στη χώρα μου, λένε ότι το Τσερνόμπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει

TCHERNOBYL

Για τα δέντρα του Τσερνόμπιλ.
Για τα νερά του ποταμού Πρίπιατ.
Για μια μητέρα.
Για έναν γιο.
Για έναν εργάτη, μια μηχανικό, έναν υπάλληλο, μια καθαρίστρια.
Για την άνοιξη του 1986.
Για ένα νέο ζευγάρι που, τη δεκαετία του ’70, βλέπει τον πυρηνικό σταθμό να ξεπροβάλλει στη μέση του κάμπου.
Για μια εκκένωση˙ για 50.000 ανθρώπους που, μέσα σε λίγες ώρες, εγκαταλείπουν την πόλη και, από τη μια μέρα στην άλλη, γίνονται « επιβάτες ».
Για ένα σχολείο στα όρια της Απαγορευμένης Ζώνης.
Για τον κινηματογράφο « Προμηθέα ».
Για μια ραπτομηχανή.
Για μια φωτιά ― μια μπλε λάμψη, μια πυρκαγιά χωρίς φλόγες που κανένας άνθρωπος δεν είχε ξαναδεί.
Για μια Πρωτομαγιά.
Για τις εργατικές πολυκατοικίες της οδού Ηρώων, της οδού Κύροβα, της οδού Ουκρανίας.
Για έναν γάμο.
Για έναν αντιδραστήρα που τον έλεγαν « Ατόμκα » ― « μικρό άτομο ».
Για ένα δάσος που άλλαξε χρώμα μέσα σε μια νύχτα.
Για τη Νάντια, που αποφάσισε να παραμείνει στη γη των προγόνων της παρά την εντολή εκκένωσης, παρά τη ραδιενέργεια.
Για τη Μαρία Σαφκούτα, την Άννα Αλεϊνίκοβα, τον Γιούρι Μακάροφ.
Για τους νεοσύλλεκτους που έτρεχαν στην οροφή του τρίτου αντιδραστήρα.
Για μια πόλη, στα σύνορα της Ουκρανίας με τη Λευκορωσία, που, μέσα σε μια μέρα, έχασε τους κατοίκους της˙ για τη Σοβιετική Ένωση, που δεν υπάρχει πια˙ για τη ραδιενέργεια, που βρίσκεται παντού και δε φαίνεται πουθενά.

*

14 αφηγήσεις για το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ και την εκκένωση της πόλης του Πρίπιατ, στο βόρειο μέρος της Ουκρανίας, τον Απρίλιο του 1986, πριν ακριβώς 30 χρόνια.

14 αφηγήσεις που προσπαθούν να προσεγγίσουν μέσα από καθημερινές πράξεις, μέσα από αναμνήσεις και αντικείμενα, μια τραγωδία του καιρού μας.

14 αφηγήσεις γραμμένες για το θέατρο ˙παρότι δεν υπάρχουν εδώ ρόλοι και οι ηθοποιοί δεν υποδύονται πρόσωπα, το κάθε κείμενο αποζητά την παρουσία του κοινού : οι αφηγήσεις απευθύνονται κάθε φορά σ’ έναν ακροατή / θεατή.

14 αφηγήσεις που αναζητούν τη συλλογική μνήμη και τα ίχνη ενός από τα πιο σημαδιακά γεγονότα της δεκαετίας του ‘80.

*

Δεν πρόκειται για « θέατρο ντοκουμέντο » (κάθε αφήγηση είναι μια μυθοπλασία που εμπεριέχει και συμπυκνώνει ωστόσο δεκάδες πραγματικές μαρτυρίες) όσο για « θέατρο φωνών » (ή, με πιο ακαδημαϊκούς όρους, για ένα είδος « μετά-δραματικού χορού »).

*Προηγούμενες ― και πολύ διαφορετικές ― εκδοχές του έργου που ολοκληρώνεται σήμερα έχουν παρουσιαστεί το 2009 στη Γερμανική Σχολή Αθηνών από μια ομάδα ερασιτεχνών ηθοποιών (Το Κόκκινο Δάσος), και, το 2010, στις « Αναγνώσεις » του Εθνικού Θεάτρου (Παραμύθι της κίτρινης χώρας) ― και τις δύο φορές σε κείμενο του Δημήτρη Αλεξάκη και σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπάνου.*

Οι ηθοποιοί είναι 4, και οι θεατές 30 ― όσα ακριβώς είναι τα χρόνια που πέρασαν. Η έκρηξη του τέταρτου αντιδραστήρα συνέβη στη 1 και 23, Παρασκευή προς Σάββατο, τη νύχτα της 26ης Απριλίου του 1986 ˙ η πόλη του Πρίπιατ, που αριθμούσε 50.000 κατοίκους, παραμένει από τότε έρημη.Διάρκεια Παράστασης: 80 λεπτά

κείμενο : Δημήτρης Αλεξάκης
σκηνοθεσία : Φωτεινή Μπάνου
σκηνογραφία : Ευαγγελία Θεριανού
φωτισμοί : Γιώργος Ζαφειρίου
ηθοποιοί : Χρήστος Καπενής, Ιζαμπέλλα-Λουΐζα Κυριαζή, Φωτεινή Μπάνου, Παρασκευή Πατελάκη
στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων, κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 21:00, από τις 21 Μαΐου 2016
εισιτήρια : 10 € φοιτ., + 65 ετών : 8 € | ανεργίας, ΣΕΗ : 5 € | κρατήσεις απαραίτητες

ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΤΗΛΕΟΡΑΣΕΩΝ
Κύπρου 91Α & Σικίνου 35Α
Κυψέλη
213 00 40 496
69 45 34 84 45
info@polychorosket.gr

https://www.facebook.com/kentron.el
https://www.flickr.com/photos/79921428@N03/sets
https://twitter.com/TVControlCenter

ΠΡΟΣΒΑΣΗ

με αυτοκίνητο: εύκολο παρκάρισμα | με λεωφορείο (στάση Καλλιφρονά): 054, 608, 622, Α8, Β8 | με τρόλεϊ (στάση Καλλιφρονά): 3, 5, 11, 13, 14 | (στάση Πλατεία Κυψέλης): 2, 4 | με ΗΣΑΠ: Άγιος Νικόλαος (12 λεπτά με τα πόδια)

———————————–

Αποσπάσματα

« Στέλνατε φως σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση.

Όπως όλοι, εγκαταλείψατε το Πρίπιατ τον Απρίλιο του 86, άτακτα, κάποιες μέρες μετά την έκρηξη.

Τα παιδιά ήρθανε μετά, αφού είχατε ξαναφτιάξει τη ζωή σας αλλού.

Ποτέ δε τους μιλήσατε για την πόλη, για το ατύχημα, για την εκκένωση.

Δε θέλατε η λέξη Τσερνόμπιλ να μπαίνει στο σπίτι. »

*

« Έκλεισαν το σχολείο, σφράγισαν τα πηγάδια, βγάλανε μια ανακοίνωση για τα ζώα και τις αποζημιώσεις. Έπρεπε να αφήσετε πίσω όλα τα κατοικίδια. Εσύ, δεν μπορούσες να κοιμηθείς. Για πέντε μέρες και πέντε νύχτες δεν έκλεισες μάτι. Το τελευταίο βράδυ, ανηφορίσατε προς το νεκροταφείο. Πήρατε μαζί σας αυγά, ψωμί, βότκα και περάσατε το τελευταίο βράδυ μαζί με τους νεκρούς ― το άλλο κομμάτι του χωριού. Ήταν μια όμορφη νύχτα. Αύγουστος, κάποιους μήνες μετά από την έκρηξη. Κάποιοι τραγουδούσαν σιγανά, άλλοι περνούσαν από τάφο σε τάφο κι έπιναν ένα ποτήρι με κάθε οικογένεια. Κανείς δε μέθυσε όμως. Τουλάχιστον έτσι τα θυμάσαι. »

*

« Μπορεί να είναι κι αυτό μια αγάπη ― ένα είδος αγάπης: να βγάλεις με τα ίδια σου τα χέρια κομμάτια από το στόμα του άντρα σου, κομμάτια από το ίδιο του το κορμί, γιατί διαφορετικά θα πνιγεί.

Όταν βγήκες στον ήλιο, μετά, στην είσοδο του νοσοκομείου, κρατούσες μια τσάντα κι ένα βιβλιάριο ― ήταν μέσα Μαΐου.

Στα γραφεία όπου πήγαινες δεν ήθελαν ― οι περισσότεροι ― ν΄ ακούσουν για το ατύχημα: « Πέθανε από φυσική αιτία », ή: « Είναι κληρονομικό ».

Tο χωριό και τα χωράφια σας, σα να είχαν σβηστεί από τον χάρτη.

Περίμενες να πεθάνει, δεν άργησε, το τέλος ήρθε γρήγορα — σε 14 μέρες είχε φύγει κι εσύ έπρεπε να ζήσεις.

Ήξερες να μαζεύεις το στάρι, ν΄ αρμέγεις, να φροντίζεις το κοτέτσι, να βοηθάς τη γελάδα να γεννάει, να γυρίζεις το μαλλί γύρω γύρω από το αρνί για να του το βγάλεις χωρίς να σκιστεί, ή να το ξυρίζεις, μα όλα αυτά ήταν εντελώς άχρηστα στην πόλη.

Δεν ήξερες να ζητάς δουλειά.

Δεν ήταν κάτι που ζητάγατε.

Όχι πολλή βροχή, όχι πολύ χιόνι, η άνοιξη να έρθει γρήγορα, να μη σου σαπίσουν τα μήλα, να μην ξεψυχήσει η γελάδα που γέννησε.

Αλλά δουλειά…

Δουλειά είχατε από το χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου! »

*

« Τρέχεις στην οροφή του τρίτου αντιδραστήρα.

Κλέβεις μια βότκα από την σκηνή των αξιωματικών.

Αδειάζεις ένα σπίτι που εγκαταλείφθηκε πριν από μερικές μέρες. Στοιβάζεις σ’ ένα αγροτικό, πιασμένα με σκοινιά, τη ραδιενεργή τηλεόραση, τη ραδιενεργή φλοκάτη κι ένα ωραίο, ξύλινο μπαούλο, στολισμένο με λουλούδια.

Τρέχεις στη σκόνη των αγρών.

Σε στέλνουν σ’ ένα αγρόκτημα να καθαρίσεις τα ζώα. Κρατάς ένα όπλο και πλησιάζεις, βήμα βήμα, το κοτέτσι.

Δέρνεις ένα νεοσύλλεκτο μέχρι τα αίματα με τη δερμάτινή σου ζώνη ˙ τον αφήνεις αιμόφυρτο, έξω από το στρατώνα, στο χιόνι.

Αρνείσαι να ανέβεις τη σκάλα του αντιδραστήρα μέχρι την οροφή, σταματάς στη μέση.

Φτάνεις στην οροφή, αρχίζεις ξαφνικά να τρέμεις ― τα κάνεις πάνω σου.

Φυλάς σκοπιά στα όρια της Ζώνης, πίσω από το συρματόπλεγμα. Μια γυναίκα σού πιάνει το χέρι και σε ικετεύει να την αφήσεις να περάσει. Ανοίγεις τα μάτια, ξυπνάς ― όταν σε ξαναπαίρνει ο ύπνος, εκατοντάδες γυναίκες έχουν μαζευτεί γύρω σου. Σου φιλάνε τα χέρια, σου δείχνουν το λαρδί, τα αυγά, το γάλα, τα βατόμουρα που έφεραν. Ζητάνε να επιστρέψουν στο χωριό, να ρίξουν μια ματιά, να δουν εάν το σπίτι τους στέκεται ακόμη όρθιο, εάν τα πράγματα είναι στη θέση τους ― μα τίποτε δεν είναι στη θέση του εκεί: « ούτε τα δέντρα, εξηγείς, ούτε ο ουρανός ».

Tυλίγεις τρία λεπτά φύλλα μολύβδου γύρω από τα γεννητικά σου όργανα, δοκιμάζεις να περπατήσεις μ’ αυτά ― απομακρύνεσαι από το στρατώνα, διακριτικά, διασχίζεις τα χωριά, ψάχνεις ένα σπίτι και μια γυναίκα.

Ξαναρχίζεις να τρέχεις στη σκόνη, πάνω, στη σκεπή του τρίτου αντιδραστήρα που έχει μείνει άθιχτος. Ένας αξιωματικός σού δίνει εντολή να μετρήσεις μέχρι τα 20 και να μην πάψεις να τρέχεις. Βγαίνεις στην οροφή, δεν αντίκριζεις το παραμικρό φτυάρι γύρω σου, γονατίζεις τότε στο χείλος του γκρεμού κι αρχίζεις να ρίχνεις τα μπάζα με τον γραφίτη που έχουν εκτοξευτεί από την έκρηξη, στο κενό, με γυμνά χέρια. »