Από την Κατερίνα Γερολύμπου, Δικαστική – Εγκληματολογική Ψυχολόγο, Ψυχοθεραπεύτρια Εφήβων και Ενηλίκων

Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι στις μέρες μας ένα σημαντικό ποσοστό των γάμων που τελούνται (πολιτικοί ή θρησκευτικοί) καταλήγουν σε διαζύγιο, καθώς έχουν αρθεί πολλά από τα εμπόδια που λειτουργούσαν ανασταλτικά στο παρελθόν (π.χ. οικονομική εξάρτηση της γυναίκας από το σύζυγο, σεξουαλική καταπίεση της γυναίκας, κοινωνικό στίγμα του/της διαζευγμένου/ης, κ.α.). Το διαζύγιο, όμως, στις οικογένειες που έχουν αποκτήσει παιδιά, θέτει επιτακτικά την ανάγκη λήψης νέων αποφάσεων σχετικά με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των γονέων απέναντι στα παιδιά.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι γονείς κατορθώνουν να πάρουν αυτές τις αποφάσεις μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις. Ωστόσο, υπάρχει ένα μικρό ποσοστό περιπτώσεων, όπου οι γονείς αδυνατούν να καταλήξουν σε μια συμφωνία σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών, με αποτέλεσμα να παγιδεύονται σε ένα χρονοβόρο, συναισθηματικά φορτισμένο και οικονομικά βεβαρημένο αγώνα επίλυσης αυτής της διαμάχης. Όταν οι γονείς φτάνουν σε αδιέξοδο σχετικά με την επιμέλεια των παιδιών, το δικαστήριο είναι αυτό που επιβαρύνεται με την ευθύνη λήψης μιας απόφασης που θα διασφαλίζει το συμφέρον των παιδιών. Για να ληφθεί μια τέτοιου είδους απόφαση είναι συνήθης πρακτική των τελευταίων ετών, το δικαστήριο να αξιοποιεί τη βοήθεια ειδικών πραγματογνωμόνων ή τεχνικών συμβούλων. Οι δικαστικοί ψυχολόγοι αποτελούν τους πιο κατάλληλους εκπροσώπους των ειδικών ψυχικής υγείας για τη συγκεκριμένη συνθήκη, λόγω της ευρείας γνώσης και πολλαπλών δεξιοτήτων που απαιτείται να έχουν οι ειδικοί, προκειμένου να διεκπεραιώσουν με αρτιότητα και επιστημονική ακρίβεια τα καθήκοντά τους.

Δυστυχώς, η πολύχρονη εμπειρία μου στο χώρο, αποκαλύπτει ότι στην Ελλάδα η συμμετοχή του ειδικού ψυχικής υγείας σε υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων χαρακτηρίζεται από σοβαρές παραλείψεις και έλλειψη κατάρτισης. Η γνώση αναπτυξιακής ψυχολογίας δεν αρκεί και σίγουρα δεν καθιστά έναν επαγγελματία του χώρου ψυχικής υγείας ικανό να ανταπεξέλθει στην αξιολόγηση τέτοιων υποθέσεων. Ο ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου σε υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων δεν περιορίζεται απλά στη συλλογή πληροφοριών από τα εμπλεκόμενα μέλη, αλλά επεκτείνεται στη διατύπωση συστάσεων έχοντας ως πρωταρχικό κριτήριο το συμφέρον του ανηλίκου και όχι το συμφέρον του γονέα (Shapse, 2008). Για να μπορέσει ο ειδικός να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του απαιτείται να έχει γνώσεις του νομικού συστήματος, της αναπτυξιακής πορείας των παιδιών, της ψυχοπαθολογίας παίδων και ενηλίκων, ειδικές γνώσεις που σχετίζονται με τη δυναμική των οικογενειακών συστημάτων (π.χ. επιπτώσεις διαζυγίου), την ενδο-οικογενειακή βία, κάθε μορφής κακοποίησης, της κατάχρησης ουσιών, καθώς και των τεχνικών λήψης δικαστικής συνέντευξης (Bow & Quinnell, 2001; Pickar, 2007; Rohrbaugh, 2008).

Ο σοβαρότερος παράγοντας για τα λάθη και τις παραλείψεις που παρατηρούνται σε αρκετές περιπτώσεις αξιολόγησης για την επιμέλεια ανηλίκων στον ελλαδικό χώρο, είναι η έλλειψη ενός ενιαίου πλαισίου δράσης (κατευθυντήριων γραμμών) που θα δεσμεύει τους ειδικούς ψυχικής υγείας – και στην προκειμένη περίπτωση τους δικαστικούς ψυχολόγους – για τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν και τα κριτήρια με βάση τα οποία θα εισηγηθούν τις προτάσεις τους για την επιμέλεια ανηλίκων.

Η Αμερικάνικη Ένωση Ψυχολόγων (A.P.A.) έχει διαμορφώσει ένα σύνολο συστάσεων για το ρόλο των δικαστικών ψυχολόγων στις υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων, που τυγχάνουν ευρύτερης αναγνώρισης και αποδοχής και θα μπορούσαν να αποτελέσουν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο μπορούν να βασιστούν ή και να προσαρμοστούν οι αντίστοιχες συστάσεις για τον τρόπο που θα δρουν οι έλληνες δικαστικοί ψυχολόγοι. Ειδικότερα, οι συστάσεις αυτές δίνουν έμφαση στο ότι ο στόχος της αξιολόγησης είναι να αξιολογηθούν οι γονεϊκές ικανότητες των πρώην συζύγων, ώστε να διαπιστωθεί με ποιον γονέα εξυπηρετούνται καλύτερα οι ψυχολογικές, κοινωνικές και αναπτυξιακές ανάγκες του παιδιού.

Ο ρόλος του ψυχολόγου δεν είναι να ασκήσει κριτική ή να αποδώσει ευθύνες για το διαζύγιο, ούτε και να πάρει αποφάσεις.

Καλείται όμως να έχει τις γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία, για να διεκπεραιώσει αποτελεσματικά την αξιολόγηση για την επιμέλεια, ώστε αυτή να χαρακτηρίζεται από αντικειμενικότητα, αμεροληψία και επιστημονικότητα. Ο δικαστικός ψυχολόγος οφείλει να απορρίπτει τους πολλαπλούς ρόλους σε κάθε υπόθεση αξιολόγησης για επιμέλεια (π.χ. να είναι o αξιολογητής και ο θεραπευτής των γονέων ή του παιδιού), καθώς βλάπτεται ανεπανάληπτα η αξιοπιστία της αξιολόγησής του. Επιπλέον, οφείλει να χρησιμοποιεί πολλαπλούς τρόπους για τη συλλογή των πληροφοριών που απαιτούνται, όπως συνέντευξη με το παιδί και τους γονείς, συγκέντρωση πληροφοριών από τους θεραπευτές των εμπλεκόμενων μερών, παρατήρηση, αλλά και χρήση αντικειμενικών, αξιόπιστων και εμπορικά διαθέσιμων εργαλείων αξιολόγησης (π.χ. τεστ νοημοσύνης, προσωπικότητας, ερωτηματολογίων για την γονεϊκή ικανότητα, κ.α.). Τέλος, η συλλογή όλων των πληροφοριών θα πρέπει να οδηγεί στη σύνταξη μιας αναφοράς, όπου ο δικαστικός ψυχολόγος θα πρέπει να εκθέτει τα ευρήματά του και να κάνει τις συστάσεις του για την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων (APA, 1994; Berson, 1997; Heilbrun, 1992; Kuo, Hall & Levy, 2010). 

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι ο ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου σε υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων έχει δύο όψεις, τις οποίες οφείλει να γνωρίζει οποιοσδήποτε επιθυμεί να εμπλακεί σε μια τέτοια διαδικασία. Η μία όψη σχετίζεται με τη θετική συνεισφορά του δικαστικού ψυχολόγου στην προσπάθεια εξασφάλισης ενός ποιοτικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη του παιδιού. Η άλλη όψη αφορά το γεγονός ότι ο ψυχολόγος με την πραγματογνωμοσύνη που θα καταθέσει στο δικαστήριο μπορεί να γίνει αποδέκτης απειλών από τα μέλη που θεωρούν ότι έχουν αδικηθεί ως προς την επικοινωνία που θα έπρεπε να έχουν με τα παιδιά τους. Στην Ελλάδα, υπάρχει ένα επιπρόσθετο μειονέκτημα/κίνδυνος, καθώς ο ειδικός του χώρου της ψυχικής υγείας μπορεί να μηνυθεί για την πραγματογνωμοσύνη του, ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και στις ΗΠΑ, προστατεύεται από τέτοιες διαδικασίες, αλλά υποχρεούται να εξεταστεί από τον αντίδικο, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι ο γονέας που νιώθει ότι έχει αδικηθεί δεν μπορεί να υποβάλλει παράπονα στην ένωση ψυχολόγων για τον τρόπο που ασκεί ο ειδικός τα καθήκοντά του (Pickar, 2007; Shapse, 2008).

Εν κατακλείδι, ο ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου σε υποθέσεις επιμέλειας ανηλίκων είναι ιδιαίτερα απαιτητικός και μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά στη λήψη ορθών αποφάσεων για τα παιδιά, προκειμένου να διασφαλιστούν τα δικαιώματα και οι ανάγκες τους. Ωστόσο, είναι επιτακτική ανάγκη να θεσπιστεί ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας, το οποίο θα προσδιορίζει βασικούς άξονες στη διαδικασία της αξιολόγησης, όπως ο ρόλος του δικαστικού ψυχολόγου, η εκπαίδευση/κατάρτιση που οφείλει να έχει ο ειδικός, καθώς και τον τρόπο συλλογής των πληροφοριών, ώστε η πραγματογνωμοσύνη που θα δοθεί στο δικαστήριο να χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία, ουδετερότητα και να παρέχει το μέγιστο της βοήθειας στους δικαστές για να πάρουν τις ορθότερες αποφάσεις για τα παιδιά και τις οικογένειές τους.

Βιβλιογραφία

A.P.A. (1994). Guidelines for child custody evaluations in divorce proceedings. American Psychologist, 49(7), 677- 680.

Berson, J.S. (1997). Dual relationships for the psychologist when custody is an issue, retrieved from http://www.apadivisions.org/division-31/publications/articles/new-jersey/berson.pdf.

Bow, J.N. & Quinnell, F.A. (2001). Psychologist’s current practices and procedures in child custody evaluation: Five years after American Psychological Association guidelines. Professional Psychology: Research and Practice, 32(3), 261- 268.

Heilbrun, K. (1992). The role of psychological testing in forensic assessment. Law and Human Behavior, 16(3), 257-272.

Kuo, A.D., Hall, S.A. & Levy, M.I. (2010). Child custody and divorce: An overview. Forensic Psychologist Associates Medical Corporation.

Pickar, D.B. (2007). On being a child custody evaluator: Professional and personal challenges, risks and rewards. Family Court Review, 45(1), 103- 115.

Rohrbaugh, J.B. (2008). Roles and ethical issues in custody disputes. In J.B. Rohrbaugh, A comprehensive guide to child custody evaluations: Mental health and legal perspectives. New York: Springer.

Shapse, S.N. (2008). The role of mental health child custody evaluator, retrieved from http://www.hg.org/article.asp?id=5089.