«To ιδρυματικό παιδί και η ανάδοχη οικογένεια: η προοπτική μιας εύθραυστης συνάντησης»

Η βιολογική μητέρα μπορεί να παρατήσει οικειοθελώς το παιδί της σε ένα ίδρυμα αλλά αυτή η εγκατάλειψη δε σημαίνει πάντα απόρριψη.
Η βιολογική μητέρα μπορεί να παρατήσει οικειοθελώς το παιδί της σε ένα ίδρυμα, αλλά αυτή η εγκατάλειψη δε σημαίνει πάντα απόρριψη.

Από το Σάββα Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγο – Ψυχαναλυτή

Μια μονογονεική ανάδοχος συνδέθηκε με ένα δωδεκάχρονο φιλοξενούμενο κορίτσι στην παιδόπολη. Στη διάρκεια των προκαταρτικών και προπαρασκευατικών φάσεων του αιτήματός της παρακολουθούσα και υποστήριζα την υποψήφια ανάδοχο τακτικά με συχνότητα μιας –δύο συνεδριών εβδομαδιαίως. Επικοινωνούσαμε ικανοποιητικά και ήμουν ευχαριστημένος από τη συνεργασία, ωστόσο, πολύ σύντομα και αφού το κορίτσι άρχισε να εγκαθίσταται στο σπίτι της, η ανάδοχος με κάποιο πρόσχημα περί υπερβολικού φόρτου εργασίας σταμάτησε να έρχεται στις συναντήσεις μας και χάθηκε κυριολεκτικά. Η εξαφάνισή της από τον «πάγκο εργασίας μας», μου έκανε αρνητική εντύπωση. Σε ένα-δύο τηλέφωνα που της έκανα ήταν αρκούντως ευγενική, ωστόσο ήταν σαφές πως δεν ήταν διατεθειμένη πλέον να με συναντά. Μάθαινα που και πού από την κοινωνική υπηρεσία του Κέντρου μας ότι τα πήγαινε καλά με το κορίτσι, ώσπου, ύστερα από μερικούς μήνες μια ωραία πρωία μου είπαν στο Κέντρο, προς μεγάλη μου έκπληξη, ότι το κορίτσι είχε επιστρέψει, και βρισκόταν εκ νέου στην παιδόπολη. Μιλώντας μαζί του, αυτό μου μετέδωσε ένα πεδίο μεγάλων εντάσεων και αναταράξεων στη σχέση του με την ανάδοχη μαμά ειδικότερα τον τελευταίο καιρό. Διερεύνησα περισσότερο αυτά που μου έλεγε και η νεαρά μου μετέφερε, μεταξύ άλλων, πως δε μπορούσε να συνεχίζει να μένει με την ανάδοχη μαμά της επειδή αυτή δεν είχε άντρα. Τω όντι, εκείνη ήταν μόνη, χωρίς συνοδό, αλλά αυτό που έλλειπε δεν ήταν τόσο η φυσική παρουσία εκείνου, όσο η επιθυμία της για τον τρίτο. Η ανάδοχη μαμά, προφανώς εμφορούμενη από μια υπερβατική φαντασία διφυλετικής πληρότητας, δεν επιθυμούσε κάποιον άλλο ούτε καν σε συμβολικό επίπεδο. Το συμβολικό, θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσει διαμέσου της συνέχειας των συναντήσεών της με τον ψυχολόγο, όπου, στη μεταβίβαση, θα ήταν σαν να έκανε ένα παιδί μαζί του. Έλλειπε, η διαμεσολάβηση μιας τρίτης δύναμης για να ανάψει την παραγωγική θρυαλλίδα της ζωής. Η McDougall σημειώνει ότι ένας πατέρας που είναι επί του πραγματικού απών, ή ακόμα και νεκρός, δεν εμποδίζει κατ’ ανάγκην το παιδί από το να δημιουργήσει μια έγκυρη εσωτερική φαλλική εικόνα εφόσον το επιτρέπει η σχέση με την μητέρα. Τουναντίον αυτή η ανάδοχος έκανε ότι μπορούσε για να δραπετεύσει από την συνάντηση με τον άλλο, γιατί αυτή ακριβώς θα ήταν η υπενθύμιση της αναμέτρησής με την έλλειψη, με τον ευνουχισμό της, το υπέρτατο αιμορραγικό ναρκισσιστικό πλήγμα. Αντικατέστησε την επιθυμία της για το αντικείμενο, την ανάγκη της για σύντροφο, με την επιθυμία της να τον ευνουχίσει (στη μεταβίβαση με «αχρήστευσε» φεύγοντας), με την πρόθεσή της να ακρωτηριάσει τον οιδιπόδειο πατέρα, ο οποίος εξασφαλίζει την αναπαραγωγή και διαιώνιση του είδους από γενιά σε γενιά. Υπό αυτές τις συνθήκες καμία δομική και οργανωτική λειτουργία προς όφελος του κοριτσιού δεν έλαβε χώρα στη συμβίωση με την θετή μαμά επειδή εκείνη δεν κατάφερε να του προσφέρει μια υποδοχή «αρκετά καλή» (κατά το «επαρκώς καλή μαμά» του Winnicott): Η νεαρά παλινδρόμησε στην ομαδική ζωή της στην παιδόπολη. Υπάρχει μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στη δυναμική που ωθεί ένα ζεύγος ή μια γυναίκα προς ένα παιδί και αντίστροφα έτσι ώστε να δικαιούμαστε να ομιλούμε για την προοπτική μια πραγματικής συνάντησης των δύο. Εδώ η μητέρα δε κατάφερε να συναντήσει το κορίτσι ως προς τις ανάγκες του για μια κανονιστική-πατρική λειτουργία, για την εγκαθίδρυση της απαγόρευσης. Η πατρική λειτουργία λαμβάνει χώρα καθώς το παιδί προκαλεί αυτόν τον «ξένο» που είναι ο πατέρας, να το υιοθετήσει.

Είδα προσφάτως ένα ζεύγος υποψηφίων αναδόχων, όπου η γυναίκα ήταν μεταξύ 50 και 55 ετών ενώ ο εκτός γάμου σύντροφός της απροσδιορίστου ηλικίας, προφανώς άνω των 60. Εκείνος είναι συνταξιούχος πατέρας μεγάλων παντρεμένων παιδιών και παππούς. Μολονότι ήταν δύο, μου δημιουργήθηκε η υποψία ενός μονογονεικού αιτήματος στην πραγματικότητα προερχόμενου από ένα μάλλον «λευκό» ζευγάρι μεταμφιεσμένου σε ερωτικό, η ψευδεπίγραφη εικόνα του οποίου θα αποσκοπούσε περισσότερο στο να κερδίσει τις καλές εντυπώσεις της κοινωνικής και ψυχολογικής υπηρεσίας συσκοτίζοντας τοιουτοτρόπως την φαντασία μιας μαγικής αυτογονιμοποίησης. Εδώ μάλλον σοβούσε το αίτημα μιας γυναίκας επί του πραγματικού μόνης, που προσποιείτο την δεσμευμένη, υπήρχε δηλαδή ένα μονογονεικό αίτημα καμουφλαρισμένο εντός ενός εικονικού ζεύγους. Τω όντι, τι παραπάνω θα μπορούσε να γυρεύει ένας συνταξιούχος ηλικιωμένος κύριος με δυό-τρία παιδιά και αρκετά εγγόνια πέρα από το να τα απολαμβάνει, να καμαρώνει τους βιολογικούς του απογόνους της δεύτερης και τρίτης γενιάς ως τους συνεχιστές της γενετικής του κληρονομιάς; Και η γυναίκα του ζεύγους σε ποιο βαθμό, μέσω της δήθεν αντκειμενοτρόπου σχέσης, πετύχαινε να κρύβει την ναρκισσιστική της επιθυμία απόκτησης ενός παιδιού πέρα και έξω από την σεξουαλικότητα;

Στη διαδικασία της αναδοχής/υιοθεσίας το «ένα παιδί από εσένα», υποκαθίσταται από το «ένα παιδί μαζί σου». Το παιδί μαζί σου, γεννιέται από το πένθος του παιδιού από εσένα που δεν ήρθε ποτέ, έτσι ώστε το υιοθετημένο να μην νοείται ως το υποκατάστατο του βιολογικού παιδιού αλλά ως το παιδί μιας κοινής επιθυμίας η οποία μπορεί μεν να μην κυβερνά τα κορμιά τους αλλά σίγουρα διέπει τα βήματά τους. Όμως δεν είναι μόνο οι γονείς που υιοθετούν. Είναι το παιδί επίσης που υιοθετεί ή δεν υιοθετεί τους γονείς του, οπότε γίνεται λόγος για αμοιβαία υιοθεσία. Έτσι κάποιοι ισχυρίζονται ότι είναι προτιμότερο να μιλάμε για παιδί υιοθετόν παρά για υιοθετημένο. Εν τέλει αν ένα παιδί κατάφερε να μεγαλώσει και να εγκαταστήσει επαφές και δεσμούς με τους αναδόχους του είναι γιατί πέτυχε να τους υιοθετήσει και να ταυτιστεί μαζί τους, πήρε το ρίσκο να μπολιαστεί σε μια οικογένεια. Αν είναι δύσκολο να είναι κανείς πατέρας ή μητέρα, εξίσου δύσκολο καθίσταται για ένα παιδί να είναι ο γιος ή η κόρη των γονιών του, βιολογικών ή θετών.

Ας σημειωθεί πως είναι θεμιτό να ζητά υιοθεσία μια μεσήλικη γυναίκα επειδή η εμμηνόπαυση είναι μια απώλεια, ένας ευνουχισμός τόσο οδυνηρότερος όσο δεν υπάρχουν παιδιά. Παρομοίως είναι θεμιτά τα αιτήματα αναδοχής από ηλικιωμένα ζευγάρια, πρωτίστως εφόσον υπάρχει οικογενειακός περίγυρος για να υποστηρίξει το παιδί στο απώτερο μέλλον. Φυσικά, δεν θα δίναμε ένα πολύ μικρό παιδί σε ένα ζεύγος που θα είχε την ηλικία παππούδων. Εν πάσει περιπτώσει, με τα θετά παιδιά των ηλικιωμένων ελλοχεύει το πρόβλημα των ταυτίσεων μαζί τους αφού τα σημαίνοντα και οι συνδηλώσεις των γονιών προχωρημένης ηλικίας αναφέρονται περισσότερο στον θάνατο παρά στην σεξουαλικότητα.

Εξέχουσα θέση κατέχουν οι θετοί παππούδες, καθώς διαμέσου της υποστήριξής τους στα διαβήματα των παιδιών τους για υιοθεσία-η συγκατάθεσή τους ωστόσο δεν είναι πάντα δοσμένη-είναι σαν να δίνουν την άδεια να εγγράφουν, και να επικυρώνουν το παιδί στην γενεαλογική αλυσίδα της οικογένειας. Άλλωστε, ασυνειδήτως οι υποψήφιοι ανάδοχοι τείνουν να συνδέουν την αιτία της στειρότητάς τους με τους γονείς τους. Moυ λένε συχνά «μα έχουμε το δικαίωμα να πάμε κόντρα σ’ αυτό που δεν μας έδωσε η φύση;» ή «έχουμε το δικαίωμα να πιέσουμε και να ανατρέψουμε την φύση; Η φύση θα μπορούσε να μας εκδικηθεί». Επικαλούμενοι την φύση είναι ένας άλλος τρόπος να μιλάνε για τους γονείς τους: Η στειρότητα μπορεί να βιώνεται σαν μια γονεϊκή απαγόρευση στη διαγενεαλογική μετάδοση και, στη φαντασία τους, κάθε ανυπακοή θα είχε σοβαρές κυρώσεις. Τότε μπορεί να γυρεύουν να μάθουν τι έφταιξε στην ιστορία τους: Ένα λάθος που κάποτε έκαναν, ή μια κατάρα η συνέπεια της οποίας εκφορτίστηκε στο σώμα τους.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν σπανίζουν και οι περιπτώσεις ομοφυλόφιλων ζευγαριών τα οποία, διαμέσου της υιοθεσίας γυρεύουν να ομαλοποιήσουν τη σχέση τους και να δημιουργήσουν μια οικογένεια με παιδιά στα οποία να κληροδοτήσουν την περιουσία τους πνευματική και υλική. Οι ομοφυλόφιλοι αλλού, σε άλλες χώρες, κατοχύρωσαν το δικαίωμά τους να παντρεύονται πολιτικά, και ως εκ τούτου να έχουν και παιδιά με διαφόρους τρόπους, πχ. με παρένθετες μητέρες. Η ομοφυλόφιλη συνθήκη αντιβαίνει την οικουμενικότερη, που θέλει το παιδί ως απότοκο προϊόν της γενεαλογίας ενός πατέρα και μιας μητέρας. Στην παγκοίνως αποδεκτή συνθήκη υπάρχει ένας πατέρας, μια μητέρα, και μια ιστορία που συνεχίζεται με την γέννηση του παιδιού τους. Ο αντίλογος βέβαια θα ήταν, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, πως στην πραγματικότητα είναι πρωτίστως η αγάπη που μεγαλώνει και διαπαιδαγωγεί τα παιδιά, και ότι ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι μπορεί να είναι εξίσου προικισμένο με μητρικά και πατρικά αισθήματα όπως και ένα ετερόφυλο. Ωστόσο η ομοφυλοφιλία είναι ένα παλινδρομικό φαινόμενο και αν ενέχονται κίνδυνοι για την εξέλιξη του παιδιού είναι κυρίως επειδή απορρίπτει το άλλο φύλο και αρνείται τη διάκριση των δύο και τον συμβολισμό τους, προάγοντας την φαντασία του ενός και μοναδικού φύλου. Πρόκειται για καθήλωση στην προιδιπόδεια φάση της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης, πριν την νοηματοδότηση της διαφοράς των φύλων. Εδώ ελαχιστοποιείται η οργανωτική αξία του πατρικού «αναστήματος». Ωστόσο η εμπειρία έδειξε ότι ακόμα και όταν λείπουν τα δομικά σημαίνοντα «μπαμπάς» και «μαμά» στη ζωή του παιδιού, η μητρική και η πατρική λειτουργία μπορεί να εισάγονται στο λόγο του καθώς είναι δυνατόν να διαμεσολαβούνται από αυτούς που διαδραματίζουν προεξάρχοντες ρόλους στη ζωή του. Αναφέρονται κλινικές περιπτώσεις παιδιών από ομοφυλόφιλα ζευγάρια τα οποία είχαν αναπτύξει οιδιπόδειο σύμπλεγμα και είχαν ετερόφυλες φαντασίες όπως οποιοδήποτε άλλο παιδί της ηλικίας τους.

Η προϊστορία του θετού παιδιού

Σε αυτήν περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων και το ιστορικό του ξεριζωμού του παιδιού από τους βιολογικούς γονείς του. Ο άνθρωπος χρειάζεται να γνωρίζει τους μύθους της ιστορίας του και την γενεαλογία του. Είναι παρούσα η ανάγκη του θετού παιδιού να γνωρίζει αν η μαμά που το γέννησε το ήθελε ή όχι, συχνά δε αυτό αναζητά τα ίχνη της για να ακούσει από την ίδια το αφήγημα της ιστορίας της. Γιατί το εγκατέλειψε; Ο Οιδίποδας, έφτασε μέχρι το μαντείο των Δελφών για να μάθει σχετικά. Αυτόν πάντως ο πατέρας του τον παράτησε κάπου στον Κιθαιρώνα όπου τον υιοθέτησε ένας βοσκός, επειδή σύμφωνα με τον χρησμό της Πυθίας, θα γινόταν κάποτε πατροκτόνος.

Στις πολύ καλές περιπτώσεις, η βιολογική μάνα μπορεί να παρατήσει οικειοθελώς το παιδί της σε ένα ίδρυμα επειδή είναι ανήλικη ή λόγω της αθλιότητας των συνθηκών που ζει, αλλά αυτή η εγκατάλειψη δε σημαίνει πάντα απόρριψη. Έτσι, μια εγκατάλειψη δεν είναι κατ’ ανάγκην συνυφασμένη με την μη επιθυμία του παιδιού, όταν αυτό αφήνεται συνειδητά από την μάνα του εντός μιας δομής, εντός ενός προστατευτικού πλαισίου όπου υποκαθίσται η γονεϊκή φροντίδα. Ο Lacan άλλωστε υποστήριζε πως όλα εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η υποδοχή του παιδιού από το υποκατάστατο περιβάλλον του. Η Dolto (στον Νazir 2001), μας εφιστά την προσοχή σημειώνοντας πως όταν οι ζωτικές βρεφικές ανάγκες ικανοποιούνται εντός ενός περιβάλλοντος όπου δεν υπάρχουν ανταλλαγές λεκτικές, μιμητικές ή κινητικές, η ενορμητικότητα του παιδιού γίνεται αυτιστική, φτάνει σε αδιέξοδο και βρίσκει, εν τέλει, έναν τερατολογικό συμβολισμό στο παραλήρημα.

Στην πραγματικότητα τα περισσότερα παιδιά δεν φτάνουν στο ίδρυμα με πρωτοβουλία των βιολογικών γονιών τους αλλά κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, λόγω κακοποίησης και παραμέλησης που προσιδιάζουν στην θεματική του ψυχικού τραύματος και δη του αρχαϊκού, του προλεκτικού. Στην μυθολογία, η Ήρα γεννά εξώγαμα τον Ήφαιστο, άσχημο ανάπηρο παιδί, που δεν το άντεξε, και το πέταξε στη θάλασσα. Ο Ήφαιστος σώθηκε, αλλά πάντα μισούσε τη μητέρα του. Ήταν βίαιος, και ο γάμος με την Αφροδίτη απέτυχε. Αυτή είναι η κλασσική περίπτωση πορείας του κακοποιημένου παιδιού, με προεξάρχουσα την διαγενεαλογία της βίας (αμυντικός μηχανισμός της ταύτισης με τον επιτιθέμενο).

Συχνά οι βιολογικοί γονείς υπόσχονται στα παιδιά τους που βρίσκονται στα κέντρα φιλοξενίας ότι πασχίζουν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους ώστε να πείσουν τον εισαγγελέα και να κερδίσουν ξανά την επιμέλειά τους. Πρόκειται για φρούδες ελπίδες, συνήθως ποτέ δεν το πράττουν τα υπεσχημένα, καθώς οι ίδιοι ασυνείδητα γνωρίζουν ότι μόνο ο Νόμος είναι σε θέση να τα προστατεύσει από την βία και την τοξικότητα της δικής τους ψυχοπαθολογίας. Εξαιτίας της, τα παιδιά τους μπορεί να πάσχουν από συναισθηματική αβιταμίνωση, από ανακλιτισμό (ανακλιτική κατάθλιψη), από παιδικό αυτοτραυματισμό, γενικότερα ιδρυματισμό και χρόνιο stress. Κάποια μπορεί να νοιώθουν ασύλληπτες αγωνίες (Spitz 1946), και κινδυνεύουν να αναπτύξουν απάθεια, σχιζοειδικά συμπτώματα, γενικότερα παθολογία του ναρκισσισμού (εσωτερικό άδειο/κενό, έλλειψη εμπιστοσύνης), που οδηγεί στην αμεσότητα του περάσματος στην πράξη και την διάπραξη, ειδικότερα κατά την εφηβεία (αντκοινωνικότητα). Πρόκειται για τα «απόνερα» της προϊστορίας τους για την οποία τα παιδιά αργά ή γρήγορα θα ενδιαφερθούν να μάθουν και εμείς οφείλουμε να τα αφήνουμε να μας μιλάνε γι αυτήν, να μας ρωτάνε και να τους απαντάμε, μολονότι οποιαδήποτε απάντηση κι αν τους δώσουμε αυτή δεν θα είναι παρά μερικώς ικανοποιητική γι αυτά, και θα νοιώθουν όπως το μικρό παιδί που κατά βάθος γνωρίζει ότι του απαντάμε με μισόλογα όταν μας ρωτάει για να καταλάβει πώς έρχονται τα μωρά στον κόσμο.

Eισήγηση στην ημερίδα της Εταιρείας Ανηλίκων Πειραιά με την θεματική «Η εξελικτική διαδρομή του παιδιού από τη Φιλοξενία στην Οικογένεια: Πρόληψη, παρέμβαση και αντιμετώπιση των ψυχικών παθογενειών του παιδιού»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α΄
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β΄
 
Βιβλιογραφία
Αrfouilloux J.C. (2002) “Abandon, abandonisme”. Dictionnaire de la Psychanalyse», sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Bollas C. (1999) Τhe mystery of things. Routledge, London.
Bursztein C. (2002) «Automutilation chez l’enfant». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Golse B. (2002) «Anaclitisme, Anaclitique ». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Ηλίου Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν (1956). τομ. 2, Αθήνα.
Kreisler L. (2002) «Hospitalisme». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Μπακιρτζόγλου Σ. (2003 έως σήμερα). Σημειώσεις ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής. Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Σεμιναρίων Ψυχανάλυσης «Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη». Αθήνα.
Nazir Hamad (2001), «L’Enfant adoptif et ses familles». L’Espace analytique, Paris.
Spitz R. (1945) Hospitalism. An inquiry into the genesis of psychiatric conditions in early childhood. Psychoanalytic study of the child, V1.
Winnicott D. (1971) Playing and reality. Tavistock, Lοndon