Ναρκισσισμός, η άλλη πλευρά του καθρέφτη

Ζούμε στην εποχή της εικόνας, σε μια εποχή που τα πάντα συνδέονται με το «φαίνεσθαι» και όχι με το «είναι».

Από τη Δικαία Ροδίτη, Σύμβουλο Ψυχικής Υγείας – Ψυχοθεραπεύτρια

Το πρώτο πράγμα που σκεφτόμαστε, όταν γίνεται λόγος περί Ναρκισσισμού, είναι οι καθρέφτες. Η Ναρκισσιστική Προσωπικότητα πήρε την ονομασία της από τον μύθο του Νάρκισσου, έτσι η σύνδεση του Ναρκισσισμού με τους καθρέφτες δεν είναι τυχαία. Στην πλειοψηφία των ανθρώπων, οι καθρέφτες ασκούν μία ανεξήγητη γοητεία, αλλά.. Αλήθεια, τι πραγματικά βλέπουμε μέσα σε αυτούς;

Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία, ο Νάρκισσος ήταν ένας πανέμορφος νέος, που ερωτεύτηκε τον εαυτό του, όταν αντίκρυσε το είδωλο του στο καθρέφτισμα των νερών μιας λίμνης. Το πάθος του για το ίδιο του το είδωλο ήταν τόσο παράφορο και ακατανίκητο, που στην προσπάθεια του να αγγίξει την αντανάκλαση του στο νερό, έπεσε στα νερά της λίμνης και πνίγηκε.

Η έννοια του Ναρκισσισμού απασχόλησε από πολύ νωρίς τους ψυχοθεραπευτές. Ο Freud μέσα από μελέτες του πραγματεύτηκε πολλές φορές το θέμα του Ναρκισσισμού, δημοσιεύοντας σχετική μελέτη του το 1914. Σύμφωνα με τον Freud, ο Ναρκισσισμός αποτελεί έκφραση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης, με κύρια χαρακτηριστικά την μεγαλομανία και την απόσυρση ενδιαφέροντος από τον εξωτερικό κόσμο. Πρόκειται ουσιαστικά για μία σύγκρουση ανάμεσα στην ψυχική ενέργεια που επενδύεται στο Εγώ και σε αυτή στα Αντικείμενα. Έτσι, καθώς η μία υπερισχύει, η άλλη αποδυναμώνεται. Κι όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, «Ο ισχυρός εγωισμός είναι προστασία για να μην αρρωστήσουμε, όμως τελικά θα αρρωστήσουμε, αν δεν καταφέρουμε να αγαπήσουμε.». Σύμφωνα, λοιπόν, με την Φροϋδική ανάλυση του ναρκισσισμού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο ναρκισσιστής κατανοεί την πραγματικότητα μέσα από εικόνες του Εγώ.

Τις περισσότερες φορές που επιχειρείται παρουσίαση μιας Διαταραχής, ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιείται η Ψυχοδυναμική Προσέγγιση. Ωστόσο, αυτή τη φορά θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε αυτή την ιδιαίτερη Προσωπικότητα υπό το πρίσμα της Θεραπείας Σχημάτων του J. Young και των συνεργατών του, μιας προσέγγισης Γνωσιακής – Συμπεριφορικής προέλευσης, που πρωτοπαρουσιάστηκε βιβλιογραφικά περίπου πριν από δύο δεκαετίες με σκοπό να καλύψει τα κενά της Γνωσιακής – Συμπεριφορικής Θεραπείας για τις Διαταραχές Προσωπικότητας. Υπό το πρίσμα αυτής της «πιο ανθρώπινης προσέγγισης», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γ. Σίμος στον ελληνικό πρόλογο για το βιβλίο «Θεραπεία Σχημάτων, Ένας οδηγός για τον θεραπευτή», τα κύρια σχήματα ενός Ναρκισσιστή είναι Συναισθηματική Στέρηση, Ελαττωματικότητα/Ντροπή και Αυτονόητο Δικαίωμα/Μεγαλομανία. Συχνά, ωστόσο, παρατηρούνται και σχήματα, όπως Ανελαστικά Πρότυπα/Υπερεπικριτικότητα, Καχυποψία/Κακοποίηση, Ανεπαρκής Αυτοέλεγχος/Αυτοπειθαρχία κ.α..

Όλοι μας έχουμε κάποια στοιχεία στην προσωπικότητα μας που θα μπορούσαν να παραπέμψουν σε κάποια Δομή Προσωπικότητας. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται με τα βιώματα μας κατά την παιδική ηλικία και εφηβεία και σε ορισμένους ανθρώπους εκδηλώνονται σε επίπεδο Διαταραχής, λόγω βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων και εκλυτικών γεγονότων. Ουσιαστικά το άτομο υιοθέτησε κάποιες συγκεκριμένες συμπεριφορές ως παιδί ή έφηβος, προκειμένου να ανταπεξέρχεται, συμπεριφορές που στην ενήλικη πλέον ζωή του δεν είναι λειτουργικές. Έτσι, λοιπόν, και στην περίπτωση της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας καλούμαστε να διερευνήσουμε την παιδική ηλικία, για να κατανοήσουμε την εξέλιξη ενός Ναρκισσιστή. Σαφώς, η πορεία του κάθε ανθρώπου είναι διαφορετική, ωστόσο υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία που συναντώνται στο ιστορικό παιδικής ηλικίας αυτών των ατόμων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Young, έχουν παρατηρηθεί τέσσερις κοινοί παράγοντες: μοναξιά και απομόνωση, ανεπαρκή όρια, ιστορικό εκμετάλλευσης ή χειραγώγησης και υπό όρους επιδοκιμασία.

Σύμφωνα με τη Θεραπεία Σχημάτων, οι περισσότεροι Ναρκισσιστές υπήρξαν μοναχικά παιδιά, που δεν βίωσαν την ανιδιοτελή και αυθεντική αγάπη από τους γονείς τους· δεν οριοθετήθηκαν από νωρίς με σαφή και επαρκή όρια, καθώς οι γονείς τους ικανοποιούσαν τα χατίρια τους σε όλα τα επίπεδα εκτός από το επίπεδο του συναισθήματος· θυματοποιήθηκαν τουλάχιστον από τον ένα γονέα σε σεξουαλικό ή συναισθηματικό επίπεδο ή για την ικανοποίηση των αναγκών του για κύρος ή αναγνώριση· αισθάνονταν ξεχωριστοί και άξιοι, ικανοποιώντας κάποιο υψηλό πρότυπο που είχε τεθεί από τον γονέα, προκειμένου να μη βιώσουν την απόρριψη ή την υποτίμηση.

Στις περισσότερες περιπτώσεις ατόμων με Ναρκισσιστική Προσωπικότητα, σύμφωνα με τον Young, το παιδί εισέπραττε από τους γονείς ως επί το πλείστον αντικρουόμενες συμπεριφορές. Αφενός, ο ένας γονέας ήταν αφοσιωμένος, προσέφερε προνομιούχα μεταχείριση και έθετε ανεπαρκή όρια, βασίζοντας τη συμπεριφορά του στην ικανοποίηση των δικών του αναγκών παρά του παιδιού. Στον αντίποδα, ο άλλος γονέας ήταν απορριπτικός, επικριτικός και απόμακρος. Έτσι, το παιδί λάμβανε αντικρουόμενα μηνύματα: ο ένας γονέας υπερενίσχυε την αξία του, ενώ ο άλλος την υποτιμούσε. Συμπληρωματικά, οι περισσότεροι Ναρκισσιστές υπήρξαν χαρισματικά παιδιά, γεγονός που ενίσχυε την προαναφερθείσα συμπεριφορά των γονέων. Ως παιδιά πιέζονταν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των γονέων από φόβο μήπως χάσουν την προσοχή τους. Ωστόσο και σε αυτή την περίπτωση τα μηνύματα ήταν αντικρουόμενα, καθώς απολάμβαναν ξεχωριστή φροντίδα αξιοποιώντας τα χαρίσματα τους, αλλά βρίσκονταν αντιμέτωποι με την απαξίωση, όταν φέρονταν ως φυσιολογικά παιδιά. Ορισμένοι Ναρκισσιστές βίωναν αυτή την αίσθηση του ξεχωριστού από τον κοινωνικό περίγυρο ως μέλη μιας ιδιαίτερης οικογένειας, γεγονός που διαφοροποιούνταν μέσα στην ίδια την οικογένεια. Εκτός του ότι εξαρχής διδάσκονταν ότι η αναγνωρισιμότητα ενός ανθρώπου καθορίζει και την αξία του, έρχονταν αντιμέτωποι από πολύ νωρίς με στερεοτυπικές και καθωσπρεπικές συμπεριφορές, που συνδέονταν με την εικόνα του ατόμου προς την κοινωνία και ήταν σημαντικότερες από την συναισθηματική έκφραση.

Συναντώντας έναν ενήλικα Ναρκισσιστή, πολλές φορές βρισκόμαστε ενώπιον ενός ατόμου με γοητευτικό παρουσιαστικό, εγωκεντρικό και ψυχρό, μεγαλομανές και αλαζονικό, ένα άτομο που στερείται εμπάθειας, είναι χειριστικό και αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστό. Ωστόσο, βλέποντας λίγο βαθύτερα μπορεί κανείς να αντιληφθεί ότι πρόκειται για ένα άτομο άκρως ανασφαλές, εξαρτημένο από την επιβεβαίωση μιας προαπαιτούμενης ιδανικής εικόνας σύμφωνα με στερεοτυπικά δεδομένα. Πρόκειται για προσωπικότητες εξαιρετικά εύθραυστες τόσο στην κριτική όσο και την αυτοκριτική, που λατρεύουν την «περσόνα», το είδωλο και όχι τον πραγματικό, βαθύτερο εαυτό. Ένας Ναρκισσιστής είναι επί της ουσίας ένα μοναχικό παιδί, που δεν βίωσε τη αυθεντική και ανιδιοτελή αγάπη, που η αυτοεκτίμηση του είναι απόλυτα συνυφασμένη από την επιδοκιμασία τρίτων. Ήδη από την παιδική του ηλικία εκπαιδεύτηκε να λαμβάνει προσοχή και φροντίδα ως ανταμοιβή για δεξιότητες και συμπεριφορές που συνδέονταν με την εικόνα του και όχι με τον πραγματικό του εαυτό. Για τον λόγο αυτό είναι δύσκολο για έναν Ναρκισσιστή να αντιληφθεί τον πραγματικό του εαυτό πίσω από το ιδανικό είδωλο και τα δικά του πραγματικά «θέλω» πίσω από τις μαθημένες επιθυμίες των σημαντικών άλλων.

Όπως σε όλες τις περιπτώσεις Ψυχικών Διαταραχών, έτσι και στην περίπτωση των Διαταραχών Προσωπικότητας, είναι πολλοί οι παράγοντες που συμβάλλουν στην εκδήλωση τους, όπως κοινωνικοί, πολιτισμικοί, βιολογικοί κ.ο.κ.. Η Ναρκισσιστική Προσωπικότητα ως Διαταραχή συναντάται περίπου στο 2% του καταγεγραμμένου πληθυσμού με Διαταραχή Προσωπικότητας. Ωστόσο στα πλαίσια των κοινωνικών αλλαγών των τελευταίων δεκαετιών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ναρκισσισμός ως χαρακτηριστικό δεν μας ξενίζει. Ζούμε στην εποχή της εικόνας, σε μια εποχή που τα πάντα συνδέονται με το «φαίνεσθαι» και όχι με το «είναι» και καθημερινά συμμετέχουμε σε έναν αγώνα τελειοθηρίας που βασίζεται σε κοινωνικά στερεότυπα, αδυνατώντας να εστιάζουμε στην ολοκλήρωση του βαθύτερου εαυτού μας.

Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να κοιτάμε απλά στον καθρέφτη, αλλά να δούμε αυτόν τον άλλο που κρύβεται πίσω από την αντανάκλαση μας; Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να προβάλλουμε ένα ιδανικά δομημένο είδωλο, αλλά να αφήσουμε να ξεδιπλωθεί από μέσα μας ο πραγματικός μας εαυτός, με τις αδυναμίες και τις ιδιαιτερότητες μας;  Ίσως έτσι μπορέσουμε να γνωρίσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε και ποιοι πραγματικά είναι οι άνθρωποι γύρω μας.. Ίσως έτσι αντιληφθούμε την ανθρώπινη φύση μας και βρεθούμε ένα βήμα πιο κοντά στην προσωπική μας ολοκλήρωση..

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
Μάνου, Ν. (1997), Βασικά Στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής, αναθεωρημένη έκδοση, Θεσσαλονίκη, University Studio Press

Jeffrey E. Young, Janet S. Klosko, Marjorie E. Weishaar (2008), Θεραπεία Σχημάτων, Ένας οδηγός για τον θεραπευτή, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη