«To ιδρυματικό παιδί και η ανάδοχη οικογένεια: η προοπτική μιας εύθραυστης συνάντησης»

Η τριαδικότης της οικογένειας λειτουργεί όταν ο πατέρας είναι σε θέση να εκδηλώνει την επιθυμία του για την μητέρα του παιδιού του.
Η τριαδικότης της οικογένειας λειτουργεί όταν ο πατέρας είναι σε θέση να εκδηλώνει την επιθυμία του για την μητέρα του παιδιού του.

Από το Σάββα Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγο – Ψυχαναλυτή
Η οικουμενικότητα της υιοθεσίας

Μπορούμε να διακρίνουμε ανάμεσα στους βιολογικούς/πραγματικούς γονείς που γέννησαν τα παιδιά, στους συμβολικούς που τα υιοθετούν και στους γονείς της φαντασίας, αυτούς που το παιδί θα ήθελε να είχε.

Το παιδί είναι εκεί και, ακόμα και αν δεν το γνωρίζει, περιμένει μια μαμά και έναν μπαμπά. Ωστόσο φαίνεται ότι η ζωή του εντός του ζεύγους, η φυσική παρουσία του εν είδει δώρου για τους γονείς του, δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την επιβίωση: Έγκειται στους γονείς του αν θα το δεχτούν/υποδεχτούν ή όχι. Έτσι η υιοθεσία αφορά όλα τα παιδιά του κόσμου, όλα περνούν από αυτήν χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι γονείς, βιολογικοί ή θετοί, θα θελήσουν να τα υιοθετήσουν. Διαφέρει η επιθυμία για εγκυμοσύνη από την επιθυμία για ένα παιδί. Στην ιδεατή περίπτωση επενεργούν ταυτόχρονα αμφότερες οι ενορμήσεις. Στην πραγματικότητα όμως συχνά βλέπουμε μαμάδες που κάνουν παιδιά, και μάλιστα πολλά, και στη συνέχεια τα παρατάνε το ένα μετά το άλλο, άλλως ειπείν τα τίκτουν, αλλά δεν τα υιοθετούν. Εδώ είναι προφανές ότι πρόκειται περισσότερο για επιθυμία εγκυμοσύνης και πολύ λιγότερο για επιθυμία υιοθεσίας, δηλαδή επιθυμία μεγαλώματος του παιδιού. Στην παιδόπολη φιλοξενούμε κατά καιρούς τα παιδιά μιας τσιγκάνας γυναίκας παντρεμένης που τα γεννά το ένα πίσω από το άλλο: σήμερα πρέπει να βρίσκεται στο 12ο ή 13ο. Είναι προφανής η επιτακτική επιθυμία της να έχει την κοιλιά της φουσκωμένη ει δυνατόν συνεχώς και αδιαλείπτως. Είναι δε εντυπωσιακή η εξαιρετική βιολογική ετοιμότητα τέτοιων γυναικών στο να μένουν έγκυες, είναι σαν να πιάνουν τα παιδιά στον αέρα, ή να «κλέβουν» τα παιδιά της μαμάς τους, όπως θα έλεγε η Κlein, ένδειξη του βαθμού κατά τον οποίο επηρεάζεται η γονιμότητα, από ψυχογενείς παραμέτρους, και δη από την επιθυμία. Πολλές φορές μάλιστα οι γυναίκες αυτής της κατηγορίας καταφέρνουν να μένουν έγκυες ακόμα και όταν λαμβάνουν αντισυλληπτικά μέτρα. Βλέπω εδώ και μερικά χρόνια σε ψυχοθεραπεία μια νέα γυναίκα επιχειρηματία και μαμά, που έμεινε εξώγαμα έγκυος και έκανε ένα κοριτσάκι, σήμερα 3,5 περίπου ετών. Στον ενεστώτα χρόνο ζει ως μονογονεική μαμά-ο πατέρας έφυγε- και το κοριτσάκι φαίνεται να μεγαλώνει περισσότερο με την φροντίδα νταντάδων, παρά με τη δική της, συνθήκη που φαίνεται να έχει συνέπειες: Το κοριτσάκι είναι ευάλωτο στις ιώσεις, αρρωσταίνει πέραν του δέοντος, υποφέρει από αϋπνίες κλπ. Η μαμά του μετέδωσε ότι αν ήθελε διακαώς να μείνει έγκυος ήταν για να βεβαιωθεί ότι μπορεί να είναι γόνιμη, επειδή η δική της μαμά της επαναλάμβανε ότι δεν θα κατάφερνε να κάνει παιδί. Πριν από μερικούς μήνες, αποκαμωμένη από τις ευθύνες για το παιδί και έμπλεη άγχους, μου είπε πως αν ήξερε ότι ένα παιδί είναι τόσο απαιτητικό και δύσκολο να το μεγαλώνει, δεν θα το είχε κάνει. Ιδού η αμφιθυμία της μαμάς, ενώ οι ψυχοσωματικές αναταράξεις της κορούλας της είναι ενδεικτικές πως μάλλον βρίσκεται εντός μιας αβέβαιης μητρικής αγκαλιάς, αναποφάσιστης και αμφιταλαντευόμενης ως προς το αν θα υιοθετήσει την μικρή ή όχι. Μεταβιβαστικά φαίνεται πως η ασθενής γυρεύει τα ίχνη του δικού της πατέρα, καθώς είναι ως εάν να επιθυμεί να την υιοθετήσω μαζί με την κόρη της. Τω όντι η γυναίκα αυτή έχει μια ασαφή ιδέα για το ποιος ακριβώς είναι ο πατέρας της, επειδή η μαμά της έκανε πέντε παιδιά με πολλούς άντρες.

Οι συμβολικοί γονείς και το θετό παιδί τους

Συχνά οι υποψήφιοι ανάδοχοι διεκδικούν με σφοδρότητα από την κοινωνική υπηρεσία ένα παιδί, αισθανόμενοι ότι άδικα τους έχει στερηθεί, οπότε θέτουν την υιοθεσία ως ένα αναφαίρετο δικαίωμά τους. Στην πραγματικότητα γυρεύουν να επανορθώσουν το πλήγμα της έλλειψης (ευνουχισμός), απευθύνοντας το αίτημά τους σε κάποιον που θεωρούν ότι κατέχει τόσο τη δύναμη όσο και την εξουσία ώστε να πει το ναι. Φαντάζομαι ότι κάποιοι μπορεί να φτάνουν ακόμα και μέχρι τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ζητώντας του την προσωπική του διαμεσολάβηση, διάβημα που παραδόξως παραπέμπει στην ελπίδα του μικρού κοριτσιού όταν, κατά τη δεύτερη φάση της ψυχοσεξουαλικής του εξέλιξης, στρέφεται προς τον πατέρα καθώς ανακαλύπτει ότι αδίκως η φύση δεν το προίκισε αφού το στέρησε από την κατοχή ενός πέους. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα αναπαριστούσε το παντοδύναμο αντικείμενο, έσχατη καταφυγή των ανθρώπων όταν αυτοί εξακολουθούν να ζουν την στειρότητα ως την ύστατη αδικία.

Το θετό παιδί δε θα γίνει ποτέ σαρξ εκ της σαρκός των θετών γονιών, αλλά το παιδί της επιθυμίας τους για αυτό. Αυτό που καθορίζει την έκβαση των πραγμάτων είναι περισσότερο η ασυνείδητη επιθυμία του ενός για τον άλλο και η επιθυμία ενός εκάστου για το παιδί, παρά η απόπειρα μιας γυναίκας να ευχαριστήσει τον άντρα της ή εκείνος τη γυναίκα του επειδή τύπτονται και νοιώθουν ότι ο καθένας έχει ως χρέος απέναντι στον άλλο να του προσφέρει ένα παιδί στο όνομα του βιολογικού που δεν μπορούν να κάνουν. Όταν οι ανάδοχοι γονείς καταφέρνουν να φτάσουν ως το τέλος του διαβήματός τους που είναι η υιοθεσία, είναι επειδή θέλουν να επιτελέσουν την γονική λειτουργία, δηλαδή να συμπληρώσουν τη ζωή τους με έναν τρίτο ο οποίος μπορεί έτσι να ωφεληθεί από το συναισθηματικό τους δυναμικό και από την εμπειρία που απέκτησαν στη ζωή τους. Στην πραγματικότητα, αυτό που προτείνουν είναι μια συμβολική μετάδοση στο θετό παιδί, μια μεταβίβαση πχ. του Νόμου, η οποία είναι μιας άλλης τάξεως από την βιολογική γενεαλογία. Δέστε ας πούμε την περίπτωση χιλιάδων παιδιών του τρίτου κόσμου, παρατημένων κυριολεκτικά στον εαυτόν τους, εκτός νόμου με όλες τις έννοιες της λέξης.

Σε κάποιες περιπτώσεις, παιδί και γονείς μπορεί να καταλήγουν να μοιάζουν ακόμα και στην εξωτερική εμφάνιση, ένα είδος ταύτισης των παιδιών με τους γονείς εν είδει ανταπόκρισης των μικρών στην υποδοχή που οι ανάδοχοι τους επιφύλαξαν.

Για να λειτουργεί το οιδιπόδειο ψυχοσύμπλεγμα εν είδει τριαδικοποιημένης κανονιστικής λειτουργίας, τόσο στο βιολογικό παιδί όσο και στο υιοθετημένο, δεν είναι απαραίτητο η μητέρα επί του πραγματικού να συντροφεύεται, αρκεί μόνο να φέρει εντός της την επιθυμία για τον άλλο, να την μεταφέρει με κάποιο τρόπο σε κάποιον τρίτο πέρα έξω από το παιδί, και να την ικανοποιεί μαζί του έστω και φαντασιακά, αδιάφορο αν αυτός ο τρίτος- πατέρας είναι παρών ή απών. Βασική προϋπόθεση λοιπόν, είναι η μητέρα να αναγνωρίζει το έλλειμμα της (παραδοχή του ευνουχισμού της), έτσι ώστε, στη σχέση με το παιδί της να αναφέρεται συμβολικά στον «πατέρα», στον τρίτο, αντικείμενο επιθυμητό, ως υποσχόμενο να της καλύψει την έλλειψη. Παρομοίως, η τριαδικότης της οικογένειας λειτουργεί όταν ο πατέρας είναι σε θέση να εκδηλώνει την επιθυμία του για την γυναίκα που είναι η μητέρα του παιδιού του.

Σκεφτείτε τώρα την περίπτωση μιας υποψήφιας αναδόχου η οποία δε γνώρισε ποτέ έναν άντρα, ούτε οραματίστηκε να ζει με κάποιον. Η έκβαση του αιτήματός της για αναδοχή θα ήταν μάλλον ανεπιτυχής, και θα αποτελούσε περισσότερο μια επανάληψη των ανύπαρκτων/αποτυχημένων σχέσεων στη ζωή της. Θέλει ένα παιδί αλλά όχι έναν άνδρα, ένδειξη, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάποιου μίσους για το ετερόφυλο αντικείμενο. Συνήθως πρόκειται για γυναίκες με άλυτες/εκκρεμείς οιδιπόδειες συγκρούσεις, και καθηλωμένες σε εξαρτητικές σχέσεις με τα παιδικά αντικείμενα αγάπης, πρωτίστως τους γονείς. Στην εξαιρετική βελγική ταινία των αδελφών Dardenne («Το παιδί με το ποδήλατο»), μια γυναίκα μόνη, η Σαμάνθα, παίρνει σε αναδοχή τον Cyril, ένα ιδρυματικό αγοράκι στην αρχόμενη εφηβεία που γυρεύει απεγνωσμένα την ελάχιστη έστω αποδοχή από τον βιολογικό πατέρα του. Παρά τις εξαιρετικά καλές προθέσεις της και την θετική ανταπόκριση του παιδιού προς αυτήν την ίδια, οι αναταράξεις μεταξύ τους δεν άργησαν να φανούν απόρροια των σοβαρών συμπεριφορικών προβλημάτων του Cyril. Η ελκυστική ανάδοχος βγαίνει με κάποιον άντρα και συχνά τα Σαββατοκύριακα τον φιλοξενεί στο σπίτι της μαζί με το αγόρι. Ωστόσο τα σοβαρά ξεσπάσματά του μικρού, οι επαναλαμβανόμενες φυγές και η παραπτωματικότητά του αρχίζουν προοδευτικά να διαβρώνουν τη σχέση του ζεύγους, όπως συχνά άλλωστε συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Σε μια έκρυθμη στιγμή έντασης ανάμεσα στους τρείς, ο άνδρας δηλώνει ότι δεν αντέχει άλλο οπότε ρωτάει ευθέως την ερωμένη του να απαντήσει με ποιόν θα επιλέξει να συνεχίσει: Με αυτόν τον ίδιο ή με το παιδί; Η επιλογή της Σαμάνθας είναι απροκάλυπτα υπέρ του παιδιού. Ο σύντροφός της είναι σαν να την ρωτούσε «θέλεις να κάνεις ένα παιδί μαζί μου ή να μείνεις με το θετό»; Η Σαμάνθα κινείται σαφώς προς τον τρίτο, στον άντρα, η επιθυμία της γι αυτόν παραμένει ζωντανή. Τι είναι αυτό που την κάνει να παλινδρομεί και να επιλέγει το έτοιμο παιδί αντί να κάνει το δικό της μέσα από τα ίδια της τα της σπλάχνα; Τι την κάνει, ως γυναίκα να προτιμά την συνάντηση με ένα παιδί από την συνάντηση με έναν άντρα;

Έχω την περίπτωση μιας μονογονεικής γυναίκας που πήρε με απόλυτη επιτυχία σε αναδοχή ένα αγόρι στην αρχόμενη εφηβεία του, μετά από τριετή σύνδεση μαζί του ως εθελόντρια. Από την πολύ αρχή της αναδοχής του παιδιού αναζήτησε άντρα ψυχοθεραπευτή για το παιδί, θεωρώντας ότι μόνη της δεν θα τα έβγαζε πέρα. Εγκατέστησε κατ’ αυτόν τον τρόπο ενστικτωδώς την οιδιπόδεια αρχιτεκτονική στη σχέση της με το αγόρι, μολονότι επί του πραγματικού δεν συντροφεύεται. Αντίθετα, γνωρίζω ζεύγη φαινομενολογικά άρτια στα οποία όμως η παρουσία του/της συζύγου είναι μάλλον εικονική παρά σημαίνουσα. Έχω δει γυναίκες υποψήφιες ανάδοχες εξωτερικά «αυτάρκεις», που δείχνουν να πέρασαν την περισσότερη ζωή τους με την απουσία μιας έστω και έμμεσης αναφοράς σε κάποιον άλλο, στο ετερόφυλο ή και το ομόφυλο αντικείμενο.

Γίνεται έτσι κατανοητό πως η έννοια της μονογονεικότητας δεν καθορίζεται κατ’ ανάγκην από την πραγματικότητα της φυσικής απουσίας του άλλου γονιού. Πολύ περισσότερο, αφορά στην ψυχολογική συνθήκη όπου κάποιος αποκλείει και αφήνει απ’ εξω τον άλλο από το ψυχικό σενάριο απόκτησης ενός παιδιού στα πλαίσια μιας φαντασίας αυτογονιμοποίησης, όπως στον αρχαϊκό πλατωνικό μύθο, συνθήκη που παραπέμπει στη γέννηση του παιδιού πέραν της σεξουαλικής ένωσης δύο ανθρώπων, εκεί όπου δουλεύει η παντοδυναμία της αυτοερωτικής φαντασίωσης. Ο Gepetto, πατέρας του Pinocchio, ήταν μόνος και βαριόταν στο ξυλουργικό του εργαστήριο. Παρενθετικά, είναι γνωστό πως όταν οι άνθρωποι πλήττουν κάνουν παιδιά. Ο Gepetto λοιπόν, ήθελε πολύ να μοιραστεί τη ζωή του με κάποιον, να σπάσει τη μοναξιά του και να ζωντανέψει λιγάκι το εργαστήριό του. Έφτιαξε τότε μια μαριονέττα, τον Pinocchio, ονειρευόμενος να τον δει μια μέρα να γίνεται παιδί, επιθυμία που του ικανοποίησε η μαγική baguetta μιας νεράιδας. Οι δυό τους, ο Guepetto και Pinoccio, ζούσαν σαν πατέρας και γιός μόνο που, όπως φαινόταν, δεν τους έλλειπε ούτε η γυναίκα ούτε η μάνα. Ο πατέρας ονειρευόταν ένα παιδί, αλλά όχι μια γυναίκα, ή εν πάση περιπτώσει, έκανε μόνος το αγόρι. Ήθελε να είναι πατέρας αλλά δεν ήθελε να κάνει μια γυναίκα μητέρα του παιδιού του. Ωστόσο το αγόρι ήταν διαβολεμένα ανώριμο, άτακτο και απείθαρχο και είχε τραγικό τέλος, άλλως ειπείν η μαγική baguetta της νεράιδας απέτυχε, όπως αποτυγχάνει παταγωδώς-και αυτό το έχουμε δει στην πράξη-η κάθε μαγική φαντασία αυτογονιμοποίησης, καθώς είναι υπερβατική ως προς τη λειτουργία μιας οικουμενικής νομοτέλειας που ορίζει το παιδί να προκύπτει μέσα από την αμοιβαία επιθυμία ενός άνδρα με μια γυναίκα . Σχετικά με τον αρχαίο μύθο και την έννοια της ύβρεως, ο Πλάτων στο «Συμπόσιο» μας λέει ότι στην αρχή, τρία ήσαν τα γένη των ανθρώπων, το αρσενικό το θηλυκό και το ανδρόγυνο-το επονομαζόμενο «λοιπόν»– καμωμένο και από τα δύο μαζί, το οποίο σήμερα δεν υπάρχει. Αυτά τα ανδρόγυνα όντα, αναπαράγονταν με αυτογονιμοποίηση και, ως πλήρως αυτόνομα, ήταν αλαζονικά, επηρμένα και υβριστικά προς τους θεούς. Ο Δίας τότε μηχανεύτηκε τον τρόπο να τα αποδυναμώσει ακρωτηριάζοντάς τα, κόβοντας το καθένα στα δύο: Διχοτόμησε τότε την ανθρώπινη φύση δημιουργώντας τα δύο μισά. Έκτοτε το πεπρωμένο του ευνουχισμένου ανθρώπου είναι να αναζητάει ο καθένας μόνος του αυτόν που του λείπει, το κάθε μισό να γυρεύει το άλλο του μισό, για να ξαναβρεί τη χαμένη ολοκλήρωση και πληρότητά του.

Eισήγηση στην ημερίδα της Εταιρείας Ανηλίκων Πειραιά με την θεματική «Η εξελικτική διαδρομή του παιδιού από τη Φιλοξενία στην Οικογένεια: Πρόληψη, παρέμβαση και αντιμετώπιση των ψυχικών παθογενειών του παιδιού»
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’  
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Γ’
Βιβλιογραφία
Αrfouilloux J.C. (2002) “Abandon, abandonisme”. Dictionnaire de la Psychanalyse», sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Bollas C. (1999) Τhe mystery of things. Routledge, London.
Bursztein C. (2002) «Automutilation chez l’enfant». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Golse B. (2002) «Anaclitisme, Anaclitique ». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Ηλίου Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν (1956). τομ. 2, Αθήνα.
Kreisler L. (2002) «Hospitalisme». Dictionnaire de la Psychanalyse, sous la direction de De Mijola A., Calmann-Levy.
Μπακιρτζόγλου Σ. (2003 έως σήμερα). Σημειώσεις ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής. Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Σεμιναρίων Ψυχανάλυσης «Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη». Αθήνα.
Nazir Hamad (2001), «L’Enfant adoptif et ses familles». L’Espace analytique, Paris.
Spitz R. (1945) Hospitalism. An inquiry into the genesis of psychiatric conditions in early childhood. Psychoanalytic study of the child, V1.
Winnicott D. (1971) Playing and reality. Tavistock, Lοndon.