Ισιντόρ

Χρόνος ανάγνωσης 6 ΄

Γράφει η Λίνα Φυτιλή

Κυριακή βράδυ, κάπου στη Θράκη.

Στο βάθος της πλατείας,  είναι στημένες μερικές ηλεκτρικές κούνιες και  τρεις μουστακαλήδες  κόβουν τα εισιτήρια. Οικογενειάρχες με τα παιδιά τους τρώνε στα γύρω μαγαζιά, πιτσιρίκια τριγυρίζουν με μαλλί της γριάς και σουβλάκια στο χέρι.

Τέσσερα τσιγγανάνια αρπάζουν μερικά καλαμπόκια από τον πλανόδιο πωλητή. Σ΄ ένα παγκάκι ένας βρόμικος γκριζομάλλης αργοπίνει ένα ποτήρι μπίρα.

Παρατρεχάμενοι και μια χούφτα Αλβανοί σουλατσάρουν, για να ξαποστάσουν από τα καπνά που μάζευαν όλη μέρα στο κάμα.

Οι παραγγελίες πάνε κι έρχονται. Το ίδιο και τα ξυπόλητα τσιγγανάκια’  από κάπου ξετρυπώνουν ένα ζευγάρι πεταμένα παπούτσια και τώρα μαλώνουν ποιο θα τα πρωτοβάλει. Στο πεζούλι του πλάτανου, κάθεται μια γυναίκα γύρω στα τριάντα και στη φούστα της στέκεται κολλημένο, ένα μικρό κορίτσι. Κάθε λίγο την κοιτάει ικετευτικά ρωτώντας: «Να παίξω;»

«Μη φύγεις από δω» νεύει αυτή και κάτι της εξηγεί στη γλώσσα τους. Ντρέπεται το κοριτσάκι, χαμηλώνει το βλέμμα.
«Μα γιατί;»
Για απάντηση εισπράττει ένα αυστηρό «Σσς…»

Ένας άντρας τη χαιρετάει και της πιάνει την κουβέντα. Η γυναίκα αφαιρείται λίγο, λύνεται η γλώσσα της, γελάει. Το κοριτσάκι βρίσκει ευκαιρία και ξεγλιστράει ως τις κούνιες. Η γυναίκα βάζει μια φωνή κι αυτό επιστρέφει μετανιωμένο.

Η περαντζάδα δεν σταματάει. Από ένα ηχείο ακούγεται μια ρυθμική μουσική στη διαπασών και μπαίνει σφήνα μια διαφήμιση. Η τσίκνα έχει ποτίσει τον αέρα. Δυο τουρκάκια ξεφωνίζουν χαρούμενα. Κάποιος γελάει στο βάθος.

Η γυναίκα αφαιρείται πάλι, το μυαλό της αρμενίζει μακριά. Στο χωριό που μεγάλωσε με τον αδερφό της. Ήταν ωραία η τοποθεσία που είχε χτιστεί το πατρικό τους, δίπλα στο δάσος με τα γειτονικά σπιτάκια και τα κοντινά καταστήματα. Ο αδερφός της κάτι της έλεγε ως συνήθως, αλλά ο νους ο δικός της έτρεχε πάλι στον νεαρό καθηγητή της μουσικής. Από το σπίτι του ακουγόταν ο μελωδικός ήχος του βιολιού που τη νανούριζε τα βράδια.

Μια χιπ -χοπ μουσική την βγάζει από τη νάρκη της. Γύρω της, όλα είναι αλλιώτικα, τα τραπέζια γεμάτα μπίρες, τα υπολείμματα των φαγητών, ένα σκυλί που ξεκοκαλίζει ένα κομμάτι κρέας. Η κούραση τη βαραίνει αλλά δεν παραδίνεται.

Ένα αγοράκι πλησιάζει την κόρη της και της προσφέρει ένα μπισκότο. Η Ισιντόρ χωρίς δισταγμό το παίρνει κι αρχίζει να το μασουλάει. Αυτή τη φορά δεν τη μαλώνει.

Δυο Ελληνίδες ισορροπούν πάνω στα πανύψηλα παπούτσια τους, τα τακούνια τους σφυροκοπούν στην πλακοστρωμένη πλατεία. Ένα μπουκάλι μπίρας πέφτει από κάποιον περαστικό κάτω, δεκάδες θραύσματα γυαλιού και αφροί πετάγονται.

«Ατυχία φωνάζει αυτός αλλά η φωνή του σκεπάζεται από ένα δυνατό επιφώνημα κι ένα κλάμα που την ανατριχιάζει.
«Ισιντόρ…» φωνάζει η γυναίκα.

Στο μάτι της μικρής έχουν μπει κομματάκια από τα γυαλιά και κλαίει, σφαδάζει από τον πόνο. Η γυναίκα αλαφιασμένη σηκώνει το παιδί στην αγκαλιά αλλά δεν ξέρει  κατά που να πάει, τι να κάνει. Κι όσο η αμηχανία την τυλίγει, τόσο οι εκκωφαντικές φωνές της Ισιντόρ σκίζουν τον αέρα.

«Το μάτι μου» λέει ανάμεσα σε κλάματα, «πονάει…»
Η πλατεία όλη στο πόδι ανάστατη, μερικά σαστισμένα πρόσωπα την κοιτάζουν, το κέφι χαλάει. Οι μουστακαλήδες γουρλώνουν τα μάτια, ο ένας μάλιστα στρίβει και το  μουστάκι του νευρικά. Τέτοιο κλάμα δεν έχει ξαναγίνει. Μες την αναστάτωση πετάγεται ο φαρμακοποιός από απέναντι. Βλέπει το μάτι κατακόκκινο, το κοριτσάκι μελανιασμένο από τον πόνο και τ’ αναφιλητά. Κάτι λέει στη γυναίκα αλλά αυτή δεν ακούει. Ένα τσιγγανάκι της τραβάει την τσάντα, ευτυχώς την έχει περασμένη πλαγίως και δεν τη χάνει.

«Στο νοσοκομείο» της φωνάζει πάλι ο φαρμακοποιός «τρέξε γρήγορα!» Αυτή τη φορά κουνάει το κεφάλι,  καταλαβαίνει.

Κάποιος σταματάει ένα ταξί. Είναι έτοιμη να μπει μέσα αλλά ξαφνικά η Ισιντόρ χάνει τις αισθήσεις της. Η γυναίκα ταράζεται, τα πόδια της κόβονται, ο ιδρώτας τη λούζει από την κορυφή ως τα νύχια.

«Το παιδί κάτι έπαθε…» λέει.

Πόσο το είχε λαχταρήσει αυτό το παιδί! Από τη μέρα που αισθάνθηκε την αλλαγή  στο σώμα της κι άρχισε η κοιλιά της να φουσκώνει. Κυρίως γιατί ήταν δικό του παιδί’ μια νύχτα με φεγγάρι είχε σταθεί έξω από το παράθυρό του, ενώ αυτός κούρδιζε το βιολί του. «Παίξε κάτι» του είπε. Κι αυτός όλο το βράδυ της πήρε τα μυαλά με τις γλυκιές μελωδίες. Ύστερα την τράβηξε από το χέρι ως το στρώμα του, τα σώματά τους πάλευαν ως το χάραμα. Αλλά έτσι το’ φερε η τύχη κι αυτός τον  επόμενο μήνα πήρε μετάθεση για τη Μόσχα. Όπου κι αν ρώτησε, δεν έμαθε τίποτα,  ώστε να του πει για το παιδί που κουβαλούσε μέσα της. Από το χωριό όμως έπρεπε να φύγει. Ήρθε στην Ελλάδα με το κομπόδεμα που της έδωσε ο αδερφός της, μέχρι να ξεγεννήσει.

Έσφιξε τα δόντια, δούλεψε στα σπίτια καθαρίστρια και το παιδί το είχε δίπλα της σ’ ένα καρότσι. Ύστερα καθώς αυτό μεγάλωσε, βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο καπνού.  Ήταν όμορφο κορίτσι κι είχε τα μάτια του. Εφτά χρόνια αφοσίωσης, η Ισιντόρ ήταν όλη της η ζωή κι αν τώρα τυφλωνόταν, θα το κουβαλούσε βάρος στην υπόλοιπη ζωή της.

«Ισιντόρ ξύπνα…Ισιντόρ…»

Η μικρή ούτε που κουνιέται. Τη σφίγγει ξανά και ξανά πάνω της με δύναμη.   «Ισιντόρ…» Ανασηκώνει μια τούφα από τα μαλλιά που της φράζει το πονεμένο μάτι, μήπως τ’  ανοίξει. «Ισιντόρ…» Το κοριτσάκι αναδεύεται ελαφρά, σιγοκλαίει αλλά δεν ανοίγει τα βλέφαρα.

Στο νοσοκομείο, ο οφθαλμίατρος της καθαρίζει με προσοχή το μάτι, δυο άλλοι της κρατούν σταθερά τα χέρια και τα πόδια. Ο γιατρός αφαιρεί με επιδεξιότητα τα θραύσματα του γυαλιού, της ρίχνει κολλύριο. Το παιδί αρχίζει να ηρεμεί. Όλη τη νύχτα, ως τη στιγμή του εξιτηρίου, η γυναίκα μένει ξάγρυπνη στο πλευρό της Ισιντόρ και σκέφτεται την πικρή της ιστορία.

Θυμάται πάλι τo βράδυ, που τα σώματά τους ήταν γερμένα στο πλάι κι εκείνος της ψιθύριζε ότι η αξία της ζωής κρυβόταν στη μικρή της διάρκεια. Αυτή η φράση  τα συμπύκνωνε όλα όσα έχει ζήσει μέχρι τώρα. Ήταν θαρρείς, οι λέξεις του φτιαγμένες από μικρά διαμάντια που είχαν διασωθεί ανάμεσα στις στάχτες. Πασπάτεψε τριγύρω με τα χέρια της, μήπως πιάσει κάτι, τίποτα.

Ίσως τα έχει ονειρευτεί όλα αυτά. Ίσως. Η αξία της ζωής κρύβεται στη μικρή της διάρκεια. Μια φράση σαν αναστεναγμός.

Όταν ήταν κοριτσάκι, όπως η Ισιντόρ, ονειρευόταν με τα μάτια ανοιχτά έναν άλλο κόσμο, πότε απλωμένο στα πόδια της, πότε υψωμένο σαν μια πολυκατοικία, γεμάτη μπαλόνια από ίλιον. Μόνο στη σχολή της φαντασίας επιβιώνουν τα όνειρα, έλεγε κι ένιωθε πολύ πλούσια. Τώρα δεν είναι σίγουρη. Ίσως είχαν στερέψει όλα, δεν υπήρχε χρόνος πια, εργοστάσιο- σπίτι- παιδί- εργοστάσιο.

Η καθημερινότητα έκλεινε το ένα όνειρο μέσα στο άλλο, τα φυλάκιζε.

Μπάμπουσκες. Κι η κούραση σκόρπιζε μια παχιά σκόνη. Όλα ξεχνιούνταν κι ο κόσμος άλλαζε με ταχυδακτυλουργικό τρόπο. Έμενε μόνο η εικόνα της Ισιντόρ, το ήρεμο βλέμμα της. Αυτό το βλέμμα ήταν η μόνη της εγγύηση. Πίσσα μαύρη ο κόσμος, αν χάσει την αθώα ματιά της. Σκοτάδι σκόρπιο και μια λίμνη από δάκρυα.

Ρουφάει τη μύτη της νευρικά. «Ισιντόρ», ψιθυρίζει αλλά η μικρή κοιμάται.

Καλύτερα να μην ξυπνήσει. Καλύτερα να μη δει τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα.  Δεν ξέρει για ποιο απ΄ όλα όσα της έχουν συμβεί, κλαίει. Η  ζωή την έφερε εδώ κι είναι ζωντανή, τα βγάζει πέρα, δε λυγάει στα δύσκολα.

Όταν η ζωή σε σπρώχνει κάπου, πρέπει να υπακούσεις. Έτσι είχε πει ο αδερφός της, πριν φύγει. Αλλιώς φυλακίζεσαι σε μια ζωή που δεν είναι δική σου.

Κοιτάει πάλι τα μάτια του παιδιού που είναι όμορφα, σαν τα δικά του. Σχοινιά τα δάκρυα κρέμονται ακόμη από τα μάγουλά της.

Σιγά – σιγά ηρεμεί. Σαν σκηνή από ταινία περνούν από μπροστά της μερικές εικόνες από τις μοναδικές κοινές διακοπές της με την Ισιντόρ. Θυμάται το σωματάκι της μες τη θάλασσα της Θάσου να γίνεται μπλε, απόβραδο στο πεζοδρόμιο οι σκιές τους χεράκι- χεράκι να γίνονται μαβιές, ντάλα μεσημέρι σε ένα καφενείο να τρέχει η μικρή στα καλντερίμια κι αυτή ν΄ ακολουθεί από πίσω, βαριανασαίνοντας. Η Ισιντόρ χαρούμενη να παίζει στην αμμουδιά, από πάνω τους ένας ήλιος πορτοκαλής να ζεματάει και ο παφλασμός των κυμάτων να σβήνει τις δικές της ακαταλαβίστικες λέξεις.

Ποιος ξέρει; Μπορεί κάποια στιγμή, όταν περισσέψουν λίγα χρήματα, να πάνε πάλι διακοπές. Ίσως αυτό το όνειρο δε θαφτεί μαζί με τ’  άλλα, τις μπάμπουσκες. Ήρεμη  τώρα, αν και ταλαιπωρημένη νιώθει το βάρος να βγαίνει από μέσα της. Κρατάει σταχέρια της το εξιτήριο του γιατρού, εκείνος της χαμογελάει, στο καλό να πας, της λέει κι αυτή ανταποδίδει με ένα κατεβατό ευχαριστιών. Ένα ταξί την περιμένει απέξω, ας είναι, της φτάνουν για να το πληρώσει.

Βγαίνοντας με το παιδί στην αγκαλιά, η κούραση τη βαραίνει, τα βλέφαρα κλείνουν αλλά η γυναίκα κρατιέται ξύπνια με νύχια και με δόντια. Ξέρει ότι την περιμένουν στο εργοστάσιο. «Τουλάχιστον δεν ήταν τίποτα σοβαρό, δεν ήταν τίποτα, τίποτα…» ψιθυρίζει ανακουφισμένη ξανά και ξανά σ΄ όλη τη διαδρομή, μ΄ ένα ψιχαλιστό χαμόγελο στα χείλη.

_______________________________________________________

Η Λίνα Φυτιλή γεννήθηκε στη Λάρισα. Εργάζεται σαν εκπαιδευτικός στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Το 1997 δημοσιεύτηκε το βιβλίο της Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (Καστανιώτης). Τη χρονιά 2003-2004 εκδόθηκε η εργασία της Η Ευέλικτη Ζώνη στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς και μαθητές, από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου). Το Δεκέμβρη του 20011 εκδόθηκε το μυθιστόρημά της Τώρα είναι αργά (εκδ.Απόπειρα). Γράφει στην ηλεκτρονική εφημερίδα pressgr. και στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ντουέντε.