Περί αγάπης κι εργασίας

Το να μπορεί κάποιος να αγαπά και να εργάζεται, σημαίνει να μπορεί να προσφέρει, όπως στους άλλους, έτσι και στον ίδιο του τον εαυτό.

Από τον Μιχάλη Σιάτη, Κλινικό και Συμβουλευτικό Ψυχολόγο, MSc

«Ψυχικά υγιής, είναι ο άνθρωπος ο οποίος μπορεί να αγαπά και να εργάζεται». Αυτή ήταν η απάντηση του «πατέρα» της ψυχαναλυτικής θεωρίας, Ζίγκμουντ Φρόυντ, όταν του ζητήθηκε να δώσει το δικό του ορισμό για το τι εστί «ψυχικά υγιής άνθρωπος».

Για κάποιον που δεν γνωρίζει την ψυχαναλυτική θεωρία, ακούγοντας αυτό τον ορισμό, θα μπορούσε να απογοητευτεί από την απλότητα του λόγου του μεγάλου αυτού διανοητή. Είναι όμως τόσο απλό, όσο ακούγεται;

Το να μπορεί κάποιος να αγαπά και να εργάζεται, σημαίνει να μπορεί να προσφέρει, να προσφέρει όπως στους άλλους, έτσι και στον ίδιο του τον εαυτό. Να εργάζεται γι’ αυτά που αγαπά, και ν’ αγαπά το αντικείμενο της εργασίας του, αυτή είναι η συνταγή της «φροϋδικής υγείας», μιας υγείας η οποία υπερβαίνει τα όρια της φυσικής μας υπόστασης και μας ωθεί προς την προσωπική πραγμάτωση, μέσα σ’ ένα σύνολο επιθυμούντων υποκειμένων.

Πολλές φορές με ρωτάνε, «εγώ τι προσφέρω στην κοινωνία, όταν το μόνο που κάνω είναι να ικανοποιώ τις δικές μου ανάγκες, βολεμένος στα δεδομένα της ευημερίας μου, ενώ κάποιοι άλλοι πεθαίνουν απ’ την πείνα;». Αυτός ο τρόπος σκέψης, όχι πως είναι εξ’ ορισμού λάθος, αλλά θα μπορούσε να πηγάζει από ένα ενοχικό συναίσθημα, καρπός ενός ακόρεστου «υπερ-εγώ». Το υπερ-εγώ έχει τόσες απαιτήσεις, όσα είναι και τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας – στη θέση μιας ικανοποιημένης απαίτησης, εμφανίζεται μια άλλη. Είναι αυτό που μας κλείνει μέσα σε μια ασφυκτική, δυαδική σχέση με κάποιον «Άλλο», ο οποίος έχει την ευελιξία να μετατοπίζει και μετατρέπει τις απαιτήσεις του, όπως τις αντικατοπτρικές μας εικόνες, μέσα σ’ ένα δωμάτιο με καθρέπτες. Ο «Άλλος» είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, αλλά την ίδια στιγμή και κάποιος άλλος. Η διαίσθησή μας για την παρουσία του επιβεβαιώνει την δική μας ύπαρξη. «Υπάρχεις, άρα υπάρχω» θα μπορούσε να μας πει ο Λακάν, και θα συνέχιζε, «παρ’ όλα αυτά, ποτέ δεν θα μπορούσα να μάθω για την ύπαρξή Σου, παρά μόνο μέσω ενός «Τρίτου», του οποίου η παρουσία, σηματοδοτεί την λησμονιά μου για την δική Σου απουσία».

Είναι αυτή η δυαδική σχέση μεταξύ εμού και του (απόντος) υπόλοιπου κόσμου, που με κάνει να αισθάνομαι συνεχώς υπόχρεος να τον επαναφέρω απ’ την αφάνεια. Κι είναι η παρεμβολή των (παρόντων) άλλων, που μου λένε «στάσου λίγο, υπάρχουμε κι εμείς, μην παίρνεις όλο το βάρος στις πλάτες σου».

Στη θέση του ερωτήματος «τι προσφέρω στην κοινωνία;», θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλουμε ένα άλλο ερώτημα, «τι δεν προσφέρω;». Τι θέλει από μένα η κοινωνία, που αρνούμαι να της το δώσω; Είναι πράγματι τόσο σημαντική η ύπαρξη μου για την επιβίωσή της, ή απλά αισθάνομαι ένα ακατάπαυστο χρέος, συνεχώς να ικανοποιώ τα δικά της «πρέπει»; Ο Λακάν έλεγε, «το μόνο πραγματικό αμάρτημα είναι το να πράττω κάτι κατά της επιθυμίας μου». Επιθυμία, η οποία κρύβει μέσα της μία «λησμονημένη θύμηση» (την α-λήθεια) , την απουσία του «Άλλου», αυτή την έλλειψη, για την οποία ποτέ μου δεν θα υποπτευόμουν, αν δεν ήταν κάποιος «Τρίτος» να μου την υποδηλώνει. Είναι η έλλειψη όμως, που τροφοδοτεί τη ζωτικότητα της επιθυμίας μου να συνεχίσω να ζω, παρά «την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι μου». Στο τέλος του ομώνυμου βιβλίου του, ο Μίλαν Κούντερα γράφει, «Και η αίσθηση για παράξενη χαρά κι ακατανόητη λύπη ήταν η ίδια όπως τότε. Η λύπη έλεγε ¨βρισκόμαστε στον τελευταίο σταθμό¨, ενώ η χαρά έλεγε ¨είμαστε ακόμη μαζί¨. Η λύπη ήταν το πλαίσιο της ύπαρξής μας, ενώ η χαρά – το περιεχόμενο. Η χαρά γέμιζε το χώρο της λύπης».

Τα όρια της ύπαρξής μας είναι πάντοτε τα ίδια – ο αποχωρισμός με κάποιον, με κάτι ή και με τον ίδιό μας τον εαυτό. Το περιεχόμενο όμως, είναι αυτό που συνοδεύει αυτό τον αποχωρισμό – αυτά που ζήσαμε, αυτά που ζούμε κι αυτά που δεν ζήσαμε ποτέ, αλλά θα μπορούσαμε να ζήσουμε.

Δεν είναι αυτή η πιθανότητα του «μπορεί», που μας ωθεί στο να ζούμε, αυτά που θα μπορούσαμε να ζήσουμε; Είναι εκείνη η επιθυμία, η οποία μας δίνει το κουράγιο να συνεχίσουμε ν΄ αγαπάμε και να εργάζομαστε, γι΄ αυτά που ζούμε και γι’ αυτά που θα θέλαμε να ζήσουμε.

Η αγάπη και η εργασία είναι α-ληθινές, όταν ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία της επι-θυμίας τους. Όπως τους παππούδες μας, που συνήθιζαν να μας λένε, «εμείς μάθαμε να ζούμε με αξιοπρέπεια, σίγουροι στις αποφάσεις μας, χωρίς φόβους και δισταγμούς, διότι μεγαλώσαμε μέσα στην έλλειψη και τον πόθο για μια καλύτερη ζωή».

Βιβλιογραφία:
Βανιέ, Αλ., Όσο πιο απλά γίνεται, μτφ. Γ. Οικονόμου, εκδ.1η, Κέδρος, Αθήνα 2001.
Κούντερα, Μ., Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, μετ. Κατερίνα Δασκαλάκη εκδ. «Το Βήμα», 1983
Φρόυντ, Σ., Αυτοβιογραφία, μτφ. Λ. Αναγνώστου, Επίκουρος, Αθήνα 1991.