Από μικρή προτιμούσε τον χειμώνα από το καλοκαίρι. Δεν ήξερε ακριβώς την αιτία. Καμιά φορά ένιωθε μια μικρή ενοχή που διάλεγε τη δύσκολη και κρύα εποχή αντί της θερμής και ξέγνοιαστης. Ήταν Δεκέμβρης παραμονές Χριστουγέννων, έκανε εκείνο το όμορφο κρύο της Αττικής κι η Αθήνα, όλο Χριστουγεννιάτικες υποσχέσεις. Πήρε μια βαθιά εισπνοή κι απόλαυσε το αχνιστό συννεφάκι της εκπνοής της, καθώς υψωνόταν προς τον πεντακάθαρο απογευματινό ουρανό. Η ομορφιά της στιγμής αβάσταχτη! Λογικά θα έπρεπε να είναι βιαστική, συγκεντρωμένη σ’ αυτό που της συνέβαινε κι όχι τόσο ευαίσθητη στα μηνύματα που χειρονομούσε το απόγευμα, η φύση, μα κυρίως η πόλη που ήταν ξένη και οικεία μαζί και τόσο αγαπημένη…
Είχε κανονίσει να φύγει με ταξί για την Καλαμάτα σε λίγες ώρες. Μαζί με το παιδί. Θα γύριζαν στο σπίτι για τις γιορτές. Δεν ήθελε καθόλου να φτάσει αυτή η ώρα. Τις τελευταίες είκοσι μέρες είχε αναπτύξει μια σχέση ερωτική με τον χειμώνα στην Αθήνα. Σχέση μυστική που δεν είχε μοιραστεί με κανέναν άνθρωπο του περιβάλλοντός της. Όχι ότι είχε χρόνο να πάει πουθενά. Νοσοκομείο – σπίτι, σπίτι- νοσοκομείο…Εντελώς μόνη. Εκείνο τον χειμώνα όμως, σα να της είχε μυστηριωδώς χαριστεί μια άλλη αίσθηση, σα να ανέβλυζε μια πηγή βαθιά μέσα της. Η διαδρομή ας πούμε απ’ τον Κεραμικό ως το Νοσοκομείο στην Αλεξάνδρας, είχε με κάποιο τρόπο ξεφύγει απ’ την τροχιά του χρόνου κι έμενε στη χώρα των αισθήσεων, των αναπολήσεων και των αισθημάτων. Τα τραίνα και τα σύννεφα, τα καφενεία, το Γκάζι, η Κωνσταντινουπόλεως, όλα, έγιναν η τρυφερή συντροφιά της εκείνων των ημερών. Την ταξίδεψαν σε κόσμους γαλήνιους και σταθερούς όπως οι αναμνήσεις της παιδικότητας.
Η απόφασή της ήταν να φύγει δυο μέρες πριν πάρει εκείνος εξιτήριο είχε πολλά να κάνει. Το είχε οργανώσει καλά. Έβλεπε πως δεν γινόταν αλλιώς. Έπρεπε να βρουν ένα τρόπο να συνεχίσουν. Να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Αισθανόταν πως έπεφτε σ’ εκείνη το βάρος να κάνει το πρώτο βήμα στη νέα τους ζωή. Δεν ήθελε. Την έπιανε τρέλα στη σκέψη. Σα να είχε καλά βολευτεί στη μυστηριώδη και ανείπωτη ευτυχία των διαδρομών της Αθήνας. Εκεί που ο χρόνος δεν την έφτανε, που είχε την αίσθηση ότι του είχε ξεφύγει. Τι τρομερή εξουσία κι αυτή, να μπορείς εσύ, να ξεκινήσεις το χρόνο. Τι τρομερή ευσπλαχνία πάλι, να τον βιώνεις σταματημένο ένα αιώνιο εικοσαήμερο… Έβαλε ωστόσο το ρολόι να δουλεύει κανονικά, πήρε το παιδί της και γύρισαν στο σπίτι, στόλισαν το δέντρο, γέμισαν το ψυγείο καλούδια, υποδέχτηκαν τα πιτσιρίκια που έλεγαν τα κάλαντα.
Εκείνος ήρθε, επίσης με ταξί, την Παραμονή το βράδυ. Ευτυχώς είχαν προλάβει να στήσουν στη σκάλα το αναβατόριο, τον κουβάλησαν, τον έβαλαν στην αναπηρική καρέκλα, το σπίτι μοσχοβολούσε μαγειρεμένο φαγητό και ο μικρός ψαχούλευε ν’ ανοίξει τα δώρα.
Έτσι ήρθε και έφυγε η μέρα Πρώτη, στο νέο αυτό Χρόνο τον αλλιώτικο του οποίου ήταν προκαθορισμένο το τέλος.
————————————————-
* Η Δήμητρα Τζενετάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καλαμάτα, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας στο Βυζαντινό και Νεοελληνικό Τμήμα. Ασχολήθηκε για πολλά χρόνια με τη Συμβουλευτική και τον Επαγγελματικό Προσανατολισμό ως υπεύθυνη ΣΕΠ στο ΚΕ.ΣΥ.Π Καλαμάτας καθώς και με την εκπαίδευση Ενηλίκων σε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης. Σήμερα υπηρετεί στο 7ο Γυμνάσιο και είναι Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια στο Γ΄ εξάμηνο Διακρατικού Μεταπτυχιακού στην Ειδική Αγωγή των Πανεπιστημίων Πελοποννήσου και Τορίνο.






















