Από τη Δήμητρα Διδαγγέλου, Ψυχολόγο, MSc, Ειδίκευση στη Θεραπευτική Γραφή
www.expressingmyself.gr

«Οι λέξεις αναδύονται από το σώμα της χωρίς να το συνειδητοποιεί, σαν να την επισκέπτονται από τη μνήμη μιας γλώσσας που έχει ξεχαστεί.»
Μαργκερίτ Ντυράς

 

Όταν γράφουμε επιτρέπουμε στον εαυτό μας να εκφράσει συναισθήματα τα οποία ήταν θαμμένα, παραγκωνισμένα, καταπιεσμένα. Αυτή η διαδικασία της εξωτερίκευσης μπορεί να οδηγήσει σε ένα «εσωτερικό καθάρισμα», στην κάθαρση, αποφέροντας ανακούφιση και ψυχική ανάταση.

Η κάθαρση είναι μια συναισθηματική απελευθέρωση και ως όρος χρησιμοποιείται τόσο στο ψυχοθεραπευτικό – κλινικό πλαίσιο, όσο και στη λογοτεχνία, τη συγγραφή και το θέατρο.

Ο ορισμός του Αριστοτέλη για την τραγωδία περιλαμβάνει την κάθαρση ως απαραίτητο συστατικό της, με την έννοια της απελευθέρωσης του θεατή από το δράμα του πρωταγωνιστή/της πρωταγωνίστριας. Μας δίδαξε πως όταν ο θεατής παρακολουθεί μια τραγωδία συμπάσχει με τους ήρωες, νιώθει μαζί τους φόβο, θλίψη, αγωνία και στο τέλος μαζί με την λύτρωση του ήρωα ή της ηρωίδας από τα δεινά έρχεται και η κάθαρση του θεατή.

Στην ψυχανάλυση, ο Φρόυντ πίστευε ότι η κάθαρση παίζει σημαντικό ρόλο στην αποφόρτιση από την θλίψη και την συναισθηματική δυσφορία. Πίστευε ότι τα καταπιεσμένα δυσάρεστα συναισθήματα μπορούσαν να προκαλέσουν διάφορα ψυχολογικά συμπτώματα ανάμεσα σ’ αυτά και την υστερία, οπότε η θεραπεία της ερχόταν μέσω της απελευθέρωσής τους. Ο  μαθητής του Φρόυντ, Γιόζεφ Μπρόγιερ, ανέπτυξε μέσω της ύπνωσης μια καθαρτική θεραπεία για τα άτομα που έπασχαν από συμπτώματα υστερίας.

Η κάθαρση έχει μια συναισθηματική διάσταση, κατά την οποία γίνεται η απελευθέρωση των συναισθημάτων και μια γνωστική, κατά την οποία το άτομο λαμβάνει νέες πληροφορίες για μια κατάσταση και αλλάζει την οπτική του απέναντί της.

Κάθαρση μπορεί να επέλθει κατά τη διάρκεια του γραψίματος ή έπειτα από αυτό. Όταν απελευθερώνονται συναισθήματα που ήταν καταπιεσμένα μπορούμε να δούμε την κάθαρση ως αποτέλεσμα ή μέρος μιας ευρύτερης θεραπευτικής διαδικασίας. Πολλές φορές περιγράφεται σαν αποφόρτιση, ανακούφιση ή λύτρωση. Όσον αφορά την θεραπευτική γραφή, αν η κάθαρση επέλθει, η διαδικασία της επούλωσης των τραυμάτων και της αλλαγής μπορεί να επιταχυνθεί αλλά θα λέγαμε ότι είναι ένα από τα ζητούμενα και όχι ο τελικός σκοπός.

Το καθαρτικό γράψιμο, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμο όταν υπάρχουν έντονα συναισθήματα, όπως είναι ο θυμός ή η επιθετική συμπεριφορά. Σ’ αυτήν την περίπτωση το γράψιμο μπορεί να βοηθήσει στο να γίνει μια «ελεγχόμενη» έκρηξη στο χαρτί, χωρίς συνέπειες επώδυνες για το άτομο και τις σχέσεις του. «Το καθαρτικό γράψιμο γίνεται κάτω από την πίεση έντονων συναισθημάτων που ζητούν άμεση διέξοδο. Μπορεί να είναι μια απλή πρόταση όπως “Είμαι τόσο θυμωμένη!” ή “Τρελαίνομαι για εκείνη!” Μπορεί, όμως, να είναι και είκοσι σελίδες συναισθηματικού ξεσπάσματος.» όπως αναφέρει η ψυχοθεραπεύτρια Kate Thompson (2011, σελ. 53).

Η κάθαρση επέρχεται όταν το γράψιμο είναι ειλικρινές και χωρίς λογοκρισία και όταν συνήθως είναι εστιασμένο στα συναισθήματα, επιτρέποντάς τους να «ξεκολλήσουν» και να βγουν στην επιφάνεια. Όταν κάποιο άτομο γράφει για τον εαυτό του, όπως για παράδειγμα όταν γράφει στο ημερολόγιο με στόχο την προσωπική έκφραση, επιτρέπει στον εαυτό του να εκφραστεί χωρίς τον φόβο ότι κάποιος θα κρίνει ό,τι έχει γράψει (αν δεν υπάρχει το εμπόδιο της αυτοκριτικής). Τότε είναι που το γράψιμο γίνεται ελεύθερο και αυθεντικό. Μπορεί να έρθει λίγο πιο κοντά στα επώδυνα συναισθήματα, να αναγνωρίσει την ύπαρξή τους και να κατανοήσει την λειτουργία τους και ίσως να πάψει να τα αποφεύγει ή να τα φοβάται. «Όταν κάποιος χρησιμοποιεί το καθαρτικό γράψιμο, το ημερολόγιο μπορεί να γίνει ένα δοχείο για όλες τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα που απειλούν να κατακλύσουν το άτομο και μπορούν να δηλητηριάσουν τον εαυτό και τις σχέσεις. Είναι ένα είδος «γραφής σε ροή» και – απ’ την στιγμή που δεν υπάρχουν όρια – επιτρέπει ν’ αδειάσουν όλα τα συναισθήματα στο χαρτί.» (Thompson, 2011, σελ.37).

Έπειτα από την εμπειρία της κάθαρσης, το άτομο νιώθει πιο ανάλαφρο.

Πολλοί το περιγράφουν σαν να έχει φύγει από πάνω τους ένα μεγάλο βάρος. Όπως όταν παρακολουθούμε μια ταινία και κλαίμε: στο τέλος μένει μια αίσθηση ανακούφισης. Η Κ., συμμετέχουσα σε ατομικές συνεδρίες θεραπευτικής γραφής, κατά την διάρκεια μιας άσκησης ήρθε αντιμέτωπη με το συναίσθημα του φόβου και δεν μπόρεσε να την ολοκληρώσει επειδή ξεκίνησε να κλαίει. Αφού τα δάκρυά της σταμάτησαν τα κυλούν, εξέπνευσε δυνατά και μ’ έναν αναστεναγμό ανακούφισης συνέχισε να γράφει. Στο τέλος σημείωσε: «Ανακούφιση, μόνο ανακούφιση. Έφυγε πάνω από το στήθος ένα τεράστιο βάρος, σαν να είχε ρίζες απλωμένες μέχρι την καρδιά. Αυτή τη φορά θα τα καταφέρω να το ξεριζώσω, είμαι πιο δυνατή. Αναπνέω πιο ανάλαφρα.»

Τα δάκρυα ή το δυνατό ξέσπασμα που μπορεί να επέλθουν έπειτα από ένα καθαρτικό γράψιμο θα φέρουν στη συνέχεια ανακούφιση, λύτρωση. Η Α. βίωσε μια δυνατή εμπειρία κάθαρσης έπειτα από γράψιμο και την χαρακτήρισε συμβολικά ως «βιολογικό καθαρισμό» της ψυχής.

Η Thompson (2011) σημειώνει πως όταν το γράψιμο γίνεται με το χέρι, τα έντονα συναισθήματα μπορεί να επηρεάσουν το γραφικό χαρακτήρα και να γράμματα να γίνουν διαφορετικά απ’ ό,τι συνήθως, να μεγαλώνουν καθώς συνεχίζονται οι γραμμές, να διαχέονται στα περιθώρια ή να μην ακολουθούν τις γραμμές. Μπορεί ακόμα και να λείπουν λέξεις ή οι φράσεις να μοιάζουν ακαταλαβίστικες. Ο Β. έπειτα από άσκηση εκφραστικής γραφής έγραψε: «Όταν  η ζύμωση ολοκληρώθηκε, το κείμενο έφυγε αυτόματα. Έτρεξε από το μέσα μου στο χαρτί με την μία. Βέβαια στριμώχνονταν τόσο πολύ οι λέξεις να βγουν που τελικά πέσανε στραβοχυμένες και ακαταλαβίστικες, σχεδόν κωδικοποιημένες, αδιάβαστες μάλλον για άλλα μάτια. Σκασίλα μου! Για μένα το ‘γραψα και για κανέναν άλλον. Και δεν με νοιάζει αν αύριο ακόμη και ‘γω όταν ξαναπροσπαθήσω να το διαβάσω μου λείπουν κάποιες λέξεις. Τώρα δεν μου λείπουν και είναι σίγουρο πως και αύριο δεν θα μου λείπει το νόημα της πράξης γιατί έτρεξε από μέσα μου μέχρι να φτάσει στο χαρτί κι αυτό μου φτάνει.»

Παρ’ όλα αυτά, συνήθως η κάθαρση από μόνη της δεν αρκεί για να μπορούμε να δούμε ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα που διαρκεί. Είναι περισσότερο το ξεκίνημα μιας διαδικασίας η οποία μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω θεραπευτικά αποτελέσματα.

Μεταγενέστερη θεώρηση της κάθαρσης προτείνει ότι οι θεραπευτές πρέπει να επιτρέπουν την κάθαρση ως μέσο βοήθειας των ασθενών ώστε ν’ ανακαλύψουν τις προθέσεις ή πτυχές του εαυτού τους, αλλά πρέπει ν’ αναγνωρίσουν ότι πρόκειται για ένα προκαταρκτικό βήμα το οποίο ακολουθείται από τη διεκδίκηση της ευθύνης των επιλογών και των συμπεριφορών (Nichols & Efran, 1985).

Εν κατακλείδι, η κάθαρση είναι ένα ζητούμενο στο γράψιμο αλλά δεν είναι αυτοσκοπός. Σε κάθε περίπτωση αν τελικά επέλθει, μπορεί να είναι μια ιδιαίτερη και δυνατή εμπειρία, διαφωτιστική και λυτρωτική για τα θέματα που το άτομο διερευνά.

 

Βιβλιογραφία

Τhompson, Κ. (2011). Therapeutic Journal Writing: an Introduction for Professionals, London: Jessica Kingsley Publishers.

Nichols, M. P., & Efran, J. S. (1985). Catharsis in psychotherapy: A new perspective. Psychotherapy: Theory, Research, Practice, Training, 22(1), 46–58. https://doi.org/10.1037/h0088525