλά το συναντάμε και σε ενήλικες. Η θεραπευτική παρέμβαση του ψυχιάτρου Milton H. Erickson που περιγράφω παρακάτω μπορεί να βοηθήσει τους ψυχοθεραπευτές, αλλά και αυτούς που τρώνε τα νύχια τους.

Ένας νέος άντρας 26 ετών, που είχε Masters στην ψυχολογία, πήγε επιφυλακτικά στον Erickson μετά από τη δικτατορική απαίτηση του πατέρα του. Το πρόβλημά του ήταν η ονυχοφαγία. Ξεκίνησε στα τέσσερά του σαν ένας τρόπος ν’ αποφεύγει τέσσερεις ώρες άσκησης στο πιάνο. Μάσαγε τα νύχια του μέχρι τις πέτσες μέχρι που μάτωναν, αλλά η μητέρα του παρέμενε ασυγκίνητη από το αίμα πάνω στα πλήκτρα. Συνέχισε το πιάνο και την ονυχοφαγία μέχρι που το δεύτερο έγινε μια ανεξέλεγκτη συνήθεια. Τον ενοχλούσε ιδιαίτερα που τον πίεσαν οι γονείς του να τον επισκεφθεί και το δήλωσε ξεκάθαρα στον Erickson.

Εκείνος του απάντησε πως είχε δίκιο να νιώθει δυσαρέσκεια. Όμως, του είπε πως του φαίνεται αστείο να καταπιέζει τον εαυτό του για 22 ολόκληρα χρόνια. Ο νεαρός κοίταξε τον Ericksonμε απορία, έτσι εκείνος του εξήγησε: «Προκειμένου ν’ αποφύγεις το πιάνο, μάσαγες τα νύχια σου μέχρι τις πέτσες, έως που αυτό σου έγινε μια ακαταμάχητη συνήθεια, ενώ στην πραγματικότητα, θα ήθελες να είχες μακρυά νύχια. Με άλλα λόγια, για 22 χρόνια έχεις κυριολεκτικά στερήσει από τον εαυτό σου τη χαρά να έχει το προνόμιο να μασήσει ένα νύχι αξιοπρεπούς μεγέθους, ένα που μπορείς να δαγκώσεις με ικανοποίηση».

Ο νεαρός γέλασε και του είπε: «Βλέπω τι ακριβώς μου κάνεις. Με βάζεις στη θέση να μεγαλώσω τα νύχια μου τόσο, που να νιώσω αυθεντική ικανοποίησή όταν θα τα δαγκώσω κι έτσι αυτό που κάνω τώρα, που είναι τα βυζαίνω, να μου φαίνεται ακόμα πιο ενοχλητικό απ’ ό,τι είναι». Μετά από μια κουβεντούλα με χιούμορ ο νεαρός παραδέχθηκε πως δεν ήταν σίγουρος αν θέλει να κάνει μια «επίσημη»  ύπνωση. Ο Erickson το δέχθηκε αυτό δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι αρνείται να κάνει μια «επίσημη» ύπνωση. Τι έκανε με αυτόν τον τρόπο; Τον έβαλε σε μια περίεργη θέση: Αρχικά ο νεαρός ζήτησε κάτι το οποίο δήλωσε ότι δεν ήταν σίγουρος αν θέλει. Δεν ήταν δηλαδή σίγουρος αν θέλει να κάνει μια «επίσημη» ύπνωση. O Erickson του το αρνήθηκε δηλώνοντας κατηγορηματικά ότι αρνείται να κάνει μια «επίσημη» ύπνωση. Ας το παρακολουθήσουμε σαν διάλογο:

  • Δεν ξέρω αν θέλω να κάνω μια «επίσημη» ύπνωση.
  • Αρνούμαι να κάνω μια «επίσημη» ύπνωση.

Οπότε, τώρα που ήταν σίγουρος ότι δεν θα γίνει «επίσημη» ύπνωση, είχε ήδη αποδεχθεί κάτι που ο Erickson υπονοούσε, ότι θα γίνει …ανεπίσημη ύπνωση. Δηλαδή, του απέσπασε την προσοχή στο «επίσημη» δημιουργώντας του την ψευδαίσθηση ότι αυτός διαλέγει αν η ύπνωση θα είναι επίσημη ή όχι, ενώ έχει ήδη αποδεχθεί ότι θα γίνει ύπνωση.

Στη συζήτηση που ακολούθησε ο νεαρός έδειχνε υπνωτισμένος. Το ενδιαφέρον του ήταν προσηλωμένο και η προσοχή του δύσκαμπτα καρφωμένη, όταν ο Ericksonτου είπε εντελώς σοβαρά και ειλικρινά, ότι μπορούσε να μεγαλώσει ένα μακρύ νύχι. Θα μπορούσε ν’ αντλεί απέραντη περηφάνεια μεγαλώνοντάς το τόσο, ώστε όταν το φάει ν’ αποτελεί ένα αξιοπρεπές δάγκωμα. Από την άλλη, θα μπορούσε να καταπιέζει συστηματικά τον εαυτό του συνεχίζοντας να βυζαίνει τα υπόλοιπα εννέα, αναζητώντας μάταια ίχνη από νύχια.

Παρόλο που δεν χρησιμοποιήθηκε κάποια επίσημη μορφή ύπνωσης, η υψηλή προσοχή του έδειχνε ότι βρίσκεται σε μια κατάσταση που θα μπορούσαμε την πούμε «απορρόφηση» ή «συνηθισμένη καθημερινή ύπνωση» που μπορεί να δημιουργηθεί από μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που απορροφά τους συνομιλητές.

Η υποβολή αυτή που δόθηκε για το ένα νύχι όταν ο νεαρός ήταν σε μια κατάσταση ελαφράς ύπνωσης, ενισχύθηκε με την επανάληψη των οδηγιών όταν επανήλθε. Για ποιο σκοπό το έκανε ο Erickson αυτό; Διότι, όταν αναφέρεις δήθεν τυχαία σε κάποιον που είναι ξύπνιος, υποβολές που του έδωσες όταν ήταν σε ύπνωση, το άτομο λέει από μέσα του «Α, ναι. Ήδη το γνωρίζω αυτό». Λέγοντας κάτι τέτοιο από μέσα του, κάνει στην πραγματικότητα το πρώτο βήμα στο να εσωτερικεύσει και να ενισχύσει την υποβολή θεωρώντας την προϊόν του εσωτερικού του κόσμου και όχι σαν μια υποβολή που ήρθε απ’ έξω. Αυτή η αφομοίωση που προέρχεται από την εσωτερίκευση της υποβολής, την κάνει έναν αποτελεσματικό παράγοντα στην αλλαγή της συμπεριφοράς.

Αρκετούς μήνες αργότερα ο νεαρός επέστρεψε έχοντας νορμάλ νύχια και στα δύο του χέρια. Η εξήγησή του, παρόλο που ήταν αβέβαιη και επιφυλακτική, μας βοηθά να καταλάβουμε την επίδραση που είχε η υποβολή: «Στην αρχή το όλο θέμα μου φαινόταν υπερβολικά αστείο, παρόλο που όταν μου το είπατε ήσασταν σοβαρός. Μετά ένιωσα ο εαυτός μου να πηγαίνει προς δύο κατευθύνσεις. Ήθελα 10 μακρυά νύχια. Είχατε πει θα μπορούσα να έχω μόνο ένα το οποίο μάλιστα, θα κατέληγα να δαγκώσω ώστε ‘να γεμίσει το στόμα μου’. Αυτή η σκέψη με δυσαρεστούσε, αλλά ένιωθα υποχρεωμένος να το κάνω και να συνεχίσω να παιδεύομαι με τα υπόλοιπα νύχια. Αυτό με καταπίεζε οδυνηρά. Όταν το ένα νύχι άρχισε να μεγαλώνει, ένιωσα ευτυχής και ικανοποιημένος. Η ιδέα ότι κάποια μέρα θα το δαγκώσω με δυσαρεστούσε ιδιαίτερα, αλλά γνώριζα ότι είχα συμφωνήσει να το κάνω. Τελικά το ξεπέρασα μεγαλώνοντας ένα δεύτερο νύχι. Αυτό μου άφηνε οχτώ νύχια να πιπιλάω, και δεν θα ήμουν υποχρεωμένος να δαγκώσω και το δεύτερο. Δεν είχαμε συμφωνήσει κάτι τέτοιο. Δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες. Όσο περνούσε ο καιρός η σύγχυση και η καταπίεση που ένιωθα αυξάνονταν. Έτσι άρχισα σταδιακά να μεγαλώνω περισσότερα νύχια και να μασάω λιγότερα, μέχρι που κάποια στιγμή είπα ‘στο διάολο να πάει’. Αυτός ο ψυχαναγκασμός, από τη μια να μασάω, κι από την άλλη να μεγαλώνω νύχια νιώθοντας υπερένταση και καταπίεση, έγινε δυσβάστακτος. Τι κίνητρα μου δημιουργήσατε και πώς λειτούργησε το όλο πράγμα»;

Οκτώ χρόνια αργότερα, είναι καλά εδραιωμένος στο επάγγελμά του. Είναι καλά προσαρμοσμένος, προσωπικός φίλος του Erickson κι έχει …νορμάλ νύχια.

Εξακολουθεί να είναι πεπεισμένος ότι ο Erickson χρησιμοποίησε ύπνωση μαζί του σε κάποιο βαθμό, γιατί ακόμα θυμάται «την ώρα που μιλούσατε, δεν μπορούσα να κουνηθώ».