Από το Γιώργο Πιντέρη, ψυχολόγο, διδάκτορα Συμβουλευτικής Ψυχολογίας
www.pinteris.gr

Βρε τον φουκαρά τον Περικλή. Πως την πάτησε έτσι; Αλλιώς την είχε φανταστεί τη γυναίκα που παντρεύτηκε. Αλλιώς τα είχαν σχεδιάσει και οι γονείς για το μοναχογιό τους. Διότι, η ζωή του Περικλή ήταν προσχεδιασμένη πριν καν γεννηθεί, με τα «όνειρα» που έκαναν οι γονείς του. Έτσι, μέχρι τα 29 η ζωή του κυλούσε όπως ένα ηλεκτρικό τραινάκι πάνω στις ράγες, σαν αυτά που βάζουμε τα Χριστούγεννα γύρω από το δέντρο.

Από τα 6 του ήταν ήδη πειθαρχημένος και υπάκουος. Ήταν αυτό που οι γονείς ονομάζουν «καλό παιδί» και ο ψυχίατρος Eric Berne ονόμαζε «προσαρμοσμένο παιδί». Όλα εξελίχθηκαν βάσει προγράμματος: Τέλειωσε το σχολείο, σπούδασε οφθαλμίατρος στη Γερμανία, έκανε τη στρατιωτική του θητεία και βρήκε να τον περιμένει ένα πλήρως εξοπλισμένο ιατρείο καθώς και μια μεζονέτα σ’ ένα τριώροφο κτίριο με πισίνα, ιδιοκτησίας των γονιών. Έτσι, ο Περικλής στα 28 του «μπήκε στις ράγες» κι άρχισε να ζει κανονικά τη ζωή του. Κι επειδή ο Περικλής αυτό που μια ζωή έμαθε να κάνει είναι να βάζει στόχους και να τους πετυχαίνει, ο επόμενος στόχος ήταν ο γάμος και το παιδί (ή τα παιδιά).

Βέβαια, μέσα από όλη αυτή τη διαπαιδαγώγηση του προγραμματισμού και του ορθολογισμού, ο Περικλής έχει διαμορφώσει μια ψηφιακή, σχολαστική και προγραμματισμένη προσωπικότητα. Να πούμε δυο λόγια γι’ αυτή την προσωπικότητα. Μοιάζει πολύ με κομπιούτερ. Η διανοητική του νοημοσύνη είναι λίγο πάνω από το μέσο όρο, δηλαδή μεταξύ 105 – 110 (Μ.Ο. 100) σε μια περιοχή που την ονομάζουμε «ανιαρό νορμάλ». Παράλληλα, η συναισθηματική του νοημοσύνη είναι πολύ χαμηλή. Είναι ανήμπορος ν’ αντιληφθεί έγκαιρα τα συναισθήματα του και τα συναισθήματά των άλλων κι έτσι χάνει μια βασική πηγή συμπυκνωμένης γνώσης, που είναι τα συναισθήματα και οι σωματικοί σηματοδότες. Προσεγγίζει τα πάντα με τη λογική την οποία έχει εξιδανικεύσει.

Να τον προγραμματίσεις τον Περικλή, αλλά μέχρι ποιου σημείου; Μοιραία, η επιλογή συντρόφου ξέφευγε από τη δυνατότητά των γονιών του να τον προγραμματίσουν. Αυτό όμως, δεν τους εμπόδιζε να προγραμματίσουν το είδος της οικογένειας που ο Περικλής θα έφτιαχνε: Ο Περικλής θα πηγαίνει καθημερινά στη δουλεία. Η σύζυγος, είτε εργάζεται είτε όχι, θα τακτοποιεί το σπίτι, θα μαγειρεύει και θα φροντίζει το παιδί. Όταν επιστέφει ο Περικλής από τη δουλειά θα βρίσκει ένα σπίτι να λάμπει, το τραπέζι στρωμένο μ’ ένα νόστιμο φαγητό και αφού παίξει για ένα τέταρτο με το παιδί το οποίο μοσχοβολάει, θα κάθονται και οι δύο και θα τρώνε μαζί (το παιδί έχει πάει για ύπνο). Μετά το φαγητό θα κάθονται στο σαλόνι, θα συζητάν διάφορα θέματα και μετά θα πηγαίνουν για ύπνο αγαπημένα. Μ’ άλλα λόγια, είχαν πάλι βάλει το γάμο του παιδιού τους σε ράγες, πριν καν εμφανιστεί η υποψήφια.

Η υποψήφια εμφανίστηκε στα 29 του και ήταν μια συνομήλική του που την έλεγαν Μερόπη. Πήγε για ένα έλεγχο ματιών αλλά προέκυψε ειδύλλιο. Τώρα, αν αυτό ήταν αποτέλεσμα μιας αμοιβαίας έλξης που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους ή προϊόν ενός κρυφού άγχους αποκατάστασης που είχε ο καθένας τους, δεν μπορούμε να το πούμε μετά βεβαιότητος. Όπως και να ‘χει το πράγμα, τον 5ο μήνα του ειδυλλίου προέκυψε εγκυμοσύνη. Έτσι, λίγους μήνες μετά, ο Περικλής και η Μερόπη παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στη μεζονέτα με την πισίνα και τις …ράγες.

Πόσο καλά να γνωρίζεις έναν άνθρωπο που σε 6-7 μήνες αποφασίζετε να παντρευτείτε και μάλιστα περιμένοντας παιδί;

Άσε που έμπαινε και η εγκυμοσύνη στη μέση. Είναι άλλο πράγμα το νιόπαντρο ζευγάρι να ζήσει ένα – δυο ή και περισσότερα χρόνια χωρίς παιδί, όπου ζουν ανέμελα και τους δημιουργούνται ευχάριστες κοινές αναμνήσεις, κι άλλο να ξεκινάν με μια γυναίκα που έχει ζαλάδες και ναυτίες, που παραμορφώνεται το σώμα της, και που οι ορμόνες της είναι άνω – κάτω.

Ανεξάρτητα από αυτό, η Μερόπη ήταν το άλλο άκρο, από αυτά που προσδοκούσε ο Περικλής: Η Μερόπη, από μικρή είχε μια διαπαιδαγώγηση χωρίς καμιά ιδιαίτερη πειθαρχία, οπότε δεν έμαθε να υπακούει και να παίρνει στα σοβαρά τις υποχρεώσεις της. Τα στοιχεία αυτά ήταν έκδηλα στην καθημερινή ζωή του ζευγαριού. Η Μερόπη ξυπνούσε ότι ώρα ήθελε, εκτός αν την ξυπνούσε το παιδί. Μέχρι τα 29 ζούσε με τη μαμά και τη μεγαλύτερη αδελφή της. Δεν είχε ποτέ τις ευθύνες της συντήρησης ενός σπιτιού. Πολύ απείχε από το «πειθαρχημένο στρατιωτάκι» που θα ήθελε να είχε παντρευτεί ο Περικλής.

Τι περίμενε ο Περικλής; Ας θυμηθούμε το «πακέτο», έτσι όπως το είχαν προγραμματίσει οι γονείς του. Εδώ το παραθέτω υπό μορφή λίστας.

ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ Ο ΠΕΡΙΚΛΗΣ                        

Η Μερόπη τακτοποιεί το σπίτι.

Η Μερόπη μαγειρεύει.

Η Μερόπη φροντίζει το παιδί.

Όταν επιστέφει από τη δουλειά να βρίσκει ένα σπίτι να λάμπει, στρωμένο τραπέζι μ’ ένα νόστιμο φαγητό.

Αυτό το βρίσκει. Από… τη μαμά του που μένει στο άλλο διαμέρισμα.

Μετά το φαγητό κάθονται στο σαλόνι και συζητάν διάφορα θέματα.

Μετά πηγαίνουν για ύπνο αγαπημένα.

ΤΙ ΚΑΝΕΙ Η ΜΕΡΟΠΗ

Δεν ασχολείται επαρκώς με το σπίτι.

Δεν έχει ιδέα από μαγειρική.

Δεν κάνει μπάνιο το παιδί, διότι της πέφτει βαρύ. Το καθαρίζει με μωρομάντηλα. Μάλιστα, κατόπιν πίεσης του Περικλή, επιστρατεύει την αδελφή της για να κάνουν μπάνιο το μωρό.

Όταν επιστέφει από τη δουλειά δεν βρίσκει τίποτα. Αν η Μερόπη δεν μιλάει με τη μαμά της στο τηλέφωνο, θα χαζεύει ή θα κοιμάται.

Δεν έχουν να πούνε τίποτα, εκτός από το να τσακώνονται.

Η σεξουαλική σχέση είναι ανύπαρκτη.

Πιο πάνω αναφέρω ότι ο Περικλής έχει διαμορφώσει μια ψηφιακή, σχολαστική και προγραμματισμένη προσωπικότητα. Όταν ένας άνθρωπος με αυτή την προσωπικότητα βρεθεί σε συνθήκες που είναι εντελώς αντίθετες με τις προσδοκίες του, είναι εύκολο να ξεγλιστρήσει σε αυταρχική συμπεριφορά. Είναι μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζει όσους έχουν αυταρχική προσωπικότητα. Τυφλή υπακοή στους κανόνες και στις εντολές. Είναι οι προσωπικότητες που έκαναν εφικτά τα στρατόπεδα του Άουσβιτς, του Ματχάουζεν και βάλε.

Γεγονότα όπως το να μην κάνει η Μερόπη μπάνιο ολόκληρο το μωρό, οδήγησαν τον Περικλή στο «αποφασίσαμε και διατάζουμε». Και επειδή η αυταρχική συμπεριφορά εκδηλώνεται με επιθετικότητα, όπως είναι φυσικό δημιουργεί φόβο και αντίσταση. Έτσι, ο Περικλής ακολουθώντας το «δίκιο» του, δεν φέρνει τ’ αποτελέσματα που θέλει διότι η Μερόπη φοβάται και αποτραβιέται όλο και περισσότερο. Στην ουσία, αυτό που κάνει ο Περικλής, είναι σα να προσπαθεί να βγάλει ένα ποντικάκι από μια τρύπα χτυπώντας απ’ έξω ένα σκουπόξυλο. Μ’ άλλα λόγια ο Περικλής – αν ενδιαφέρεται για το γάμο του – έχει να διαλέξει ανάμεσα στο «δίκιο» και την αποτελεσματικότητα. Φαίνεται πως η συμπεριφορά που απορρέει από το «δίκιο» του, να είναι αναποτελεσματική.

Συνήθως, ένας ψυχολόγος που αναλαμβάνει ένα ζευγάρι, εστιάζει στη σχέση, και τα ατομικά προβλήματα συνήθως τα παραβλέπει. Για παράδειγμα, το θέμα του ζευγαριού είναι οι συχνές μεταξύ τους συγκρούσεις. Παράλληλα, ο σύζυγος παθαίνει κρίσεις αγχώδους εκτόνωσης και η σύζυγος υποφέρει από ημικρανίες. Ο ψυχολόγος θα εστιάσει στις συγκρούσεις και – αν είναι σε καλό δρόμο – οι αγχώδεις κρίσεις του ενός και οι ημικρανίες της άλλης θ’ αρχίσουν να υποχωρούν. Μάλιστα, αυτό θα μπορούσε να είναι κι ένα κριτήριο αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων του ψυχολόγου.

Όμως, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση: Τα περισσότερα ζευγάρια, γνωρίζουν πάνω-κάτω την προσωπικότητα του ανθρώπου με τον οποίο πρόκειται να παντρευτούν. Αυτοί οι δύο, φαίνεται να μην είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν αρκετά. Παρασύρθηκαν και οι δύο από την προοπτική του παιδιού και αποφάσισαν επιπόλαια. Μια άλλη ιδιαιτερότητα είναι ότι τους πέντε μήνες πριν μείνει η Μερόπη έγκυος, δεν έζησαν σε συνθήκες καθημερινότητας ώστε ν’ αποκαλυφθούν οι πραγματικές τους αντιδράσεις. Πώς να γνωρίσουν λοιπόν ο ένας τον άλλον;

Η τρίτη και πιο σημαντική ιδιαιτερότητα είναι οι εκ διαμέτρου διαφορετικές προσωπικότητές τους. Και σα να μη φτάνει αυτό – πέρα από το παιδί – δεν μοιάζει να έχουν κανένα κοινό ενδιαφέρον.

Τι κάνει λοιπόν ένας ψυχολόγος μ’ ένα τέτοιο ζευγάρι; Σίγουρα δεν ξεκινάει με τους δύο μαζί. Το μόνο που θα συμβεί είναι μια ανταλλαγή αρνητικής κριτικής (για να το θέσω ευγενικά). Συνεπώς θα χρειαστεί να ξεκινήσει από τον καθένα χωριστά. Ανακοινώνει λοιπόν την απόφασή του και στους δύο, και τους λέει πως περιμένει ένα τηλεφώνημα από τον καθένα χωριστά, γνωρίζοντας ότι το άτομο με το περισσότερο άγχος θα κινηθεί πρώτο. Όποιος από τους δύο και να είναι, ο σκοπός του ψυχολόγου είναι να βοηθήσει το άτομο να καταλάβει αν θέλει πραγματικά να μείνει στο γάμο και πόσο το θέλει; Το θέλει όπως θα ήθελε ένα καινούργιο αυτοκίνητο ή όπως αν του είχαν βάλει το κεφάλι στο νερό θα ήθελε αέρα;

Αν διαπιστώσει ότι το άτομο είναι αποφασισμένο να σώσει το γάμο του, του υποδεικνύει τα σημεία της προσωπικότητάς του που θα χρειαστεί ν’ αναθεωρήσει, προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο. Αν και το άλλο μέλος έχει ανάλογες προθέσεις, για ένα διάστημα θα δουλέψει με τον καθένα χωριστά, μέχρι να βεβαιωθεί ότι αν βρεθούνε μαζί θα υπάρξει διάλογος. Αν κρίνει ότι το άλλο μέλος δεν πολυενδιαφέρεται και μιλάει «για το καλό του παιδιού» και τέτοια, τότε δουλεύει με τον καθένα χωριστά με μόνο σκοπό να χωρίσουν με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο.

Δυο άνθρωποι που έχουν μοιραστεί την καθημερινότητα και γνωρίζονται καλά μεταξύ τους αποφασίζουν να παντρευτούν επειδή θέλουν να κάνουν παιδί. Αυτό είναι κατανοητό. Όμως, δύο άνθρωποι που δεν γνωρίζονται καλά μεταξύ τους και παντρεύονται επειδή περιμένουν παιδί είναι φυσικό στη συνέχεια να βρεθούν προ εκπλήξεων.