Κούμπωσε το φερμουάρ του παντελονιού του και κοίταξε γύρω μήπως τον είχε δει κανείς. Είχε αφήσει πίσω του μια μαύρη τρύπα που επέτρεπε να φανεί η άσφαλτος, κάτω από το χιόνι των δύο ημερών. Λυπήθηκε που δεν μπορούσε να μοιραστεί με κανέναν την ανακούφιση που πήρε από το άδειασμα της φουσκωμένης κύστης του. Αυτή η κρυφή χαρά θα τον ακολουθούσε για το υπόλοιπο της μέρας κι ας είχε ξεχάσει ήδη την αιτία με το που έστριψε στη γωνία για να βγει στον κεντρικό δρόμο.
Στη γωνιά του στενού έστριψαν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι γύρω στα δεκατέσσερα χρονών. Το κορίτσι τράβηξε προς το μέρος της το αγόρι. Φανερή η αμηχανία στο άχαρο πρόσωπό του και στις αδέξιες κινήσεις, σαν πρωτάρη οδηγού που δίνει εξετάσεις για το δίπλωμα. Το άγχος του να φανεί αντάξιος εκπρόσωπος του φύλου του και γιος του πατέρα του, δεν τον άφησε να νιώσει τη χαρά του (πρώτου;) φιλιού. Το κορίτσι, απαλλαγμένο απ’ τις ψευτοσυστολές του παρελθόντος, πιο ώριμη απ’ την ηλικία της και με τις ορμόνες της να ξεχύνονται από τα χείλη της στη γλώσσα του αγοριού, έδωσε (ακόμη;) ένα ηδονικό φιλί στο δρόμο. Φρέσκες, αραιές νιφάδες άρχισαν να πέφτουν πρώτα στα ενωμένα κεφάλια τους και στη συνέχεια στο πεζοδρόμιο.
Μια ομπρέλα στο στενό πεζοδρόμιο τους ανάγκασε να ξεκολλήσουν. Δεν είδαν το πρόσωπο κάτω απ’ την ομπρέλα, όμως είδαν το σώμα μιας εύσωμης, ψηλής κυρίας που περπατούσε σαν ο δρόμος να της ανήκε. Κρατούσε ένα μεγάλο καφέ δερμάτινο χαρτοφύλακα, ασορτί με τα παπούτσια της. Στην τσέπη της καμπαρντίνας της είχε το κινητό της και με το χαντς φρι μιλούσε ασταμάτητα. Αν δεν είχε πιασμένα τα χέρια της θα τα κουνούσε κι εκείνα στον ίδιο ρυθμό, σαν μαέστρος σε μια χορωδία ανέραστων λέξεων. Χωρίς να κοιτάξει αν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο, διέσχισε το δρόμο για να περάσει στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ένα κορνάρισμα έκανε τα χέρια της να παραλύσουν και να της πέσει ο χαρτοφύλακας. Κάτω χύθηκαν χαρτιά, τα οποία και μόνο που βγήκαν από εκείνη την πανάκριβη θήκη τους, έδιναν την εντύπωση ότι είναι πολύτιμα. Έγιναν το ίδιο μούσκεμα και θλιβερά όσο και τα παπούτσια της. Αναγκάστηκε να κλείσει το κινητό της κι άφησε την ομπρέλα στην άκρη του πεζοδρομίου. Οι ελάχιστοι περαστικοί που πέρασαν έριξαν ένα βλέμμα με την άκρη του ματιού τους και την προσπέρασαν. Ένα χέρι που κρατούσε τα χαρτιά της τεντώθηκε μπροστά στα υγρά μάτια της. Ήταν το ρυτιδιασμένο και νοτισμένο με καυσαέριο χέρι ενός άστεγου. Εκείνος της χαμογέλασε, αφήνοντας να φανεί το κενό από τρία δόντια που του έλειπαν στο πλάι. Εκείνη ψέλλισε ένα «ευχαριστώ» και τα μάτια της πλημμύρησαν από ανεσταλμένη ευτυχία.
Χωρίς να βγάλει ούτε κουβέντα ο άστεγος (δεν άκουσε το ευχαριστώ;) επέστρεψε στη γωνιά του και κουλουριάστηκε στην κουβέρτα του. «Σαν έμβρυο στη μήτρα του» θα έλεγε μια ψυχολόγος χάριν εύκολου εντυπωσιασμού. Δέκα μέρες πριν, είχε περάσει μια ομάδα εθελοντών του δήμου και του έδωσε μια καινούργια κουβέρτα. Απαλή, ζεστή, κίτρινη, της οποίας το χρώμα κάθε μέρα γινόταν όλο και πιο μουντό. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη απόλαυσή του τα τελευταία δύο χρόνια. Μια κουβέρτα εξιλέωσης, πάνω στο κουρασμένο πεζοδρόμιο και κάτω απ’ το καχεκτικό κορμί του. Έκλεισε τα μάτια του.
Ένα «κλακ», συνοδεία απότομου φωτός, τον έκανε να τα ξανανοίξει βίαια. Ένας νεαρός, γύρω στα τριάντα πέντε, με μαύρο μακρύ μούσι, κοκάλινα γυαλιά και χαμηλοκάβαλο παντελόνι είχε προτάξει μια φωτογραφική μηχανή σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από το πρόσωπό του. Τον ρώτησε αν τον πείραζε να τον βγάλει μια φωτογραφία για ένα ρεπορτάζ του σ’ εφημερίδα. Εκείνος έκλεισε τα μάτια του χωρίς καμιά απάντηση. Ο φωτογράφος, χαρούμενος που δεν του αρνήθηκε, πάτησε πέντ’ έξι ακόμη φορές το κουμπί της μηχανής. Πηγαίνοντας λίγο δεξιά και λίγο αριστερά, το κλείστρο έκλεισε στην αντανάκλαση του άστεγου στο νερό μιας λακούβας.
Ενώ ο χειμερινός ήλιος επέστρεφε στην πρωτεύουσα, ξεπρόβαλε η φιλαρμονική ορχήστρα του Δήμου. Τα κάλαντα έδωσαν φρούδα ανάσα σε μια σφιγμένη πόλη. Ο νάνος υπάλληλος ενός ανθοπωλείου τεντώνοντας τα χέρια του ίσιωσε την πινακίδα στην πόρτα του καταστήματος που έγραφε «εδώ χημονανθοί» και στη συνέχεια καθρεφτίστηκε στην τζαμαρία, αλλάζοντας την κατεύθυνση της χωρίστρας στα βαμμένα καστανά μαλλιά του. Στο ίδιο ύψος μ’ εκείνον, ένα μικρό ξανθό κοριτσάκι, περίπου πέντε χρονών, άνοιξε την πόρτα. Προχώρησε προς το μέρος της μπάντας κι έδωσε ένα κίτρινο λουλούδι στον μαέστρο, το οποίο έδεσε με το σκηνικό του λευκού χιονιού και της κίτρινης κουβέρτας του αστέγου. Μετέδωσε το χαμόγελό της στον αέρα και ξαναμπήκε μέσα στο κατάστημα.
Το τηλέφωνό μου χτυπά ασταμάτητα, όμως για μένα ο χρόνος έχει παγώσει σ’ αυτές τις στιγμές που μόλις εκτυλίχθηκαν μπροστά μου στο δρόμο. Μικρές χαρές σ’ ένα κρυμμένο στενό στο κέντρο της πόλης. Κρυφές χαρές. Σκέφτομαι ποια είναι η δική μου στιγμή χαράς μέσα στη μέρα, σ’ αυτή την πόλη, μέσα σ’ ένα κελί που ονομάζουμε γραφείο. Η τρύπα από το σπάσιμο στην άκρη του παράθυρού μου είναι η δική μου διέξοδος στον κόσμο. Η σύνδεσή μου με τους άλλους. Μέσα από εκεί γίνομαι συλλέκτης στιγμών των περαστικών που διασταυρώνονται στο δρόμο κάτω από τον πρώτο όροφο του κτηρίου, όπου έρχομαι κάθε πρωί τα τελευταία δεκαοκτώ χρόνια. Η πέτρα που εκτοξεύθηκε στην τελευταία πορεία, σανίδα σωτηρίας για μένα. Την ώρα του διαλείμματός μου βγάζω το πρόχειρο χαρτόνι που καλύπτει το σπάσιμο και κοιτάζω έξω. Σήμερα, μέσα στην ένοχη ησυχία του χιονιού, άκουγα τα πάντα χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανείς. Κανείς πια δεν σηκώνει το κεφάλι του για να δει τι βρίσκεται πάνω απ’ αυτόν. Ούτε λίγα εκατοστά. Θα μπορούσα να φτύσω κάποιον και να νομίζει ότι τον έφτυσε ο Θεός. Κοιτάζω το είδωλό μου στο τζάμι. Είναι θολό. Απροσδιόριστο. Σηκώνω το χέρι μου και με μια αναποφάσιστη γροθιά σπάω το παράθυρο. Τώρα βλέπω καθαρά. Κοιτάζω την τρύπα που άφησε ο άλλος απ’ το κατούρημα. Θυμάμαι τον δάσκαλό μου να μας λέει στο μάθημα της φυσικής ότι το βρώμικο χιόνι λιώνει πιο γρήγορα απ’ το καθαρό. Σαράντα χρόνια μετά διαπίστωσα ότι είναι αλήθεια. Χαμογελάω. Μου έρχεται στο νου η εικόνα απ’ το έφηβο κορίτσι που φιλούσε το αγόρι στο δρόμο και αναρωτιέμαι αν θα θυμούνται αυτό το φιλί έπειτα από σαράντα χρόνια. Ή αν θα το θυμάται μόνο ο ένας τους και γιατί. Να κάτι που δεν μας έμαθαν στο σχολείο. Άραγε οι βρόμικες αναμνήσεις σβήνουν πιο γρήγορα απ’ τις αγνές;
———————————————-
* Η Δήμητρα Διδαγγέλου είναι ψυχολόγος κι επιστημονικός δημοσιογράφος. Το πρώτο της βιβλίο, «Η Σύβι και ο Ντάντυ» κυκλοφορεί από τις εκδ. Γαβριηλίδης. Το διήγημά της «Η χρονιά του ‘88» περιέχεται στο συλλογικό έργο « Η συλλογή του χρόνου», από τις εκδ. Παράξενες Μέρες, έπειτα από διάκριση σε διαγωνισμό. Το διήγημά της «Αν ο Φρόιντ είχε μουστάκι» διακρίθηκε στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού «Hotel Οιδίπους» των εκδ. Πατάκη.
Το διήγημα “Το βρώμικο χιόνι λιώνει πιο γρήγορα απ’ το καθαρό” δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο Fractal.






















