Πώς εγκαθίσταται μια εξάρτηση;

Το άτομο επιλέγει κάποια κατάχρηση, προκειμένου να ανακουφιστεί από τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει.

Από την Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγο, ΜΑ, Υπ. Διδάκτoρα Παντείου

Το ζήτημα της εξάρτησης, σύμφωνα με τον Claude Olievenstein βασίζεται σε τρεις άξονες : α) στη δομή της προσωπικότητας του ατόμου, β) στο αντικείμενο της εξάρτησης, καθώς είναι αδύνατο κάποιος να εξαρτηθεί από οτιδήποτε και γ) το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο στο οποίο γίνεται η συνάντηση του ατόμου με το αντικέιμενο της εξάρτησης. Για τους σκοπούς του συγκεκριμένου άρθρου, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη δομή της προσωπικότητας και τις σχέσεις αντικειμένου που αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια της πρώιμης παιδικής ηλικίας αλλά και της διαδικασίας της εφηβείας.

Μερικά άτομα επιδεικνύουν «αδυναμία ενηλικίωσης» η οποία μπορεί να είναι απότέλεσμα «καθήλωσης» σε ένα από τα στάδια της ψυχολογικής ανάπτυξης του ατόμου και ιδιαίτερα σε αυτό που είναι γνωστό ως «στοματικό στάδιο». Αυτά τα άτομα έχουν την τάση να είναι εγωκεντρικά και να παρουσιάζουν δυσκολίες στην ανάπτυξη ουσιαστικών σχέσεων με άλλα άτομα.

Η αφύσικη προσκόλληση στους γονείς και ιδιαίτερα η εξάρτηση από τη μητέρα δημιουργεί εξοντωτικές πιέσεις στο άτομο ιδίως όταν καλείται να αναλάβει ρόλους ενηλίκου. Το άτομο επιλέγει κάποια κατάχρηση, εξάρτηση από ουσία ή τροφή, προκειμένου να ανακουφιστεί από τις εσωτερικές συγκρούσεις που βιώνει και οδηγείται σε φαντασιώσεις άσχετες με την πραγματικότητα που το περιβάλλει.

Ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία, το βρέφος αναπτύσσει δεσμούς προσκόλλησης με τη μητέρα ή το άτομο που είναι κυρίως υπεύθυνο για τη φροντίδα του. Η σύγχρονη θεωρία της προσκόλλησης βασίζεται στο έργο του Βρετανού ψυχαναλυτή John Bowlby και στη θεωρία του για την ανάπτυξη του συμπεριφορικού συστήματος της προσκόλλησης. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το αναπτυσσόμενο βρέφος χρησιμοποιεί την προσκόλληση με τη μητέρα του ως το ασφαλές σημείο εκκίνησης για εξερεύνηση του κόσμου. Σταδιακά το βρέφος αναπτύσσει κάποια εσωτερικά λειτουργικά μοντέλα και νοητικές αναπαραστάσεις του εαυτού του και των ατόμων που το επιμελούνται.

Ο Bowlby, επηρεασμένος από την ηθολογία σύμφωνα με την οποία υπάρχουν κρίσιμες περίοδοι ανάπτυξης, υποστηρίζει ότι υπάρχουν αντίστοιχες κρίσιμες περίοδοι και στη δημιουργία δεσμών. Το πρώτο κρίσιμο στάδιο ανάπτυξης για τη δημιουργία δεσμού μεταξύ παιδιού και γονέων, είναι τα δυο πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού. Ο Bowlby σημείωσε πως ο δεσμός ενεργοποιείται όταν το παιδί είναι κουρασμένο, όταν βιώνει αγωνία και φόβο από την απουσία του προσώπου με το οποίο έχει δημιουργήσει δεσμό. Η θεμελιώδης πρόταση της θεωρίας του Bowlby, αναφερει ότι ο τρόπος με τον οποίο τα πρόσωπα κύριας φροντίδας αποκρίνονται στις ανάγκες των βρεφών εσωτερικεύεται και απολήγει σε αναπαραστάσεις σχετικά με τον τρόπο που ο εαυτός σχετίζεται με τον άλλο. Οι αναπαραστάσεις αυτές εξακολουθούν να λειτουργούν ως «ενεργά πρότυπα» για την καθοδήγηση των αλληλεπιδράσεων του εαυτού με τους άλλους στις διαπροσωπικές σχέσεις. Ο Bowlby, έκανε σαφή διάκριση μεταξύ των εννοιών «εξάρτηση» και «δεσμός» καθώς θεωρούσε την εξάρτηση ένδειξη παλινδρόμησης, ενώ το δεσμό μια φυσική λειτουργία που παραμένει παρούσα κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού και συμβάλλει στην αίσθηση της ασφάλειας του παιδιού που με τη σειρά της επιτρέπει την ανεξαρτητοποίησή του. Επομένως αν στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης του παιδιού δεν έχει εγκατασταθεί ένας υγιής ασφαλής δεσμός ανάμεσα στο παιδί και το άτομο που είναι υπεύθυνο για τη φροντίδα του, ενδέχεται το άτομο αυτό να τείνει να υιοθετήσει εξαρτητικές συμπεριφορές για να αποκτήσει μια αίσθηση ασφάλειας.

H Bartholomew, επεκτείνοντας την αρχική θεωρία του «Ύφους σύναψης δεσμού» του Bowlby, πρότεινε την οργάνωσή των στρατηγικών οργάνωσης και διατήρησης των διαπροσωπικών σχέσεων σε τέσσερις κατηγορίες, αυτές τις ασφάλειας, της φοβικότητας, της υπερεμπλοκής και της απορριπτικότητας. Όταν έχουμε ασφαλή δεσμό παρατηρείται χαμηλό άγχος και υψηλή αναζήτηση εγγύτητας, όταν έχουμε υπερεμπλοκή έχουμε υψηλό άγχος και υψηλή επιζήτηση εγγύτητας. Στον απορριπτικό δεσμό παρατηρείται χαμηλό άγχος και χαμηλή επιζήτηση εγγύτητας και στο φοβικό υψηλό άγχος και χαμηλή επιζήτηση εγγύτητας.

Σύμφωνα με τις τέσσερις στρατηγικές σύναψης δεσμού, είναι δυνατόν να διακρίνουμε τη διαπροσωπική συμπεριφορά, τα συναισθήματα που βιώνονται στην αλληλεπίδραση του εαυτού με τον άλλο και ενδεχομένως να αναμένουμε αντίστοιχους τύπους δεσμών. Συγκεκριμένα, φαίνεται πως τα άτομα που έχουν αναπτύξει φοβικό δεσμό προσκόλλησης,  εξαρτώνται περισσότερο από τους άλλους για την αυταξία τους οπότε αποστασιοποιούνται από τις σχέσεις τους με του άλλους για να μην υποστούν την οδύνη κάποιας απόρριψης ή απώλειας. Εκείνοι που ανέπτυξαν απορριπτικό δεσμό σε πρώιμα στάδια της ανάπτυξής τους έχουν αρνητικές προσδοκίες από τις στενές σχέσεις με τους άλλους οπότε αποφεύγουν τη δέσμευση και προάγουν την αυτονομία τους. Οι «υπερεμπλεκόμενοι» επιλέγουν τη σχεσιακή εγγύτητα καθώς μέσω των δεσμών τους με τους άλλους επικυρώνουν την επισφαλή αυταξία τους και καθίστανται ευάλωτοι από την αποδοχή των άλλων. Όσοι έχουν αναπτύξει ασφαλείς δεσμούς στην πρώιμη φάση της ανάπτυξής τους χαρακτηρίζονται από αυτονομημένη και επαρκή αίσθηση αξίας του εαυτού οπότε επιζητούν την εγγύτητα των σχέσεών τους για να τη διατηρήσουν.

Η σημασία των πρώιμων σχέσεων του βρέφους για τη μετέπειτα εξέλιξη του παιδιού αναδείχθηκε και από τη Melanie Klein, που ως σημαντική εκπρόσωπος του ψυχαναλυτικού ρεύματος των αντικειμενότροπων σχέσεων, υποστήριξε ότι  το βρέφος κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του έχει μια συγκεχυμένη αντίληψη του εαυτού του και του κόσμου που το περιβάλλει, οπότε δε μπορεί να αντιληφθεί τη μητέρα ως μια ξεχωριστή οντότητα από το ίδιο. Το σημαντικότερο αντικείμενο για το βρέφος είναι το στήθος, το οποίο αντιμετωπίζεται από το βρέφος με αμφιθυμία καθώς άλλοτε – ως πηγή τροφής και ικανοποίησης- γίνεται αντιληπτό ως «καλό και άλλοτε – εξαιτίας κάποιας αποστέρησης ή ματαίωσης- γίνεται αντιληπτό από το βρέφος ως «κακό». Στη φάση αυτή η μητέρα γίνεται κυρίως αντιληπτή ως στήθος – μερικό αντικείμενο. Αργότερα στη ζωή αν το άτομο αναπτύξει κάποια εξαρτητική συμπεριφορά, η σχέση του με το αντικείμενο μοιάζει με την αμφιθυμική του στάση απέναντι στη μητέρα – στήθος.

Ο Βρετανός παιδίατρος και ψυχαναλυτής ο Donald  Winnicott, εστίασε το ερευνητικό του ενδιαφέρον στην πρώιμη σχέση ανάμεσα στη μητέρα ή το άτομο που έχει κυρίως τη φροντίδα του βρέφους και το ίδιο. Ο Winnicott υποστήριξε ότι το βρέφος προκειμένου να αποκτήσει σταδιακά μια αντίληψη ύπαρξης  και συνοχής του Εγώ, χρειάζεται να απολαύσει πλήρως την πρόνοια και τη φροντίδα του περιβάλλοντός του (holding). Το βρέφος, υπό φυσιολογικές συνθήκες περνά από την κατάσταση της μη –απαρτίωσης σε μια δομημένη απαρτίωση με στόχο να γίνει ένα πρόσωπο, ένα άτομο καθ’αυτό, μέσω της εν-οίκησης της ψυχής στο σώμα. Η γονεϊκή και ιδιαιτέρως η μητρική φροντίδα, έχουν μεγάλη σημασία στο πρώιμο στάδιο ανάπτυξης του παιδιού. Η μητρική φροντίδα σχετίζεται με τη δυνατότητα της μητέρας να αντιλαμβάνεται τις ανάγκες του παιδιού της και να ανταποκρίνεται ανάλογα. Όμως προκειμένου το παιδί να μπορέσει να αναπτυχθεί και να περάσει σταδιακά από την πλήρη εξάρτηση στην ανεξαρτησία, θα πρέπει η μητέρα να αφήσει το χώρο στο παιδί της να δομήσει το Εγώ του, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτηση του παιδιού από τη φροντίδα της μητέρας. Αν η μητέρα συνεχίζει να καλύπτει ή και να υπερκαλύπτει τις ανάγκες του παιδιού της, εκείνο θα θεωρεί ότι όλες του οι επιθυμίες πρέπει να ικανοποιούνται άμεσα και θα συνεχίσει να εξαρτάται από κάθε αντικείμενο και θα αναπτύξει ίσως σχέσεις εξάρτησης με αυτό.

Αυτή η διάσταση της εξάρτησης σχετίζεται με την τάση για υπερπροστασία που δείχνουν πολλοί γονείς στα παιδιά τους, μη μπορώντας να σταματήσουν έγκαιρα τις γονικές παροχές και να επιτρέψουν στα παιδιά τους να αναλάβουν μόνα τους την ευθύνη για τη διαχείριση των προσωπικών τους ζητημάτων. Επιπλέον τα παιδιά που τυγχάνουν υπερπροστατευτικής συμπεριφοράς από τους γονείς τους έχουν την τάση να επιδιώκουν άμεση ικανοποίηση των αναγκών τους, να παρουσιάζουν έλλειψη αυτοπεποίθησης και αποφυγή της ανάληψης πρωτοβουλιών στην ενήλικη ζωή.

Το άτομο μπορεί να αναπτύξει εξαρτητικές συμπεριφορές ως διέξοδο στην προσωπική του δυσφορία που προκύπτει ενδεχομένως από τη ματαίωση των επιθυμιών του. Η εφηβεία, είναι μια σημαντική εμπειρία αλλαγής που καθορίζεται από βιολογικούς νόμους και απαιτητικούς κοινωνικούς κώδικες που επηρεάζεται από το οικογενειακό και πολιτιστικό περιβάλλον του ατόμου, τα βιώματα της παιδικής του ηλικίας και την ψυχοσεξοαυαλική του εξέλιξη. Οι αλλαγές της ήβης, επηρεάζουν το σώμα και τον εσωτερικό κόσμο του νεαρού ατόμου και μεταβάλλουν τις αναπαραστάσεις, τις ταυτίσεις και τα συναισθήματά του. Η σταδιακή σεξουαλική του ωρίμανση, καλεί τον έφηβο να αποστασιοποιηθεί από την αναφορά του στους γονείς, να πενθήσει τα γονεϊκά αντικείμενα αγάπης ώστε να μπορέσει να επενδύσει σε νέα αντικείμενα.

Οι διάφορες εξαρτητικές συμπεριφορές (χρήση ουσιών, διατροφικές διαταραχές, αλλά και ορισμένες σεξουαλικές συμπεριφορές) υποδεικνύουν την αποτυχία των διεργασιών της εφηβείας και την ελλιπή επεξεργασία της υποβόσκουσας ψυχικής διαμάχης. Ο έφηβος υιοθετώντας εξαρτητικές συμπεριφορές έχει ως στόχο να εκφορτίσει ψυχική ένταση και άγχος και αναδιοργανώνει αμυντικά την προσωπικότητά του γύρω από την εξαρτητική συμπεριφορά, η οποία του προσφέρει ένα υποκατάστατο αντικειμένου που του επιτρέπει να διατηρήσει το αίσθημα της ταυτότητάς του. Επιπλέον, ο έφηβος επιχειρεί να υποκαταστήσει σχέσεις που ήδη υπάρχουν και από τις οποίες είναι συναισθηματικά εξαρτημένος με το αντικείμενο της εξάρτησής του.

Το αντικείμενο της εξάρτησης λειτουργεί ως παρεμβολή ανάμεσα στον έφηβο και τον Άλλο και του δίνει τη δυνατότητα να θεμελιώσει μια σχέση κυριαρχίας πάνω του. Η σύγκρουση με τους γονείς και η «αρνητική συμπεριφορά» του εφήβου απέναντί τους είναι ο τρόπος με τον οποίο ο έφηβος προσπαθεί να κρατήσει απόσταση από τους γονείς, όμως για όσο διαρκεί η σύγκρουση, ο έφηβος εξασφαλίζει την παράταση της εξάρτησης από τους γονείς. Μια επιπλέον διάσταση της εξάρτησης ενός ατόμου από μια ουσία ή μια συμπεριφορά, έχει να κάνει με την αίσθηση της απομόνωσης από το περιβάλλον που είναι πολλές φορές τραυματικό και με την εντύπωση της ελευθερίας που το άτομο φαίνεται να βιώνει υιοθετώντας μια εξαρτητική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα όμως, αν η εξάρτηση αποκτήσει και τη διάσταση του εθισμού το άτομο ανάγει το αντικείμενο της εξάρτησης ως το σπουδαιότερο κομμάτι της καθημερινότητάς του και οργανώνει τη ζωή του γύρω από αυτό, θυσιάζοντας την ελευθερία του στην πραγματικότητα προκειμένου να ικανοποιήσει την επιθυμία του.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:
Pervin L, Oliver J, «Θεωρίες προσωπικότητας, έρευνα και εφαρμογές», εκδόσεις Τυπωθήτω.

Viale R, «Knowledge and Politics», p. Physica – Verlag

Olievenstein C, «Caught in the trap of social control: taming the addict», Le Monde Diplomatique, Novembre 1987 (http://www.hartford-hwp.com/archives/28/087.html)

Winnicott D, «Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον, μελέτες για τη θεωρία της συναισθηματικής ανάπτυξης», εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2003.

Βορριά Π, Παπαληγούρα Ζ, «Η θεωρία του δεσμού», στο «Παιδί και Έφηβος, ψυχική υγεία και ψυχοπαθολογία, τόμος 1 τεύχος 2, εκδ. Καστανιώτη, 1999.

Ποταμιάνος Γ και συνεργάτες, «Θεωρίες προσωπικότητας και κλινική πρακτική», εκδόσεις Ελληνικά γράμματα 2002.

Διαβάστε επίσης:
Κοινωνικοί και ψυχολογικοί παράγοντες που ευνοούν την απεξάρτηση ουσιών