Ο γέρος στην ταράτσα

geros stin taratsaΓράφει η Χαρά Νικολακοπούλου*

Ανέβαινε συχνά στην ταράτσα και έπιανε ένα παλιό τραγούδι.

Διώροφο και κακοπαθημένο ήταν το σπίτι του, χτυπημένο από το σεισμό που το επισκεύασε με χίλιους κόπους. Στο ισόγειο έμενε ο γιος του με τη νύφη του και στον πρώτο αυτός με τη γυναίκα του.

Ανέβαινε λοιπόν στα ψηλά και  σιγομουρμούριζε  σκοπούς σμυρναίικους που του σιγοντάριζε η μάνα του. Δεν αξιώθηκε ποτές του να ταξιδέψει σε εκείνα τα μέρη της ανατολής κι ας το είχε χρόνια καημό, κι ας τον έτρωγε χρόνια η γυναίκα του. Ήταν αρκετά τα έξοδα και δεν του περισσεύανε από το μισθό του δημοσίου υπαλλήλου.

Αλλά το χειρότερο, αυτό που του πάγωνε τα μέλη και διέλυε τις αποφάσεις, ήταν το ίδιο το ταξίδι. Πολύ επικίνδυνα έχουν γίνει στην εποχή μας τα ταξίδια, πρέπει να μπεις σε λεωφορεία, σε αεροπλάνα, σε καράβια, και πώς το ξέρουμε ότι όλα τούτα δεν θα πάθουνε καμιά βλάβη στην πορεία τους; Τόσα και τόσα ακούμε κάθε μέρα στην τηλεόραση. Αυτός ήταν ο ενδόμυχος φόβος που τον κρατούσε άπρακτο και δεμένο. Κι έπειτα γιατί να πάει να πέσει μέσα στην τουρκιά; Για να τον φάνε μπαμπέσικα σε κανένα σοκάκι;

Όλα κι όλα! Την αγαπούσε τη ζωούλα του ο κυρ Παναγιώτης.

Παρόλα τα 78 χρόνια του, την αγαπούσε και σαν κόρη οφθαλμού την πρόσεχε. Γι’ αυτό ανέβαινε στην ταράτσα και έπιανε το τραγούδι.

Γι’ αυτό κουβαλιόταν κάθε τρεις και λίγο στο γιατρό να του γράψει γενικές εξετάσεις.

 Εξανίστατο ο γιατρός.

-Δεν μπορώ, χριστιανέ μου, να σου γράψω πάλι εξετάσεις. Δεν τις δικαιολογεί τόσο συχνά το ταμείο, δεν καταλαβαίνεις;

Αλλά εκείνος επέμενε να μην καταλαβαίνει.

Τι ξέρουν οι νέοι από ζωή; σκεφτόταν.

Μόνο όταν κοντοζυγώνεις στο τέρμα, όταν πλησιάζει η αποφράδα να το χάσεις το πολύτιμο αγαθό, πάνω εκεί που ετοιμάζεται να σου βάλει τη χερούκλα του ο χάρος και να σε πετάξει σαν σφαχτάρι στα χρονοντούλαπα, μόνον τότε συνειδητοποιείς τη γλύκα. Όση είσαι σε θέση να γευτείς πια. Αλλά πόση;

Την αγαπούσε τη ζωούλα του ο κυρ Παναγιώτης.

Γι’ αυτό και ουδέποτε ταξίδεψε μακριά από τον τόπο του. Μόνο κοντινά ήταν τα ταξίδια του, όσο μπορούσε δηλαδή να τον βγάλει ένα παμπάλαιο Σκόντα που το οδηγούσε πάντα με 40 χιλιόμετρα την ώρα, το τι μούντζα είχε φάει, δε λέγεται!

Όλος ο κόσμος του ήταν στην ταράτσα. Από εκεί πάνω αγνάντευε τα χαμόσπιτα της γειτονιάς κι ένιωθε πρώτο μπόι. Περιποιόταν τις γλάστρες με το βασιλικό και τη μαντζουράνα και ρούφαγε μυρωδιές. Στο τέλος έπιανε και το τραγούδι. Κανείς δεν τον έπαιρνε χαμπάρι εκεί πάνω.

Όχι ότι τον ένοιαζε δηλαδή. Σε ποιον είχε να δώσει λογαριασμό;

Σε όλη του τη ζωή υπήρξε άμεμπτος. Τίμιος οικογενειάρχης και πατέρας, κολλημένος στα φουστάνια της γυναίκας του, πενήντα χρόνια τώρα ούτε βήμα δεν έκανε παραπέρα, το καφενείο δεν τον γνώρισε.

Ευσυνείδητος υπάλληλος και συνεπής μέχρι αηδίας, έφερε ουκ ολίγους στα πρόθυρα της υστερίας με την ξεροκεφαλιά και την τυπολατρία του.

Πλάκα έσπαγαν  οι συνάδελφοί του πίσω από την πλάτη του, σιγά μη δεν το ήξερε. Έκανε πως δεν καταλάβαινε, γιατί να χαλάσει τη ζαχαρένια του και να ανεβάσει πίεση; Και σαν ποιους να ζηλέψει δηλαδή; Μερικούς μερικούς που δεν έχουν πού να κρύψουν τις πομπές τους; Καλύτερα αργοκίνητος παρά ντροπιασμένο τομάρι στην κοινωνία, το πήρε απόφαση.

Ήτανε περήφανος για την άβλαβη ζωή του ο κυρ Παναγιώτης.

Μόνο που είχε ένα πρόβλημα τώρα στα τελευταία. Μιλούσαν οι άλλοι γύρω του και αυτός δεν ακολουθούσε. Δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, μήτε που τον απασχολούσε να τους καταλάβει. Εκείνου ο νους του ήταν στην ταράτσα. Να ανέβει ίσαμε εκεί, να κόψει ένα κλωνί δυόσμο και να το μασήσει, κι απέ να πιάσει τα σμυρναίικα που ‘χουνε καημό τα λόγια τους και σιρόπι η μελωδία.

Τι να κάμει με τους άλλους εκεί στα χαμηλά;

Να καταδέχεται τις πικρές κουβέντες;

Άλλος καημός μεγάλος ήταν τα εγγόνια. Δύο στο σόι, αγόρια και τα δύο και μονάκριβα.

Ασφάλιζε τα παράθυρα, διπλομαντάλωνε τις μπαλκονόπορτες κάθε που έρχονταν στο σπίτι, λες και τα παιδιά έψαχναν επί τούτου πόρτα ανοιχτή για να πηδήξουν από το μπαλκόνι. Τάσεις αυτοκτονίας να είχε κανείς που ζούσε μαζί του, δεν θα έβρισκε τον τρόπο να πεθάνει που να χτυπιόταν.

-Μη φυσάς τη σούπα του παιδιού, κυνήγαγε τη γυναίκα του. Θα ρίξεις μικρόβια μέσα.

Η κυρά Περιστέρα είχε πια απηυδήσει.

-Φύγε από δω, χριστιανέ μου, τον απόπαιρνε.

-Σύρε να πας στο καφενείο, να ησυχάσω.

Μα σε λιγουλάκι θα ερχότανε γνοιασμένη να τον χαϊδολογήσει. Πενήντα χρόνια μαζί, κώλος και βρακί ένα πράγμα. Ψωμί κι αλάτι. Στιγμή δε χώρισαν, παρά μόνο εφτά μέρες που ταξίδεψε η Περιστέρα στη Μυτιλήνη να δει το γιο τους το μεγάλο που είχε διοριστεί εκεί στα ξένα μέρη.

Ξενιτιά ήταν γι’ αυτόν ο τόσο μακρινός τόπος, και άμα μεσολαβούσε και θάλασσα, ακόμα πιο ξένος.

Την ξελίγωσε στα τηλέφωνα εκείνη την εβδομάδα.

Μέχρι που τα μάζεψε και γύρισε άρον άρον, τόση έννοια τον είχε να βολοδέρνει στο σπίτι μοναχός του.

Αλλά κι εκείνος δεν την παραμελούσε. Ακόμα τις έκανε δώρο χρυσές καδένες στη γιορτή της ή χρυσά σκουλαρίκια, της έφερνε λουλούδια και μικρές αφιερώσεις «Στην πιο γλυκιά γυναίκα του κόσμου» σκαλισμένες σε ξύλινο πλαίσιο.

Τη φύλαγε λοιπόν καλά τη ζωούλα του ο κυρ Παναγιώτης κι ας είχε τη μισή. Η άλλη μισή ήταν διπλωμένη στο ντουλάπι με τις ναφθαλίνες. Αλλά δεν τον πείραζε. Ευχαριστημένος ήταν κι έτσι.

Το κακό ξεκίνησε με μια ιωσούλα απ’ αυτές που τα πιτσιρίκια τις περνάνε στα όρθια και δεν παίρνουνε χαμπάρι.

Εκείνον όμως τον τσάκισε. Ήτανε και η εγχείριση προστάτη που είχε κάνει πρόσφατα και βρήκε καταπονημένο τον οργανισμό του.

Τρεις μήνες μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο με φοβερό βήχα, καταρροή, δύσπνοια που τον έφερνε στο αμήν να σβήσει. Τρεις μήνες με μάσκες οξυγόνου, ενέσεις και αντιβιοτικά.

Τρεις μήνες που ήλιου φως δεν μπήκε από τη χαραμάδα της απελπισίας του. Είχε αρχίσει να του στρίβει , μεριά η κλεισούρα, μεριά τα φάρμακα.

Έδωσε βέβαια το απαραίτητο φακελάκι στο γιατρό για να τον προσέξει κι εκείνος του έδωσε καλό δωμάτιο δίκλινο και με δική του τουαλέτα.

Η Περιστέρα δεν κουνήθηκε λεπτό από δίπλα του. Ολημερίς έλιωνε να του παραστέκεται και μοναχά το βραδάκι αποτραβιόταν με μισή καρδιά, αφήνοντας την αποκλειστική στο πόδι της.

Έβαζε μισή μπουκιά στο στόμα της, κι εκείνο με το ζόρι, από το φαγητό που της είχε φυλάξει η νύφη της, του έπλενε τις πιτζάμες και σηκωνόταν αξημέρωτα για το νοσοκομείο.

Το ένιωθε κι ας μην ήθελε να το χωνέψει πως οι δυνάμεις του φυλλορροούσαν. 

-Σήκω να φύγουμε, θα μου στρίψει εδώ μέσα, είπε της γυναίκας του. Τέταρτη φορά που μπήκε στο νοσοκομείο και δεν τον αφήνανε να βγει.

Βούτηξε παραμάσχαλα τη φιάλη οξυγόνου και κίνησε με τις πιτζάμες.

Όπου έβλεπε ΕΞΟΔΟΣ τραβούσε στα τυφλά.

Το κακό ήταν πως έξω σφύριζε ένας χιονιάς ζόρικος βδομάδες τώρα, υγρασία και βροχή ασταμάτητη και δεν τον άφηνε να ανέβει στην ταράτσα.

Τα παιδιά δεν πατούσαν πια στο σπίτι μην και τον κολλήσουν τίποτα άλλο. Δεν ήξερε αν τον είχε συγχωρήσει το μικρό μπαμπέση που του κόλλησε τον ιό. Καμιά φορά ψυλλιαζόταν ότι επίτηδες το έκανε ο δαιμονάκος για να τον ξεκάνει. Το είχε δηλώσει άλλωστε απερίφραστα «Τον παππού ‘εν τον αγαπάω» ο μικρός Παναγιωτάκης γιατί τον μάλωνε όταν έβγαζε εκείνες τις ανυπόφορες τσιρίδες.

Όταν πια βγήκε ο ήλιος και ξελαμπικάρισε η πλάση μουσκεμένη είδε ότι τα πόδια του δεν τον βαστούσαν πια να ανέβει στην ταράτσα.

Τέσσερις μήνες που ήτανε κρεβατωμένος και ελπίδες πια δεν είχε να σηκωθεί. Σε λιγάκι θα χρειαζόταν να τον αλλάζουνε κιόλας, θα κατουριότανε πάνω του, σα μωρό παιδί θα καταντούσε.

Διάλεξε μια όμορφη μέρα λαμπερή και ηλιόλουστη και μάζεψε τα κουράγια του.

Η Περιστέρα είχε πάει στη λαϊκή, θα καθυστερούσε καμιά ωρίτσα.

Ο παπαγάλος του διπλανού ξελαρυγγιαζόταν, οι μικροπωλητές διαλαλούσαν την πραμάτεια τους στο δρόμο, η τηλεόραση έπαιζε  το καθημερινό της μαγκαζίνο και στο Ιράκ σκοτωνόταν ο κοσμάκης ως συνήθως. Η ζωή τραβούσε το δρόμο της χωρίς εκείνον, τίποτε δεν θα άλλαζε.

Σύρθηκε μέχρι τις παντόφλες του και τις φόρεσε. Ανέβηκε κούτσα κούτσα τις σκάλες, θεόρατες σαν τον Όλυμπο των θεών του φάνηκαν. Βγήκε κάποτε στην ταράτσα και ανάσανε βαθιά. Η άνοιξη είχε πάρει το δρόμο της, εκείνον τον συφοριασμένο θα περίμενε να την καλωσορίσει;

Έκοψε ένα κλωνάρι δυόσμο και τον ασπάστηκε. Τούτο το μυριστικό αγαπούσε πιότερο, τούτο που νοστίμιζε τους κεφτέδες και τις τυρόπιτες της Περιστέρας. Ούτε που μπορούσε να τα γευτεί πια, μοναχά φιδές και σουπίτσα, σουπίτσα και φιδές.

Έκλεισε την πόρτα της ταράτσας πίσω του. Έβγαλε τη ρόμπα του. Δεν ήθελε να πιαστεί πουθενά και να τον μαγκώσει.

Έβγαλε και τις παντούφλες του μετά. Γιατί να πήγαιναν χαμένες;

Καβάλησε με χίλια ζόρια τα κάγκελα, βαστώντας γερά το κοντάρι της τηλεόρασης.

-Δεν θα με πιάσεις, παλιοκερατά!

Πάτησε στο πεζούλι δίπλα στην υδρορροή.

-Δε θα με τσακώσεις μασκαρά! Εγώ είμαι πιο γρήγορος από σένα!

Ξαφνικά θυμήθηκε ότι δεν είχε ταΐσει τα γατάκια, γι’ αυτό κλαψούριζαν σα μωρά παιδιά και του ξέσκιζαν την καρδιά.

Αλλά ήταν αργά πια. Είχε δώσει το σάλτο και έπεφτε. Ήταν ένα ωραίο σάλτο στ’ αλήθεια. Όσοι το είδαν το θαύμασαν. Οι πιτζάμες του ανέμισαν στο πρωινό φως σαν το λάβαρο της ελευθερίας.

Ξεκίνησε να βουτήξει με την κοιλιά, όπως όταν έπεφτε στη θάλασσα, αλλά κατέληξε να πέφτει με το κεφάλι.

Ήταν το πιο βαρύ σημείο του σώματός του, τόσο άγχος και φόβο που κουβαλούσε τόσα χρόνια. Ασήκωτο είχε γίνει. Δεν ήταν λοιπόν παράξενο.

Νόμισε ότι του έφυγε η μια κάλτσα αλλά διόλου δε νοιάστηκε. Είχε χιλιάδες πράγματα να σκεφτεί εκείνα τα απειροελάχιστα δευτερόλεπτα.

Αλλά το πιο σημαντικό από αυτά ήταν ότι δεν θα χρειαζόταν πια να αγχώνεται μήπως κάποια στιγμή αρρωστήσει και πεθάνει. Ποτέ πια δεν θα φοβόταν το θάνατο.

Τον είχε προγκήξει άσχημα με εκείνο το σάλτο. Κι ήταν αυτό το πιο εντυπωσιακό και γενναίο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή του.

————————————————————————————————————————

*Η Χαρά Νικολακοπούλου είναι φιλόλογος και έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Δημιουργική Γραφή, από το Πανεπιστήμιο Δυτ. Μακεδονίας. Ζει στην Καλαμάτα και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Είναι μέλος του Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων Μεσσηνίας. Διηγήματα και παραμύθια της έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς και έχουν εκδοθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.

Στις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 γράμματα βρίσκεται αναρτημένη η μεταπτυχιακή εργασία της «Παραδοξολογίες και γλωσσικές ακροβασίες στο  πεζογραφικό έργο του Γιάννη Σκαρίμπα». Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της  Η δημιουργική γραφή στο Γυμνάσιο από τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη.