Ήταν ένα σούρουπο από εκείνα τα ράθυμα του Αυγούστου, που νομίζεις ότι μόνο τα τζιτζίκια υπάρχουν στον κόσμο. Που και που περνούσε κανένα μηχανάκι για να της θυμίζει ότι βρίσκεται στην άκρη ενός μικρού παραλιακού χωριού του Πηλίου.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι κι επεξεργαζόταν το δωμάτιο γύρω της. Παρ’ όλο που το παχύ στρώμα είχε το ίδιο μέγεθος μ’ εκείνο του σπιτιού της, της φαινόταν πρωτόγνωρα τεράστιο. Πριν ανοίξει την τηλεόραση, καθάρισε το τηλεκοντρόλ μ’ ένα αντιμικροβιακό μαντηλάκι. «Τα τηλεκοντρόλ και οι διακόπτες του ρεύματος στα ξενοδοχεία έχουν περισσότερα μικρόβια κι απ’ την τουαλέτα», είχε διαβάσει πρόσφατα στο αγαπημένο της μηνιαίο περιοδικό, όμως δεν είχε φανταστεί ότι αυτή η πληροφορία θα της φαινόταν χρήσιμη τόσο σύντομα.
Έκανε ένα ζάπινγκ, έμεινε για λίγα λεπτά σ’ ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε την αναπαραγωγή μιας χαριτωμένης σουρικάτας στη Ν. Αφρική και συνέχισε την αναζήτηση. Δεν είχε ιδέα τι έψαχνε, πατούσε όμως το τηλεκοντρόλ με μανία, λες και βιαζόταν μη χάσει την αρχή μιας ταινίας. Σ’ ένα από τα τελευταία κανάλια έπαιζε μουσική:
«…All those sleepless nights
And all those wasted days
I wish loneliness would leave me
But I think it’s here to stay…»*
Οι στίχοι δεν της φάνηκαν καθόλου συμπαθητικοί κι έκλεισε την τηλεόραση. Το δωμάτιο βυθίστηκε ξανά στη σιωπή και το σκοτάδι. Άνοιξε ένα ατομικό μπουκάλι με αφρώδες κρασί απ’ το ψυγείο κι άναψε ένα τσιγάρο σλιμ, φωτίζοντας το χώρο για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Σαν υπνωτισμένη, άναψε ένα σποτάκι πάνω απ’ το κρεβάτι και πήρε να ξεφυλλίσει το περιοδικό που κουβαλούσε στην τσάντα της.
Το χτύπημα του τηλεφώνου την έβγαλε απ’ το λήθαργο. Κοίταξε το ρολόι της – λες και θα της έλεγε ποιος ήταν- σήκωσε το ακουστικό, μίλησε για λίγο, το έκλεισε, έτρεξε να κάνει ένα γρήγορο ντους. Άπλωσε στο σώμα της τη λοσιόν με άρωμα γιασεμί, φόρεσε το χυτό πράσινο φόρεμα με κι ένα φουλάρι με μεγάλα κίτρινα τριαντάφυλλα. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη. Παρατήρησε πώς φαινόταν το στήθος της χωρίς σουτιέν και απογοητευμένη φόρεσε εκείνο το μπεζ με το ελαστικό ύφασμα που το κρατούσε πάντα στο ύψος του. Αποφάσισε, όμως, να ξεχάσει να φορέσει το κιλοτάκι. Έπιασε τα μαλλιά της σ’ ένα χαλαρό σινιόν, φόρεσε τις κίτρινες πλατφόρμες και την τελευταία στιγμή θυμήθηκε ν’ αρπάξει την ασορτί τσάντα της.
Πρέπει να είχε περάσει κανένα μισάωρο απ’ το τηλεφώνημα, αλλά δεν την ένοιαξε καθόλου. Ούτε της άρεσε. Απλά πέρασε. Τώρα, κατέβαινε τις σκάλες που κατέληγαν στη ρεσεψιόν και λικνιζόταν με άνεση πάνω στα ψηλά παπούτσια της. Καθώς έφτασε στα τελευταία σκαλοπάτια, τον είδε απέναντί της, να κάθεται στο μπαρ του ξενοδοχείου και να την κοιτάζει με τα μάτια ενός ερωτευμένου. Δεν το πίστευε ότι θα έβλεπε ξανά αυτό το βλέμμα έπειτα από τόσα χρόνια. Ένα έντονο ροζ πέπλο κάλυψε τα μάγουλά της. Μόλις τον πλησίασε, το χέρι του γλίστρησε στη μέση της πάνω από το ντελικάτο φόρεμα.
Μέσα σε μια συνωμοσία σιωπής πέρασαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου και μαζί με το φαγητό παρήγγειλαν ένα ακριβό λευκό κρασί. Η δήθεν χαλαρή κουβέντα περί ανέμων και υδάτων δεν αρκούσε για να καλύψει την ελαφριά αμηχανία, που ήταν ο τρίτος καλεσμένος στο τραπέζι. Παρ’ όλα αυτά, η βραδιά πέρασε από ουδέτερα έως σχετικά ευχάριστα, και ο χρόνος έρεε μαζί με το σαρντονέ στα ποτήρια τους.
Και κάπως έτσι, έφτασε η ώρα – κλειδί σε κάθε ραντεβού. Του επιδόρπιου. Είναι τα τελευταία κρίσιμα λεπτά, απ’ τα οποία μπορεί να κριθεί η έκβαση ενός αγώνα με αβέβαιο αποτέλεσμα. Εκεί παίζονται όλα για όλα. Ο σερβιτόρος – διαιτητής κοιτάζοντάς τους όλο νόημα, τους ρώτησε τι θα ήθελαν για επιδόρπιο. Εκείνη επέλεξε τα brownies, εκείνος συμφώνησε κι έπειτα από λίγο κατέφτασε με μια τεράστια πορσελάνινη πιατέλα που είχε πάνω της τρία μικρά καφετιά κομμάτια περιχυμένα με λευκή σοκολάτα. Σέρβιρε το πρώτο στην κυρία, το δεύτερο στον κύριο κι έπειτα τους ρώτησε σε ποιον να βάλει το τρίτο, κοιτάζοντας μία τον ένα και μία τον άλλο στα μάτια. Ένα ανεπαίσθητο, μα αληθινό μειδίαμα εμφανίστηκε στα χείλη του για πρώτη φορά όλη τη βραδιά. Η κυρία έμεινε να κοιτάζει το σερβιτόρο με ύφος «τι ερώτηση ήταν αυτή τώρα;». Ο κύριος, απ’ την άλλη, πήρε την πρωτοβουλία και τη ρώτησε πολύ ευγενικά: «Σε πειράζει να το βάλει σε μένα; Έχω και κάποιες αδυναμίες, ξέρεις…». Η κυρία με πολύ ήρεμο τόνο απάντησε χαμηλόφωνα: «Θέλεις να πεις, μόνο αδυναμίες έχεις…» και πήρε ύφος «τι απάντηση ήταν αυτή, τώρα;». Ο σερβιτόρος ξερόβηξε, είπε ότι θα το έκοβε στη μέση και ότι θα το μοίραζε και στους δυο. Κι έτσι έκανε.
Η ελαφριά αμηχανία έγινε βαριά κι άρχισαν να επεξεργάζονται τον κόσμο γύρω τους. Τα υπόλοιπα τραπέζια είχαν μετατραπεί σε αρένα και το κοινό περίμενε το τελικό αποτέλεσμα. Στο γήπεδο απόλυτη ησυχία. Όλοι οι προβολείς στραμμένοι πάνω τους. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν στιγμιαία, αλλά εκείνη δεν το άντεξε κι έσκυψε το κεφάλι της. Σ’ αυτή ακριβώς την κίνηση, το μάτι της έπεσε πάνω στο μπουκάλι του κρασιού, που στην ετικέτα είχε ένα σηματάκι, ένα ζωάκι, κάτι σαν σκίουρο. Της ήρθε η εικόνα από το ντοκιμαντέρ που είχε δει στο δωμάτιο, με τη μία σουρικάτα πάνω στην άλλη και της βγήκε ένα πνιχτό γελάκι. Προσπάθησε να το συγκρατήσει, αλλά τα γενναία ποτήρια που είχε πιει μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν βοήθησαν, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα είχε βρεθεί αιχμάλωτη ενός ασυγκράτητου γέλιου. Ο άντρας απέναντί της, ξεκούμπωσε τα πρώτα κουμπιά απ’ το πουκάμισό του και αναψοκοκκινισμένος, ζήτησε το λογαριασμό. Ο σερβιτόρος σφύριξε τη λήξη του αγώνα.
Τώρα, ανέβαινε μόνη της, τρεκλίζοντας, τα ίδια σκαλοπάτια που πριν από λίγες ώρες κατέβαινε με χάρη. Τα υγρά της μάτια είχαν θολώσει και με δυσκολία διέκρινε τον αριθμό στην πόρτα του δωματίου της.
Χύθηκε ολόκληρη στο κρεβάτι, τα πάντα γύρω της στροβιλίζονταν. Ένα μήνυμα ήρθε στο κινητό της. Όπως ακριβώς το περίμενε: «Αύριο θα πάρω το δικηγόρο να προχωρήσει τη διαδικασία του διαζυγίου». Μια σταγόνα απλώθηκε στη γυαλιστερή οθόνη. Χωρίς να τη σκουπίσει, απάντησε: «Θα κανονίσω να πάρω τα κορίτσια από την κατασκήνωση και θα τους εξηγήσω». Κοίταξε το γυμνό δάχτυλο στο δεξί χέρι της. Εκεί που άλλοτε υπήρχε η βέρα, τώρα διέκρινε μια αχνή υπόλευκη γραμμούλα – σημάδι καλοκαιρινού χωρισμού.
Το στρώμα της φαινόταν ν’ απλώνεται γύρω της σαν μια τεράστια θάλασσα που προσπαθούσε να ξεφύγει απ’ τα κύματά της. Στο μυαλό της ήρθαν ακάλεστοι οι στίχοι του τραγουδιού που είχε ακούσει το απόγευμα:
«…All those sleepless nights
And all those wasted days
I wish loneliness would leave me
But I think it’s here to stay…»
Δίπλα της, το περιοδικό που διάβαζε ήταν ανοιχτό στο θέμα με τίτλο «Δέκα τρόποι για να κάνετε το γάμο σας να κρατήσει για πάντα». Στο νούμερο δέκα έγραφε: «Στόχος: Αναζωπυρώστε το πάθος των πρώτων χρόνων. Στην πράξη: Κλείστε ραντεβού μαζί του και κοιμηθείτε σε ξενοδοχείο». Έβγαλε τον κόκκινο στυλό απ’ την τσάντα της και συμπλήρωσε από κάτω: «Νο 11. Στόχος: Αφήστε τον να νομίζει ότι έχει πάντα τον πρώτο λόγο. Στην πράξη: αν έχετε να μοιράσετε τρία brownies, δώστε του τα δύο».
——————————————
* Η Δήμητρα Διδαγγέλου είναι ψυχολόγος και δημοσιογράφος. Είναι δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικού ψυχολογίας «Ψυχο-γραφήματα». Παράλληλα, διεξάγει εργαστήρια εκφραστικής γραφής και βιβλιοθεραπείας. Το διήγημά της «Αν ο Φρόιντ είχε μουστάκι» διακρίθηκε στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού «Hotel Οιδίπους» των εκδ. Πατάκη. Η νουβέλα της «Η Σύβι και ο Ντάντυ» κυκλοφορεί από τις εκδ. Γαβριηλίδη.
Το διήγημα “Τρία Brownies” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Micro Story.





















