Αφιερωμένο στην Πωλλέτα Ψυχογιοπούλου
Πήγα να την επισκεφτώ στην ξένη πόλη. Οικειοθελώς είχε μετακομίσει. Κανείς δεν την εξανάγκασε, κανένας δεν της υποσχέθηκε ψήγματα ευτυχίας εκεί. Αλλά αυτό είναι άσχετο με τα παράξενα, μην πω μαγικά, που είδα εγώ.
Ο κόκορας σε χρώμα λιωμένου χαλκού, με τα ανοιχτοπράσινα και κάποια επιμελώς κρυμμένα γαλάζια φτερά την είχε ακολουθήσει, ουδείς γνωρίζει, ούτε κι ο ίδιος ο θεός φαντάζομαι (πού να’ βρει χρόνο ο θεός ν’ ασχοληθεί με καταδικασμένα πλάσματα που ενώ τους δόθηκαν φτερά, δεν μπορούνε να πετάξουν παρά μόνο μέχρι είκοσι εκατοστά πάνω απ’ τη γη;) πώς επιβίωσε στη διαδρομή, ούτε πώς γλίτωσε από κρασάτες ή ψητές πιθανότητες. Μειλίχιος και συγκαταβατικός , είχε βρει κι αυτός μια «κώχη» μικρή για να ζήσει στην ξένη πόλη. Αναβοούσε το ξημέρωμα, με κοφτές χαρούμενες κραυγές (κάποτε έμοιαζαν με οιμωγές) μόνο μετά τον ψυχρό ρυθμικό ήχο του κινητού της. Είχε έναν κρυφό φόβο μήπως κάτι δεν λειτουργήσει σωστά στη συναλλαγή της με τα πράγματα. Φθονούσε κρυφά το μαξιλάρι της και φοβόταν μήπως κάποια νύχτα την καταπιεί, γιατί ήξερε καλά, ότι τα μαξιλάρια πολλές νύχτες αναπολούν τις εποχές που ήτανε καράβια ιστιοφόρα κι η κεντημένη μαξιλαροθήκη τους μεσίστιο πανί. Άλλες φορές ανησυχούσε μήπως εκείνη δεν καταφέρει ν’ ανοίξει το επίμονα μαγκωμένο παντζούρι της, που κάποτε είχε πουλήσει την ξύλινη ψυχή του στη νύχτα. Κι έτσι κάθε χάραμα έγδερνε λιγωτικά τον ουρανίσκο του για να της διαλαλήσει με προσεχτικά διαλεγμένες κοκορίσιες λέξεις, ότι δεν είναι μόνη της, ότι κι αυτή τη χαραυγή είναι κοντά της.
Έπειτα ανακάλυψα ότι της είχε κουβαληθεί και μια λεμονιά. Δεν έκανα τον κόπο ν’ αναρωτηθώ πώς τα κατάφερε να ταξιδέψει χωρίς να ξεραθούν τα φύλλα της, δίχως οι ρίζες της να αφυδατωθούν και τα λεμόνια της να γίνουν γιγαντιαία κίτρινα ψίχουλα ενός «κοντορεβυθούλη» των δέντρων, αφήνοντας στη διαδρομή τα μαραγκιασμένα ίχνη τους. Αυτά τα ερωτήματα, καλό είναι να μένουν αναπάντητα.
Αγέρωχη, στητή, κοκέτα, είχε στήσει ρίζες και κορμό, ύψωσε κίτρινες σημαίες, πρόβαλε κίτρινες καρδιές και κίτρινα πνευμόνια δηλώνοντας κατηγορηματικά την αφοσίωσή της στη μοναχική γυναίκα. Λίγο αργότερα κατάλαβα ότι η λεμονιά δεν ήταν και τόσο ανιδιοτελής – οι λεμονιές θέλουν πάντα κάποιον να τις υπερασπίζεται- αλλά αυτό δεν εμπόδιζε καθόλου την κίτρινη καλλονή ν’ αγαπά με πάθος τη γυναίκα.
Μα εκείνο που θα μείνει για πάντα ανερμήνευτο και θα χαμογελά σιβυλλικά στον ευαίσθητο κόκορα, στην επιβλητική λεμονιά μα κυρίως στα δικά μου σαστισμένα μάτια, είναι το κέντημα. Πώς δεν κοπήκαν οι κλωστές, πώς διασταυρώθηκαν με ακρίβεια οι βελονιές πώς έπεισε εκείνους τους δυο κύκνους ν’ αφήσουν τα μεγαλεπήβολα σχέδια αποδημίας και να ακολουθήσουν το κοριτσάκι που κάποτε υπήρξε, αθάνατη αθωότητα χρωματιστή, δεμένη βελονιά τη βελονιά σε μια κορνίζα-κέντημα –εικονοστάσι;
Όλα αυτά μας επηρέασαν όσο να’ ναι κι έτσι όταν ο ποιητής απήγγειλε από στήθους το αφιερωμένο στον πατέρα του ποίημα, για το «κενό» μιλούσε του οποίου η εξουσία δεν επιδέχεται κανέναν αντίλογο σε τούτο τον πλανήτη, κλάψαμε κι οι δύο με την ψυχή μας. Έπειτα έπρεπε να φωτογραφίσω, να αποτυπώσω ψευδαισθήσεις και περιγράμματα κι έτσι κινήθηκα στο χώρο κρύβοντας τη συστολή με ζωηρά δυναμικά χαμόγελα κι ένα αναιδώς δαντελίζων γιακαδάκι που ανέμιζε αμέριμνο, προκαλώντας έντονες αντιπάθειες.
Πέσαμε για ύπνο κρατώντας η καθεμιά από ένα ισομερές της λύπης και χαράς τριμμένο πανάκι στο χέρι. Τα καθαρά γέλια που είχαν προηγηθεί δρόσιζαν κάπως την αφόρητα ζεστή κάμαρα, τη δική της «κώχη» στην ξένη πόλη. Το κοριτσάκι φυσικά μας παρακολουθούσε χαμογελαστό όλη τη νύχτα, αφού η παιδότητα (για να κάνει ρίμα με την αθωότητα μου είπε κάποτε ένα άλλος αγαπημένος ποιητής) δε νυστάζει, ούτε κοιμάται ποτέ. Οι κύκνοι σφιχταγκαλιασμένοι το είχαν ρίξει στην αφήγηση για θάλασσες εκτυφλωτικού μπλε και για νησιά που είναι πια χαμένα μπλέκοντας τρυφερά τις κλωστές τους.
Το πρωί, μας καλημέρισε ο κόκορας κι η λεμονιά με ένα λικνιστικό χάδι στον άνεμο μας υπενθύμισε ότι μπορεί να είναι μαγική, αλλά χρειάζεται κι αυτή που και που λίγο πότισμα.
————————————
* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές την προηγούμενη χρονιά. Την έντυπη συλλογή «γράμμα σε γενέθλια πόλη»/ εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚοΝ και την ηλεκτρονική συλλογή «Περί άνοιξης και άλλων εμμονών»/ Σειρά «εν καινώ» από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata.






















