Σιωπές και ψίθυροι

SONY DSC

Γράφει η Τζένη Μανάκη*

Είχα σημαδευτεί από τα γεγονότα της παιδικής μου ηλικίας.

Προσπαθούσα να τα ξεπεράσω εντείνοντας το ενδιαφέρον μου για τη μουσική και τη λογοτεχνία. Έτσι ζούσα σε άλλη διάσταση, καθώς με περικύκλωναν οι μελωδικές νότες του Σοπέν, οι υπέροχες σονάτες του Μπετόβεν ή καθώς βυθιζόμουν στον υπέροχα αναλυτικό κόσμο του Φλωμπέρ, στον βαθυστόχαστο του Ντοστογιέφσκι, στη «φλύαρη» χρήση του χρόνου στον Προυστ, στην πολυπλοκότητα των ηρώων του Πιραντέλο.

Ήταν το κόλπο μου για να ξεφεύγω από το μουντό κόσμο του σπιτιού, από την πάντα μελαγχολική διάθεση της μάνας μου, από την κατάθλιψη που με περιτριγύριζε σαν μία πιεστική κληρονομιά που αρνιόμουν να αποδεχθώ. Ήθελα να ζήσω όχι απλά να επιζήσω από αυτό που μου έμελλε σαν μοίρα ή σαν τύχη, δεν ξέρω πως να το χαρακτηρίσω. Έκανα σχέδια για το μέλλον μου, που ξέφευγαν από την πιθανότητα να μου συμβούν. Τοποθετούσα τον εαυτό μου σε μία άλλη κοινωνική θέση, τον φανταζόμουν με πολυτελή ρούχα, με μία λαμπρή καριέρα μουσικού ή συγγραφέα, δεν είχα αποφασίσει ακόμη. Για το λαμπρή όμως ήμουν σχεδόν βέβαιη!

Πίστευα ότι καθώς τριβέλιζαν το μυαλό μου όλα αυτά τα όνειρα, ασκούσα κάποια αναπότρεπτη έλξη για την πραγμάτωσή τους. Δεν μιλούσα σε κανέναν γι’ αυτά, εξάλλου, τόσο η μάνα μου όσο και η γιαγιά μου, απόλυτα προσγειωμένες στην αδυσώπητη πραγματικότητά τους, στο πένθος για τις απώλειες ανθρώπων και ονείρων, το λιγότερο θα με προσγείωναν, αν δεν με θεωρούσαν τρελή. Μπροστά τους υποκρινόμουν τη θλιμμένη, έτσι τουλάχιστον η μάνα μου είχε μία πιο προστατευτική διάθεση απέναντί μου, σε σύγκριση με την γενικά αδιάφορη συμπεριφορά της απέναντι σ’ όλους. Κατά βάθος πίστευα ότι μ’ αγαπούσε, απλά είχε ξεχάσει πως να το εκδηλώνει καθώς βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο στο παρελθόν της, λες και προσπαθούσε να λύσει τον γρίφο «γιατί σ’ εμένα…». Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί διαποτίστηκε με την ιδέα ότι η δυστυχία κτυπά την πόρτα μόνο των άλλων, ότι αυτή έπρεπε για κάποιο άγνωστο λόγο να είναι η εξαίρεση. Την πρώτη φορά που προσπάθησα με λογικά επιχειρήματα να την πείσω ότι όλα, καλά και κακά μπορούν να συμβούν στον καθένα αντέδρασε άσχημα.

«Εσύ δεν ξέρεις. Δεν έζησες τίποτα» μου είπε ψιθυριστά, όμως το βλέμμα της ήταν γεμάτο από το προσωπικό, αρχαίο της μίσος.

Είχε ξεχάσει εκείνη τη συγκλονιστική σκηνή που δημιούργησε με τον πατέρα μου, την τόσο τραυματική για μένα, τότε που ήμουν μόλις επτά ετών, ή την τοποθέτησε στα «στιγμιαία», που μπορούν να απαλειφθούν από τη μνήμη τόσο γρήγορα, όσο τους πήρε να συμβούν. Λες και το τραγικό πρέπει, για να σέβεται τον εαυτό του, να έχει διάρκεια, αποκλείεται να είναι στιγμιαίο.

Μια φορά καθώς την αγκάλιαζα και την προέτρεπα να πάψει να σκέφτεται μόνο τα δυσάρεστα, ότι όφειλε στον εαυτό της να ζήσει να χαρεί επιτέλους ό,τι καλό υπάρχει τώρα στη ζωή της, πήρε και πάλι μια έκφραση σχεδόν μίσους, αυτή τη φορά απέναντί μου. Με κατηγόρησε ότι τότε την τιμώρησα με την αφωνία μου ότι τώρα πια δεν είχα δικαίωμα να μιλώ, γιατί ήδη είχε συντελεσθεί το κακό και δεν υπήρχε πισωγύρισμα. Με γέμισε ενοχές, κι όλα αυτά χωρίς καν να υψώσει τον τόνο της φωνής της.

Για μέρες είχα απαρνηθεί τον φανταστικό κόσμο μέσα στον οποίο ζούσα ερήμην της. Πρέπει να παρατήρησε ότι δεν άκουγα μουσική, αυτό τουλάχιστον. Στριφογυρνούσε έξω από το δωμάτιό μου, νόμιζα μάλιστα ότι έβαζε το αυτί της στην πόρτα μου και αφουγκραζόταν, δεν της άνοιγα όμως. Με είχε πληγώσει ακόμη πιο βαθιά που μου καταλόγισε την αφωνία ως εκδίκηση, το τραύμα που μου προκάλεσε η ίδια. Ήμουν πολύ μικρή τότε για να έχω την πονηριά να προσποιηθώ, να την τιμωρήσω. Ακόμη και τώρα δεν ξέρω ποιες ψυχικές διεργασίες προκάλεσαν εκείνη την, ευτυχώς προσωρινή, άρνησή μου να μιλήσω. Όσο το σκεφτόμουν φώλιαζε μέσα μου ο φόβος μιας επανάληψης κι αυτός ήταν ο λόγος που αποφάσισα να συγχωρήσω έστω και πλασματικά την κατηγόρια της.

Τη βρήκα στην κουζίνα με το φλιτζάνι του καφέ της ανέπαφο, το κεφάλι σκυμμένο, κι εκείνο το βουβό κλάμα, χωρίς δάκρυα, που είχε γίνει μέρος της ύπαρξής της. Τα χέρια στο τραπέζι με τις παλάμες προς τα επάνω, λες και περίμενε εξ’ ύψους απάντηση σε κάποια βουβή προσευχή που συνόδευε το κλάμα της. Πήγα πίσω της και την αγκάλιασα και φίλησα την κορυφή του κεφαλιού της. Η μυρωδιά της μου έφερε στη μνήμη εκείνη την άγρυπνη νύχτα της μετά το περιστατικό. Πηγαινοερχόταν να δει αν αναπνέω, χάιδευε τα μαλλιά μου και με φιλούσε στο μέτωπο. Εγώ έκανα πως κοιμόμουν. Την είχα μισήσει για λίγο, ύστερα μου πέρασε, όχι όμως και ο φόβος που είχε παραλύσει τις φωνητικές μου χορδές. Πότε πότε, με μισούσε κι εκείνη, το καταλάβαινα, πήρε ανάποδα την αφωνία μου, ενώ εγώ δεν ήθελα να την πικράνω μ’ αυτό. Το θεώρησε τιμωρία της…

Η μυρωδιά της μάνας είναι πάντα ίδια, σκέφθηκα, καθώς κρατούσα καρφωμένα τα χείλη μου στην κορυφή του κεφαλιού της, δεν αλλάζει ακόμη κι όταν νομίζει ότι μισεί το παιδί της. Δεν γύρισε να με κοιτάξει. Έμενε ακίνητη σαν σάρκινο άγαλμα. Ήθελα τόσο να εισχωρήσω στις σκέψεις της, να κατορθώσω να την απαλλάξω από την κινηματογραφική ταινία εκείνης της περιόδου της ζωής της που επαναπροβάλλονταν μέσα στο μυαλό της διαρκώς, λες και η μοίρα της ήταν συνυφασμένη μ” αυτή την αέναη θλίψη. Το βλέμμα μου στάθηκε στην κούπα του καφέ. Δεν ήταν η δική της. Ήταν η κούπα του πατέρα. Το μόνο αντικείμενο που έμεινε στο σπίτι μετά τον διωγμό του. Ίσως τον νοσταλγούσε. Τον ίδιο, ή μόνο κάποιες ιδιαίτερες στιγμές μαζί του. Πόσο άγνωστοι μας είναι οι τόσο δικοί μας άνθρωποι… Θεωρούσα πάντα κι εκείνον υπεύθυνο γι’ αυτή τη διάχυτη δυστυχία, που μόνο η φαντασία και τα όνειρά μου την απομάκρυναν, σαν μια βαριά αυλαία που σηκωνόταν αναπάντεχα, σηματοδοτώντας τη λήξη ενός δραματικού έργου, κι αντί για χειροκροτήματα πλημμύριζαν τον χώρο με νότες του μαγικού βιολιού που έπαιζε την Άνοιξη του Βιβάλντι. Κανείς δεν με μύησε στις μουσικές και στα αναγνώσματα… ήταν η προσωπική μου ανακάλυψη για την οποία πάντα ένιωθα μεγαλύτερη χαρά κι από τον Κολόμβο.

———————–

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

*Η Τζένη Μανάκη εργάστηκε ως συντάκτρια και μεταφράστρια σε εφημερίδα και το δημόσιο. Δημοσιεύει από μακρού σε εφημερίδες και περιοδικά κείμενά μου, «βιβλιοκριτικές» και διηγήματα. Το «Μικρές και μεγάλες ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ» είναι το πρώτο μυθιστόρημά της που εκδόθηκε και το «Η σκιά της αμφιβολίας» το δεύτερο.