Το πρόβλημα με το ταβάνι

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Ένα πρωί, ακριβώς δύο μήνες από τώρα, το ταβάνι του ευρύχωρου σαλονιού μας άνοιξε σαν πέταλα ματωμένης παπαρούνας. Δεν μπορώ να δώσω άλλη εξήγηση από αυτή τη μη εξήγηση. Ούτε για την επιλογή του συγκεκριμένου λουλουδιού, ούτε για το χρώμα αλλά ούτε και για τις καίριες επιπτώσεις της καταστροφής. Πρόκειται καθαρά για μια τυπική έκρηξη πιθανοτήτων.

Έτσι σκεφτήκαμε.

Θα μπορούσε φυσικά να παραμείνει ανέπαφο όπως τα προηγούμενα δέκα χρόνια που κειτόταν αδιατάραχτο και ήσυχο πάνω από τα κεφάλια μας. Τίποτα δεν θα το εμπόδιζε να παραμείνει στην πρότερη κατάστασή του. Κι αν αποφάσιζε να ρευστοποιηθεί και να αρχίσει να λιώνει πάνω στο ακριβό παρκέ της μαμάς; Όχι καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Το δίχως άλλο κρύβουν μέσα τους μια ανεπανάληπτη σοφία από αυτές μάλιστα που δεν συναντάς εύκολα ούτε σε ανθρώπους. Πολλές φορές τα ταβάνια ξέρουν καλύτερα.

Έτσι σκεφτήκαμε.

Επιπλέον έγινε ότι έγινε χωρίς θόρυβο. Καταλαβαίνετε; Δεν ξυπνήσαμε έντρομοι από τον μακάριο ύπνο μας ακούγοντας τούβλα να σπάνε, να θρυψαλιάζουν και να γίνονται σκόνη. Δεν σηκωθήκαμε περίτρομοι από τα ζεστά μας κρεβάτια για να δούμε με μάτια διασταλμένα σαν αυγά βραστά το παράξενο θέαμα. Όχι. Ακολουθήσαμε το γνωστό καθημερινό μας πρόγραμμα. Χασμουρητό, τέντωμα, λίκνισμα, κατούρημα, πλύσιμο προσώπου και πλύσιμο δοντιών και πρωινό με αυγά βραστά και αχνιστό καφέ. Δεν νομίζω πως ξεχνάω κάτι από την ημερήσια ρουτίνα έτσι όπως επιβλήθηκε ρητώς και κατηγορηματικώς από τον πατέρα και αφορούσε τους πάντες απαρέγκλιτα. Ακόμα και τη μαμά που αναγουλιάζει επιδεικτικά στη θέα των βραστών αυγών και δεν μπορεί να ανεχτεί στο στόμα της ζεστό καφέ. Με τον καιρό συνήθισε όμως και πλέον ζητάει διπλή δόση από όλα ευχαριστώντας τον μπαμπά για τις οργανωτικές του ικανότητες.

Όλα έγιναν τόσο απλά, τόσο φυσικά. Επομένως τι μπορούσαμε να φανταστούμε; Ποιοι είμαστε εμείς που θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι άλλο από αυτό που έγινε; Ίσως πάλι και να έχουμε οπλιστεί από κάποιο αόρατο χέρι με απαθή και φλεγματική αντοχή στα περίεργα γυρίσματα της τύχης. Ίσως γι’ αυτό στην αρχή αντιμετωπίσαμε την κατάσταση με καυστικό γέλιο. Τόσο απλά το μπετόν ράγισε – ανεπαίσθητα στην αρχή σαν τρίχα πάνω στο πέτο του σακακιού- κι ύστερα άνοιξε διάπλατα απλώνοντας έναν πλέριο ουρανό μέσα στο δωμάτιο. Οι κολώνες υποχώρησαν αισθητά, έγιναν αβαρείς και πάνω από τα κεφάλια μας κάτι το εντελώς πρωτόγνωρο άρχισε να κουνιέται σαν επιπλέουσα εξέδρα μέσα στη θάλασσα. Το απόλυτο κενό κεντημένο με ξέφτια γαλάζιου ουρανού και με κάτι πιτσιλιές που πρέπει να ήταν παραγεμισμένα σύννεφα, μας χαιρετούσε περίλαμπρα. Ανταποδώσαμε ευγενικά το χαιρετισμό.

Για μέρες δεν μας έκανε τίποτα εντύπωση. Τα απογεύματα καθόμασταν όπως πάντα στον καναπέ, βλέπαμε τηλεόραση, μαλώναμε για το ποιο πρόγραμμα θα επιλέξουμε να παρακολουθήσουμε (ο μπαμπάς πάντα κέρδιζε γιατί ήθελε να δει αθλητικά) και όταν η διένεξη τερματιζόταν επιστρέφαμε στην παραγεμισμένη σιωπή μας. Κατά το βραδάκι τρώγαμε το φαγητό μας άηχα, εξουθενωτικά, που και που να σηκώναμε τα μάτια προς τη χαίνουσα τρύπα (μια στάλα μόνο όσο κρατάει ένα λεπτό) και αμέσως γυρνάγαμε στα παλιά και στα συνηθισμένα. Ακόμα και οι συγγενείς και οι φίλοι που έρχονταν να μας επισκεφτούν –αν και αυτό δεν γινόταν πολύ συχνά καθώς ο μπαμπάς τους απεχθανόταν όλους- ακόμα και τότε κανείς δεν θεωρούσε πως κάτι το αγωνιώδες και επιτακτικό είχε επιβληθεί στο σπίτι μας και στις ζωές μας. Οι μεγάλοι συζητούσαν για τα πολιτικά αερίζοντας δίχως κόπο τα μεθυσμένα στόματά τους, οι γυναίκες ξεκινούσαν το κουβάρι του κουτσομπολιού χαμηλώνοντας τη φωνή για να μην βγαίνει έξω από το άδειο ταβάνι και εμείς τα παιδιά παίζαμε ήσυχα χωρίς να διαμαρτυρόμαστε πλέον για την κάπνα από τα βρωμοτσίγαρά τους, καθώς ο πηχτός αέρας του σαλονιού ανανεωνόταν εξακολουθητικά με έναν εντελώς φυσικό τρόπο.

Το πρόβλημα δημιουργήθηκε όταν ένα βράδυ άρχισε να βρέχει. Ήταν επόμενο. Βυθισμένοι στην ευωχία ενός θερμού και ανεκτίμητου καλοκαιριού, είχαμε ξεχάσει τη φυσιολογική αλληλουχία των εποχών που δεν θα ήταν πάντα με το μέρος μας. Εν μέσω καύσωνα ήταν όντως ιδεώδης κατασκευή αυτή η έλλειψη κατασκευής πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν χρειαζόταν καν να χρησιμοποιήσουμε τα κλιματιστικά μηχανήματα για να αντισταθούμε στις καυτές υγρές μάζες που καταδυνάστευαν τα σώματά μας. Η ιδέα ήταν της μαμάς και την ακολουθήσαμε όλοι ασμένως. Ο μπαμπάς και η μαμά κοιμόντουσαν αγκαλιά στον καναπέ του σαλονιού και εμείς τα παιδιά στο πάτωμα που στα μάτια μας φάνταζε ως ο ιδανικός χώρος για παιχνίδι μέχρι πρωίας. Ώσπου ήρθε το φθινόπωρο και όλα άλλαξαν δραματικά. Στην αρχή σιγανά σαν μικρές νεογέννητες σπίθες οι στάλες έσκαγαν πάνω στα κεφάλια μας, στις πλάτες των επίπλων, στη τηλεόραση. Μέχρι που τη βραχυκύκλωσε. Και τότε καταλάβαμε πως κάτι συνέβαινε σε αυτό το σπίτι. Ο καθένας βέβαια είχε να σκεφτεί για τις δικές του απώλειες που δεν ήταν απαραίτητα ίδιες με του διπλανού του. Η αδερφή μου ας πούμε άρχισε να κλαίει όταν είδε το τετράδιο με τις χαλκομανίες της να μοιάζει με φουσκωμένο λάχανο και οι παιδικοί της ήρωες που με επιμέλεια τους είχε κολλήσει –έναν έναν ανά φύλλο τετραδίου- να έχουν μετατραπεί σε οικτρά ζαρωμένα ζωάκια. Η μαμά στεναχωρήθηκε για τον καναπέ καθώς ήξερε πολύ καλά πως η αλκαντάρα ήταν ένα ακριβό ύφασμα που δεν μπορείς κάθε μέρα να το αγοράζεις για να ντύσεις τα διακοσμητικά σου όνειρα. Εγώ πάλι μέσα σε αυτόν τον απροσδιόριστο βούρκο δεν μπορούσα να παίξω μπάλα όπως συνήθιζα κάθε απόγευμα. Ένας συμμαθητής μου με ενημέρωσε για την ύπαρξη ενός αθλήματος που ονομαζόταν γουότερ πόλο και το οποίο συνδύαζε με θαυμαστό τρόπο την μπάλα με το υγρό στοιχείο. Αλλά, όχι, τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με το ποδόσφαιρο κατά τη γνώμη μου και έτσι απέρριψα ασυζητητί την ιδέα. Υπερίσχυσε όπως πάντα η έντονη δυσθυμία του μπαμπά για την κατεστραμμένη μας τηλεόραση. Αυτό το βραχυκύκλωμα δεν μπορούσε να περάσει έτσι. Δεν θα καταπινόταν τόσο απλά. Τουλάχιστον όχι από τον μπαμπά που είχε κάνει από καιρό τον προγραμματισμό του και περίμενε τις επόμενες βδομάδες να ξεκινήσουν οι τελικοί του μπάσκετ. Κάτι έπρεπε να γίνει και αυτό το κάτι μόνο το τετράγωνο, οστεώδες, μυγιάγγιχτο, υστερόβουλο, σφυρήλατο κεφάλι του μπαμπά μπορούσε να το γεννήσει.

Εντέλει μας έπεισε. Αποφασίσαμε από κοινού και ομοφώνως να μην ξαναπατήσουμε στο σαλόνι. Μέχρι εκείνη την ημέρα το σπίτι μας αριθμούσε επακριβώς και καταγεγραμμένα στις κατόψεις της πολεοδομίας πέντε άρτιους χώρους. Συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του σαλονιού. Τώρα πλέον κανείς δεν θυμάται πότε υπήρξε αυτό το πέμπτο δωμάτιο και σε ποιο σημείο ακριβώς του σπιτιού είναι τοποθετημένο από τον πανούργο κατασκευαστή του. Ούτε που ξέρουμε τι συμβαίνει εκεί μέσα. Κλειδώσαμε και την πόρτα για το φόβο των Ιουδαίων. Επιπλέον δεν περνάμε καν απέξω για να αφουγκραστούμε τους περίεργους στριγκούς ήχους που πνίγουν τη γκαστρωμένη σιωπή του σπιτιού. Τους ακούμε φυσικά, τους έχουμε μονίμως στα αυτιά μας, μιλάμε γι’ αυτούς στο τραπέζι λέγοντας ο καθένας τη γνώμη του από πού μπορούν να προέρχονται και τι μπορεί να σημαίνουν, αλλά με τον καιρό τους συνηθίσαμε. Όλα συνηθίζονται με τον καιρό. Έγιναν και αυτοί μέρος του ημερήσιου προγράμματός μας χάρη στη σοφή απόφαση του μπαμπά να τους εντάξει στην οικογενειακή μας κανονικότητα. Είναι φορές δε που η αδερφή μου και εγώ λέμε συνωμοτικά μεταξύ μας πως εκεί μέσα μπορεί να κρύβεται ένας τρίτο άγνωστος μέχρι τώρα αδερφός μας που ήρθε να μας επισκεφθεί και να μας γνωρίσει από κοντά. Ένας αδερφός όμως αρκετά θορυβώδης αν κρίνουμε από τον οξύ παφλασμό που διαπερνάει τους τοίχους συνήθως τα βράδια. Τα πρωινά συνήθως τα πράγματα γαληνεύουν, έτσι ηρεμούμε και εμείς και ξεχνάμε αυτοστιγμεί την περίπτωση του χαμένου αδερφού.

Τώρα ο ζωτικός χώρος της οικογενειακής θαλπωρής έχει γίνει το υπνοδωμάτιο των γονιών μας. Αγοράσαμε και καινούργια τηλεόραση με διπλάσιες ίντσες από ότι η προηγούμενη και την κρεμάσαμε στον τοίχο. Τα βράδια όταν είναι σβηστή μοιάζει με μελαγχολικό Εσταυρωμένο που κανείς δεν του δίνει σημασία και κανείς δεν του χαρίζει ένα «μπράβο» για την ακριβή του θυσία. Όπως και να’ χει πάντως ήταν μια καλή και ωφέλιμη αγορά που όλοι την καταχαρήκαμε και δεν έχουμε κανένα παράπονο. Ακόμα και η μαμά που απεχθάνεται το μπάσκετ όπως και τα βρασμένα αυγά και το ζεστό καφέ, κάθεται εκστασιασμένη και παρακολουθεί τον έναν αγώνα μετά τον άλλο. Ο φωτεινός κώνος της θεόρατης τηλεόρασης την έχει μαγέψει για τα καλά και δεν ξεκολλάει από το κρεβάτι της. Όταν το θυμάται σηκώνεται με φανερή βαρυθυμία και μαγειρεύει κάτι πρόχειρο για όλους μας. Δεν μας πειράζει που αμελεί τα συζυγικά και μητρικά της καθήκοντα. Φτάνει που είμαστε όλοι μαζί κουρνιασμένοι στο δωμάτιο, που βλέπουμε τηλεόραση και τρώμε άηχα και συνεσταλμένα.

Όπως τρώμε μόνο εκεί έτσι και κοιμόμαστε μόνο εκεί. Για τους γονείς μας φυσικά αυτό είναι λογικό καθώς είναι το δωμάτιό τους, για’ μας όμως είναι μια ευγενική παραχώρηση δύο ευγενικών γονιών που δεν θέλουν τα παιδιά τους να αποκτήσουν παιδικά τραύματα. Μπορώ να πω ότι πλέον ζούμε μόνο σε εκείνο το δωμάτιο. Με εξαίρεση το μπάνιο που είναι πάντα χρήσιμο για να ξαλαφρώνεις από τις επώδυνες και άσκοπες φυσικές ανάγκες που έχεις φορτωθεί ως άνθρωπος από τη γέννησή σου, κανένα άλλο δωμάτιο δεν μας είναι τόσο χρήσιμο όσο αυτό το υπνοδωμάτιο.

Όλα βαίνουν καλώς και προχωρούν απρόσκοπτα. Που και που μόνο μια παλιά, ανεξέλεγκτη αίσθηση ανησυχίας μας αναγκάζει να σηκώνουμε τα κεφάλια μας προς το ταβάνι, σαν τις κότες όταν καταπίνουν νερό. Με έκφραση ελεγχόμενου ενθουσιασμού κοιτάμε ο ένας τον άλλον και κατεβάζουμε τα κεφάλια συγκαταβατικά και πρόσχαρα. Είναι σαν να λέμε: υπάρχει ακόμα και είναι εκεί πάνω στέρεο και ανθεκτικό όπως πάντα. Όχι σαν το άλλο, το καχεκτικό. Είναι σαν να το λέμε αλλά στην πραγματικότητα δεν το λέμε. Όλη τη δουλειά την κάνουν τα μάτια και όχι το στόμα. Έχουμε μια κρυφή ελπίδα πως αυτό το ταβάνι θα αντέξει περισσότερο. Δεν τολμάμε όμως να το ομολογήσουμε μήπως και συμβεί το ανάποδο από αυτό που ενδόμυχα θέλουμε να συμβεί. Ο μπαμπάς προνόησε και γι’ αυτό. Κάθε βράδυ λίγο πριν, πλύνουμε τα δόντια μας, βουρτσίσουμε τα μαλλιά μας και κουρδίσουμε όλα τα ρολόγια, κάνουμε ομαδική προσευχή ζητώντας από το Θεό να κρατήσει γερά τα θεμέλια που βρίσκονται πάνω από τα κεφάλια μας. Αυτό κάθε βράδυ μέχρι νεωτέρας. Μέχρι δηλαδή ο μπαμπάς να αποφασίσει κάτι άλλο που θα αλλάξει δραστικά τις νυχτερινές μας συνήθειες.

Ύστερα ανοίγουμε την τηλεόραση και ξεχνάμε όλους μας τους τρόμους βλέποντας διαφημίσεις.

_____________________________________________________________________

Ο Διονύσης Μαρίνος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1971 και συνεχίζει να ζει σε αυτήν μέχρι να φύγει. Είναι δημοσιογράφος και παράλληλα γράφει ιστορίες. Εχουν εκδοθεί δύο βιβλία του (Χαμένα Κορμιά, εκδ. Τετράγωνο & Τελευταία Πόλη, εκδ. Γαβριηλίδης).
Το διήγημα “Το πρόβλημα με το ταβάνι” δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο ηλεκτρονικό περιοδικό: «Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας». Είχε πάρει την Πρώτη  Θέση στο Διαγωνισμό Διηγήματος με θέμα “Οικογενειακοί Δεσμοί” που οργάνωσε το περιοδικό.