Η σχέση της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης με την έννοια του χρόνου και τη θρησκεία

Η νεύρωση είναι η ατομική μας θρησκευτικότητα ενώ η θρησκεία είναι η οικουμενική ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση (Freud).
Η νεύρωση είναι η ατομική μας θρησκευτικότητα ενώ η θρησκεία είναι η οικουμενική ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση (Freud).

Από το Σάββα Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγο – Ψυχαναλυτή

Η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση είναι το παθολογικό προσόμοιο, το αντίστοιχο της θρησκευτικής διαδικασίας. Η νεύρωση είναι η ατομική μας θρησκευτικότητα ενώ η θρησκεία είναι η οικουμενική ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση (Freud). Είναι σχεδόν αδύνατο σε μια οργανωμένη ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση να μην απαντώνται θρησκευτικά χαρακτηριστικά. Η συμπτωματολογία των ιδεοψυχαναγκαστικών είναι γεμάτη από μαγικές δεισιδαιμονίες όπως χρησμοί και θυσίες. Οι ασθενείς αυτοί συμβουλεύονται «ιέρειες» (μέντιουμ, μελλοντολόγους, κ.λ.π.), βάζουν «στοιχήματα» με τον Θεό, φοβούνται τις κουβέντες και την αρνητική επίδραση εις βάρος τους (κατάρες, γλωσσοφαγιά, «μάτι», μάγια, κ.λ.π.). Συμπεριφέρονται σα να πιστεύουν σε φαντάσματα και δαίμονες μολονότι είναι ταυτόχρονα έξυπνοι άνθρωποι. Ζητώντας συμβουλές από «μάγους» είναι σαν να αιτούνται την άδεια (από τον Θεό) ή τη συγχώρεση για κάτι μάλλον απαγορευμένο ή σα να ρίχνουν την ευθύνη στον Θεό για πράξεις τους οι οποίες τους γεμίζουν τύψεις. Kατανοούμε έτσι το γεγονός ότι σε παλαιότερες εποχές υπήρχε σύγχυση στη διαφορική διάγνωση ιδεοψυχαναγκαστικών και μελαγχολικών: στη μελαγχολία, η αυτομομφή είναι το προεξάρχον σύμπτωμα. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε ορισμένες παραδοσιακές κοινωνίες όπου παρατηρούνται συλλογικά τελετουργικά απέναντι σε ότι δεν εναπόκειται στον ανθρώπινο έλεγχο (π.χ εξευμενισμός του «κακού πνεύματος» των καιρικών συνθηκών), ελαχιστοποιούνται στο ατομικό επίπεδο οι ιδεοψυχαναγκαστικές οργανώσεις, εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις το άτομο δεν χρειάζεται ένα αμυντικό modus κατά του άγχους καθώς αυτό του προσφέρεται μέσα από τη συλλογικότητα της κοινότητας (ήθη, έθιμα, αποτρεπτικές τελετές, κ.τ.λ.).

 Όταν το μικρό παιδί, υπό την επήρεια της αρχής της πραγματικότητας, οφείλει να εγκαταλείψει την πίστη στην παντοδυναμία του, τότε πιστεύει ότι οι ενήλικες γύρω του, οι «μεγάλοι», είναι παντοδύναμοι (προβολή της μεγαλομανίας του). Όταν μεγαλώσει, την παντοδυναμία του την οποία είχε προβάλει στους ενήλικες, τη μεταθέτει στον Θεό και είναι ακριβώς αυτή η παντοδύναμη φιγούρα η οποία γίνεται το επίκεντρο των αμφιθυμικών συναισθημάτων του ιδεοψυχαναγκαστικού: θέλει να σκοτώσει τον «πατέρα». Γίνονται έτσι κατανοητές οι έμμονες συγκρούσεις στους θρησκευτικά ευλαβείς ανθρώπους (ψυχαναγκαστικοί) ανάμεσα στην πίστη και σε παρορμήσεις βλασφημίας.

Στην ιδεοψυχαναγκασική νεύρωση προεξάρχει ένα Υπερεγώ εν είδει αυστηρού και άκαμπτου δικαστή. Εδώ το Εγώ υποχρεούται να αντισταθεί στις καταστροφικές ώσεις του Εκείνου οργανώνοντας, αμυντικά, εξ’ αντιδράσεως σχηματισμούς (σχολαστικότητα, υπερβολική καθαριότητα, τύψεις). Προκύπτει μια αληθινή «κόλαση» για τον ασθενή. Θα λέγαμε ότι η ψυχαναγκαστική νεύρωση είναι το κλασικό μοντέλο πάνω στο οποίο λειτουργεί ο ψυχισμός μας. Η νεύρωση αυτή συμπυκνώνει μία από τις πλέον συγκρουσιακές πρωτογενείς (παιδικές) αντικειμενοτρόπες σχέσεις, εκείνη που μας ενώνει με τον πατέρα (σκληρό και άκαμπτο Υπερεγώ).

Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ η υστερία περιγράφτηκε κλινικά και αιτιολογικά περίπου 2000 χρόνια προ Χριστού από αιγυπτίους γιατρούς, αντίθετα δεν βρίσκουμε κανένα ίχνος περιγραφής της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης στα ιατρικά, φιλολογικά, θρησκευτικά κείμενα πριν την έλευση του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού. Αμφότερες οι θρησκείες είναι πατριαρχικές και μονοθεϊστικές στο μέτρο που βασίζονται στην πίστη σε ένα Θεό/πατέρα και μία θρησκευτική ζωή σύμφωνη προς τα ιερά τους βιβλία, τον νόμο και τις παραδόσεις. Στον «πατροκεντρικό» κόσμο του ιουδαϊσμού και του χριστιανισμού η απαγόρευση της αιμομιξίας (taboo) νομοθετείται από τον πατέρα. Έτσι προκύπτει η αμφιθυμία της αγάπης και του μίσους στη σχέση με αυτόν. Τω όντι, οι δύο θρησκείες βασίζονται στην αγάπη για τον πατέρα Θεό και στην απώθηση των εχθρικών ιδεών και συναισθημάτων για αυτόν, (οργή εναντίον του επειδή εκείνος απαγορεύει την αιμομιξία). Το παραπάνω δίπολο συνιστά την συγκινησιακή κατάσταση της αμφιθυμίας. Γίνεται έτσι κατανοητή η απέχθεια του ψυχαναγκαστικού σε κάθε έκφραση εξουσίας, μολονότι φαινομενικά είναι οπαδός της τάξης. Ο Freud χαρακτηρίζει την ιστορία του Οιδίποδα σαν μια περίπτωση ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης: αγάπη και μίσος μαζί, ταυτόχρονα, για τον Πατέρα. Έτσι η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση φέρνει στο προσκήνιο την ουσία της οιδιπόδειας σχέσης.

Από τη στιγμή της εμφάνισης των δύο θρησκειών, αρχίζουν να πληθαίνουν τα κείμενα προς εξαγνισμό όσων πράξεων και ιδεών δεν συμμορφώνονται με την ανωτέρα βούληση. Έτσι η «κόλαση» του ιδεοψυχαναγκαστικού δεν είναι τίποτε άλλο παρά η παθολογική εκδοχή της θεμελιώδους πατριαρχικής νομοθεσίας του ιουδαιοχριστιανισμού, για τον οποίο ο Freud επισημαίνει τόσο τις αδυναμίες όσο και τις αρετές. Πράγματι, ο Freud συνδέει την πρόοδο της επιστήμης και της διάνοιας με την έλευση της πατριαρχικής δικαιοδοσίας. Στην δυτική κοινωνία του 20ου και 21ου αιώνα έχουν σημειωθεί πάσης φύσεως απόπειρες παρέκκλισης από την πατριαρχική εξουσία. Έτσι ο φροϋδισμός ως επιστήμη, προϊόν μιας πατριαρχικής θρησκείας και κοινωνίας, μπορεί να χρησιμεύει ως προμαχώνας ενάντια στις διάφορες απόπειρες κατάργησης και κατάλυσης της οικογένειας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’

Βιβλιογραφία

Akhtar S. (2009) Comprehensive Dictionary of Psychoanalysis. Karnac, London Chemana R, Vandermersch B: «Dictionnaire de la Psychanalyse», Larousse, Paris 1995.

Chemana R, Vandermersch B (1995) Dictionnaire de la Psychanalyse. Larousse, Paris.

Freud S. (1955) “From the history of an infantile neurosis” S.E. vol. 21, The Hogarth Press, London.

Freud S. (1961) Dostoevsky and Parricide. S.E. vol. 21, The Hogarth Press, London.

De Mijola A. (2002) Dictionnaire de la Psychanalyse. Calmann –Levy.

Ey H., Bernard P., Brisset Ch. (1989) Manuel de Psychiatrie. Masson, Paris.

Fenichel O. (1982) Τhe psychoanalytic Theory of Neurosis. Rutledge and Kegan Paul, London.

Greenson R. (1994) Τhe technique and practice of psychoanalysis. The Hogarth Press, London.

Kaufmann P. (1998) L’apport Freudien. Larousse, Paris.

Kernberg O. (1995) Love relations. Normality and pathology, Yale university press, New Haven and London.

Kernberg O. (1984) Severe Personality disorders. Yale University Press.

Laplanche J., -Pontalis B. (1967) Vocabulaire de la Psychanalyse. PUF, Paris.

Michel A. (2001) Dictionnaire de la Psychanalyse. Encyclopedia Universalis, Paris.

Μπακιρτζόγλου Σ. (2003 έως σήμερα) Σημειώσεις ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής. Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Σεμιναρίων Ψυχανάλυσης «Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη», Αθήνα.

Pieron H. (1981) Vocabulaire de la Psychologie. PUF., Paris.

Porot A. (1986) Manuel Alphabetique de Psychiatrie. PUF, Paris.

Reich W. (1991) Character analysis. Noonday, New York .

Roudinesco E., Plon M. (1997) Dictionnaire de la Psychanalyse. Fayard, Paris.

Rycroft Ch. (1972) A critical dictionary of psychoanalysis. Penguin, London.

Χαρτοκόλλης Π. (2006) Χρόνος και αχρονικότητα. Καστανιώτη, Αθήνα.