Μέρες Ανάπηρες

Χρόνος ανάγνωσης 2 ΄

meres anapiresΓράφει η Ελένη Κοφτερού *

Διαταραγμένες προσωπικότητες,  έγκλειστες στο συρματοπεριφραγμένο στρατόπεδο της απουσίας, ζούσαν και ανάσαιναν με συνεχείς μεταπτώσεις οι ανάπηρες, σακατεμένες μέρες που περνούσαν  μακριά ο ένας απ’ τον άλλον.

Όταν έπαιρναν τη δόση τους  από τηλεφωνήματα ατέρμονα,  τη λαχτάρα τους τάιζαν με μηνύματα αμέτρητα,  τη δίψα τους ξεγελούσαν με  γλυκόλογα και λέξεις κόκκινες, γαλάζιες, μωβ σαν κυκλάμινα,  περπατούσαν ανάλαφρα στο προαύλιο του ιδρύματος, με τα λευκά σοσονάκια τους και τα μαλακά τους παπούτσια, στροβιλιζόμενες πιρουέτες,   μιλούσαν στα πουλιά των δέντρων και όταν ξαπόσταιναν για λίγο στη σκιά τους, εκείνα  μπουμπούκιαζαν ανερυθρίαστα και άνθιζαν αμέσως εκτός εποχής, μ’  έναν κρότο πυκνό και γεμάτο,  τρέλαινε με τη γλύκα του το  προσωπικό και τους περαστικούς.

Μα όταν το φάρμακο αργούσε, η νοσοκόμα δικαίωμα στην κούραση και στο ωράριο αξίωνε, εκείνες  διαλύονταν,  έσπαζαν σαν γέρικα οστά  αλλού πετάγονταν τα παπούτσια τους,  άσπρα πληγωμένα  λαγουδάκια ξεψυχούσαν αργά, αλλού βρίσκονταν τα κεντημένα φουστάνια τους, βρώμικα, ποδοπατημένα. Οι  αιχμηρές τους ώρες καρφώνονταν στον φράχτη, τρυπούσαν και μάτωναν τα φύλλα του κισσού, τραυμάτιζαν τα λιγούστρα. Κοφτερά μικροσκοπικά σπαθιά  τα λεπτά εφορμούσαν στα ανθισμένα δέντρα και βυθίζονταν στα φρέσκα λουλούδια, πλήγωναν τα τρυφερά κλαδιά, χιόνιζε πληγωμένα πέταλα από μολυσμένα δευτερόλεπτα. Ουρλιάζοντας με στριγκή φωνή έπεφταν κάτω με θόρυβο αποκρουστικό που τρέλαινε πάλι το προσωπικό και τους περαστικούς.

Όπως καταλαβαίνουμε, μόνο στο προαύλιο ζούσαν οι ανάπηρες μέρες, αν έμπαιναν έστω και λίγο στο κυρίως κτίριο θα πνίγονταν αμέσως από τις αναθυμιάσεις της πραγματικότητας. Ήθελαν με κάθε τρόπο να κρατηθούν ζωντανές για να προϋπαντήσουν με επισημότητα  το πανέμορφο,   νεογέννητο ζωτικό ψεύδος που θα έρχονταν για να τις λυτρώσει.

Όσο για τις νύχτες, μαρτυρίες δεν έχουμε ακόμη. Ήταν τόσο παγωμένα τα άκρα τους, το κεφάλι τους βαθιά χωμένο στην κρύα λίμνη της αγωνίας , εξαντλημένες ξάπλωναν στα κρύα λευκά  πλακάκια του ιδρύματος, έπαιρναν το τετράγωνο σχήμα της προσμονής για λίγη ξεκούραση. Κανένας εφημερεύων γιατρός ή τρόφιμος που τα πλακάκια μετρούσε κάθε νύχτα, δεν πρόσεξε τα μικρά χεράκια που έλιωναν κάτω από τα πόδια του, ούτε άκουσε τις πνιχτές μικρές κραυγές τους που έμοιαζαν με το σιγανό παράπονο του φεγγαριού.

—————————————————

* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Τα τελευταία χρόνια  ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές την προηγούμενη χρονιά. Την έντυπη συλλογή “γράμμα σε γενέθλια πόλη”/ εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚοΝ και την ηλεκτρονική συλλογή “Περί άνοιξης και άλλων εμμονών”/ Σειρά “εν καινώ” από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata.

Ποιήματα και πεζά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε διάφορους ιστότοπους.