Ναι, ο έρωτας είναι

Γράφει η Τζίνα Ψάρρη*

Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που πρόσεξα τόσο πολύ την εμφάνισή μου. Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την ορθάνοιχτη ντουλάπα, περνώ και ξαναπερνώ το χέρι μου πάνω στην ιστορία του προσωπικού μου γούστου – το οποίο βρίσκω ξαφνικά άθλιο – δοκιμάζω, παίρνω πόζες στον καθρέφτη. Όταν φοβήθηκα πια πως θα μου αντιγυρίσει θυμωμένα βλέμματα, επέλεξα ένα αυστηρό μαύρο φόρεμα. Λίγες ακόμη δοκιμές έως ότου πετύχω την επιβεβλημένη «απρόσιτη ματιά», να δένει με τα κατακόκκινα χείλη μου και φεύγω. «Επιβεβλημένη;» σκέφτομαι όσο οδηγώ. «Τι θέλω να κρατήσω σε απόσταση; Και για ποιον όλες αυτές οι ετοιμασίες; Για έναν άγνωστο;» Είχα ήδη μετανιώσει για την ενδυματολογική μου απόφαση. Θύμιζα κάτι ανάμεσα σε βαρυπενθούσα και σκαθάρι. Μα, κατάμαυρα; Τί σκεφτόμουν; Ψάχνω στα γρήγορα για σκέψεις καθησυχασμού. Το μαύρο είναι αυθάδικο μα και απλό ταυτόχρονα. Το μαύρο λέει: «Δεν σ’ ενοχλώ, άρα μην μ’ ενοχλείς κι εσύ». Μουρμουρίζω παραληρηματικά σ” όλο τον δρόμο.

Ανοίγω την πόρτα του μπαρ και συνειδητοποιώ πως όλη αυτή η ενόχληση προέρχεται από την αδημονία της συνάντησης. Φοράω το καλύτερο χαμόγελο που μπορώ, αν και είμαι σίγουρη πως μοιάζει ψεύτικο και τον ψάχνω με τα μάτια. Το χέρι μου αυτενεργεί σε αμήχανες κινήσεις. Να στρώσω τα μαλλιά, να ισιώσω το φόρεμα. Πανικός είναι αυτό που σφίγγει το στομάχι μου; Στο μυαλό μου καρφώνονται αδυσώπητες σκέψεις: Η πρώτη εντύπωση που θα του κάνω, θα είναι ενός αναξιόπιστου πλάσματος αμφιβόλου ποιότητος που όλο και ολισθαίνει. Μηχανικά υγραίνω τα χείλια μου. Κόκκινη υγρασία οδύνης. «Για σύνελθε», διατάζω τον βαρήκοο εαυτό μου. Εκ των υστέρων κατάλαβα, τα έχει αυτά ο έρωτας, στην προσπάθειά του να επιβιώσει, πιάνεται απ’ όποια σπασμωδική κίνηση βρει. Κοιτάζω γύρω μου σαν χαμένη. Αναρωτιέμαι πώς είναι δυνατόν να θεωρείται διασκέδαση αυτό το στριμωξίδι. Το μπαρ είναι γεμάτο με ανθρώπους που στοιβάζονται σχεδόν ο ένας πάνω στον άλλον, μ’ ένα ποτό στο χέρι. Χτενίζω με το βλέμμα το πλήθος αναζητώντας τον. Ξαφνικά τον βλέπω στην άκρη της αίθουσας. Το πρόσωπό του κολυμπάει μέσα στο μισόφωτο. Στέκεται όρθιος δίπλα στη μπάρα, έχει τα χέρια του μέσα στις τσέπες του παντελονιού του και κοιτάζει το πάτωμα. Είναι και αυτός αμήχανος. Ωραία. Ο χώρος είναι ασφυκτικά γεμάτος από κόσμο, μια θάλασσα από κεφάλια κυματίζει ανάμεσά μας. Αναγκάζομαι να συρθώ στον τοίχο για να καταφέρω να περάσω μια παρέα εικοσάρηδων που γελάει δυνατά. Τί θέλω εγώ στα μπαρ; Μ’ έναν άγνωστο άντρα που μόλις γνώρισα; Ένα βράδυ, τρεις ώρες εγκάρδιας συζήτησης σε σπίτι φιλικό και αποδέχτηκα τέτοια πρόσκληση; Ευγενής και όμορφος, δε λέω, όμως γιατί συμφώνησα να συναντηθούμε σ’ ένα μέρος όπου δεν επρόκειτο να κουβεντιάσουμε σαν άνθρωποι; Εδώ μέσα, το μόνο που θα καταφέρουμε είναι ν’ ανεβάσουμε τον μέσο όρο ηλικίας. Πάνε οι σαραντάρηδες σε τέτοια μέρη; Περπατάω με κόπο προς το μέρος του. Νιώθω αγκώνες και γοφούς να με σπρώχνουν από παντού. Με βλέπει και κάνει μια κίνηση προς τα εμπρός, σαν να θέλει να έρθει προς το μέρος μου. Έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος υποχωρεί, ανοίγει ο χώρος και στέκομαι μπροστά του, τόσο κοντά που ακούω την ανάσα του. Η καρδιά μου επιταχύνει το ρυθμό της. Μια περίεργη ζεστασιά με τυλίγει. Ανάμεσά μας πλανιόταν εκείνη η ένταση που σε γραπώνει με δύναμη όταν ακόμα δεν έχεις αγγίξει τον άλλον, όταν δεν ξέρεις πως είναι το κορμί του, αν θα συνταιριαστεί με το δικό σου. Μια τόσο συναρπαστική στιγμή που ο λαιμός στεγνώνει, η καρδιά φτερουγίζει ξέφρενα και όλα μοιάζουν να κινούνται σε αργή κίνηση. Είναι σαν να σταματάει ο χρόνος, σαν να περιμένει πρώτα να κάνει κάποιος το πρώτο βήμα και μετά ν’ αρχίσει να κυλάει. Αδημονούσα, αν και δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Το σώμα του είχε κάτι το οικείο, λες και ήταν κάποιος που γνώριζα από παλιά, που θυμόμουν από ένα μακρινό όνειρο.

Αγγίζει το χέρι μου απαλά και παύω να νιώθω. Μυρίζω μόνο, το μεθυστικό άρωμα της επιθυμίας. Ξέρω πως κάτι πρέπει να πω, ν’ απαλύνω το αφόρητο, να μην αφήσω το κορμί να διαλυθεί. Ψάχνω να βρω ένα ακονισμένο ψέμα σαν αλήθεια, ένα παραμύθι σαν ανάγκη. Μα μίλησε πρώτος εκείνος. Δεν ακούω τις λέξεις. Ο ήχος της φωνής του με πηγαίνει κάπου που δεν ξέρω αν θέλω να πάω. Το δύσκολο παρελθόν έχει αφανιστεί με μιάς. Η ώρα ξεγλιστράει πονηρά, χάνεται. Γίνεται φίλη μόνο με τα σώματα που θέλουν ν’ αγκαλιαστούν, που παλεύουν να ενωθούν. Αγωνία, μη φύγει ο χρόνος και δεν προλάβουν. Μα η αγωνία, μόνο αγωνία θα γεννήσει, να μη χαθεί η στιγμή, να μην τελειώσει τ’ όνειρο. Στο χαμόγελό του, γραμμένες ιστορίες που θέλω ν’ ακούσω. Στα μάτια του, λάμπει ένα φως που θέλω ν’ ακολουθήσω. Κάτι ακόμα υπάρχει στο βλέμμα του που μου διαφεύγει και λαχταρώ να εντοπίσω. Όταν η επιθυμία απουσιάζει, δεν ξέρεις πόσο σου λείπει. Πώς γίνεται να είναι τόσο ευπρόσδεκτη όταν σ’ ανταμώσει; Αφού πονάει η παρουσία της! Δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα, μόνο να νιώθω. Το μυαλό δεν μου κάνει τη χάρη. Σκέψεις αιωρούνται πάνω απ’ το κεφάλι μου, σχεδόν τις αγγίζω: «Η γοητεία του άγνωστου σε έλκει, όλα τ’ άλλα είναι της φαντασίας σου που καλπάζει».

Και ξαφνικά, σε χρόνο λιγότερο απ’ όσο θα χρειαζόταν κάποιος για να πει την λέξη «ξελόγιασμα», τα βλέμματα έγιναν πηγάδια και τα αγγίγματα αγκαλιές, κι εγώ ν’ αναρωτιέμαι πως και μπλέχτηκα σε ένα – κατά τα φαινόμενα – επικίνδυνο παιχνίδι. Αρχικά, είπα να το φέρω βαρέως και ν’ απομακρυνθώ τάχιστα. Ούτε που κατάλαβα πως αφέθηκα στον χείμαρρο, αφήνοντας παντέρημη την περιέργεια να εστιάζει μόνο στον ισχυρό κλυδωνισμό πρωτόγνωρων συναισθημάτων.

Δεν ήταν ακριβώς ένα φιλί αυτό που ανταλλάξαμε. Περισσότερο μια εξερεύνηση, φευγαλέα αλλά προσεχτική. Παιχνίδι αργό, ένα γλυκό, καλοδεχούμενο βασανιστήριο. Το στόμα του απομακρυνόταν απ’ το δικό μου και ξαναγύριζε, ένα κύμα που αποτραβιόταν και ξαναγυρνούσε για να με δροσίσει. Ένιωσα αυτόματη την κυριαρχία του επάνω μου κι έκανα να αποτραβηχτώ…το χέρι του πίεσε απαλά το κεφάλι μου. Η θερμοκρασία γύρω μας είχε ξεπεράσει το σημείο βρασμού του αίματος. Εκείνη την αίσθηση του ασταθούς βήματος που αφήνει για λίγο κάθε παρατεταμένος διάπλους, την νιώθω διαρκώς. Παραδόθηκα χωρίς αντίσταση, πανευτυχής που πιάστηκα. Μαγεμένη από την αιχμαλωσία μου, κόλλησα επάνω του, έγινα ένα με το στόμα του. Ανέπνεα μέσα από τη δική του ανάσα, οι φλέβες μου πάλλονταν στο δικό του ρυθμό. Χιλιάδες μικρές σπίθες σκορπίστηκαν στη σάρκα μου κι έλαμψαν σαν πυροτεχνήματα, έγινα ολόκληρη η απόλυτη έκσταση.

Το μόνο που θυμάμαι πλέον από εκείνο το βράδυ, είναι ασυνάρτητες σκηνές όπου εκστασιασμένοι νεαροί λικνίζονταν προσεγγίζοντας ημισκυθρωπές νεαρές, χαμηλά φώτα, δυνατές μουσικές και μυρωδιά αλκοόλ, όλα μέσα σ’ έναν ανεμοστρόβιλο αναντίρρητων αντιθέσεων, κι εμένα, να κλείνω τα μάτια σε μια προσπάθεια αποστασιοποίησης. Ή αποκωδικοποίησης. Δε χρειαζόταν. Όταν φτάνεις στο ξέφωτο μετά από μακριά πεζοπορία σε σκοτεινά δάση – λαβύρινθους, όταν αντικρίζεις αχτίδες φωτός μετά από αιώνες άναστρων ουρανών, ναι, ο έρωτας είναι.

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

——————————————

*Η Τζίνα Ψάρρη γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλινών και πήρε το πτυχίο της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Μιλάει γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Δούλεψε για 20 χρόνια στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διδάσκοντας γαλλικά και ιστορία σε σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας. Από τις εκδόσεις Όστρια, κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Μέχρι το πέμπτο σκαλοπάτι», ενώ πολλά ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Fractal) αλλά και λογοτεχνικά blogs (Eikonakailogos, Λογοτεχνικά Σοκάκια, Πολιτιστική Ατζέντα, Ψυχής Απάγκιο). Το διήγημά της “Πρωινό αστέρι”, απέσπασε το 1ο βραβείο (2016) στον πανελλήνιο διαγωνισμό που κάθε χρόνο διοργανώνει η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.