«Οι πολιτικές προεκτάσεις στο έργο του Σίγκμουντ Φρόυντ»

Η «κοινωνία», η «κουλτούρα», η «πίστη», η «μάζα», η «δικαιοσύνη» συνιστούν μερικές έννοιες τις οποίες συναντάμε μελετώντας τα κείμενα του Φρόυντ.

Από την Ελπίδα Μαρκοπούλου, Κλινική Ψυχολόγο, D.E.A.

Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας

Το 1929 ο Φρόυντ συγγράφει το βιβλίο “Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας” στο οποίο αναπτύσσει τις σκέψεις του αναφορικά με τις θεμελιώδεις συγκρούσεις μεταξύ του πολιτισμού και του ατόμου. Τα ερωτήματα που επιχειρεί να απαντήσει στο κείμενο αυτό  εστιάζουν στο “τι είναι ο πολιτισμός” και “πώς οι ασυνειδητες διαδικασίες μπορούν να διαφωτίσουν τον πολιτισμό”.

Αρχίζει το έργο του αναζητώντας την πιθανή πηγή του θρησκευτικού συναισθήματος και των θρησκευτικών αναγκών που στο προηγούμενο βιβλίο του, “Το μέλλον μιας Αυταπάτης”, δεν ανέλυσε αρκετά. Πηγή λοιπόν, της θρησκευτικότητας κατά τον Φρόυντ είναι η παιδική αδυναμία, η ανάγκη δηλαδή λόγω της μειονεκτικής θέσης που βρίσκεται το βρέφος για προστασία από τον πατέρα.

Βασικό θέμα του κειμένου και εκκίνηση της μελέτης αποτελεί η αναζήτηση των ανθρώπων για ευτυχία. Αυτός είναι και ο βασικός σκοπός της ζωής των ανθρώπων ο οποίος μάλιστα συνδέεται με το θρησκευτικό συναίσθημα. Η ζωή όμως, όπως βιώνεται έχει πολλές δυσκολίες, πόνο και απογοητεύσεις. “Για να την αντέξουμε δεν μπορούμε να στερηθούμε κάποια μέσα ανακούφισης. Υπάρχουν τριών ειδών τέτοια μέσα: ισχυροί περισπασμοί, που μας κάνουν να υποτιμούμε την αθλιότητά μας, υποκατάστατες ικανοποιήσεις, που τη μειώνουν, και ναρκωτικές ουσίες, που μας κάνουν να μην την αντιλαμβανόμαστε[1]. Η ευτυχία επομένως, εξασφαλίζεται μέσω της αναζήτησης της ευχαρίστησης και των αισθημάτων ηδονής και της απουσίας του πόνου και της δυσαρέσκειας. Ο πόνος προέρχεται από τρεις πηγές: από το ίδιο το σώμα, από τον εξωτερικό κόσμο και από τις ανθρώπινες σχέσεις.

Ενώ η απομόνωση, η απομάκρυνση δηλαδή από τους άλλους ανθρώπους θα μπορούσε να είναι μια λύση για την προστασία από τον πόνο που προκαλούν οι ανθρώπινες σχέσεις, από την άλλη πλευρά η συμμετοχή σε μια ανθρώπινη κοινότητα και η εναντίωση στη φύση μέσω της επιστήμης είναι ένα από τα μέσα που συντελούν στην ευτυχία. Πρόκειται για την συνθήκη κατά την οποία “εργαζόμαστε μαζί με όλους για την ευτυχία όλων[2]”.  “Καμιά άλλη εργασία δε δεσμέυει το άτομο τόσο σταθερά στην πραγματικότητα όσο η εργασία, που τοποθετεί το άτομο τουλάχιστον σε ένα κομμάτι της πραγματικότητας, στην ανθρώπινη κοινότητα[3].

Ο Φρόυντ ορίζει σαφώς τον πολιτισμό “του οποίου η αξία αμφισβητείται όσον αφορά την απόκτηση ευτυχίας[4]” ως “το σύνολο των επιτευγμάτων και των θεσμών με τα οποία η ζωή μας απομακρύνεται από αυτή των ζωώδων προγόνων μας και τα οποία εξυπηρετούν δυο σκοπούς: την προστασία του ανθρώπου απέναντι στη φύση και τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων[5]”. Ο πολιτισμός λοιπόν, χαρακτηρίζει τη διαδικασία μέσω της οποίας η ανθρώπινη ζωή ξεπερνά τη ζωώδη συνθήκη και διαφοροποιείται από τη ζωή των ζώων. Περιλαμβάνει από τη μια πλευρά όλη τη γνώση και τη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι άνθρωποι για να κυριαρχήσουν στις δυνάμεις τις φύσης και από την άλλη, όλους τους θεσμούς που είναι αναγκαίοι για να ρυθμίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις και ειδικότερα την κατανομή των αγαθών.

Το κρίσιμο στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους σε μια κοινότητα και καθιστά δυνατή την ανθρώπινη συμβίωση είναι η ένωση μιας πλειοψηφίας ατόμων εναντίον του μεμονωμένου ατόμου. Με τον τρόπο αυτό η αυθαιρεσία του κάθε ατόμου υποβάλλεται στη δύναμη και την κυριαρχία της ομάδας. “Η δύναμη αυτής της κοινότητας αντίκειται τότε ως «δίκαιο» στη δύναμη του ατόμου, η οποία καταδικάζεται ως «ωμή βία»[6]”. Η δικαιοσύνη είναι για τον Φρόυντ μια πολιτισμική απαίτηση κατά την οποία τα μέλη της κοινότητας περιορίζουν ένα μέρος των ενορμήσεών τους, της ατομικής δηλαδή ελευθερίας, ώστε να είναι δυνατή η συνύπαρξη. Το δίκαιο οργανώνεται μαζί με την οργάνωση των ατόμων σε κοινωνία, όταν αντιληφθούν ότι “μια ένωση μπορεί να είναι ισχυρότερη από το άτομο[7]”. Η ένωση του πρωτόγονου ανθρώπου σε οικογένειες, ενώ ενέχει στοιχεία πολιτισμού όπως η συνεργασία των ανθρώπων, δεν παρουσιάζει το σημαντικότερο στοιχείο του πολιτισμού, τη διαπίστωση δηλαδή ότι μια ένωση είναι πιο ισχυρή από το μεμονωμένο άτομο. Αυτό συμβαίνει τη στιγμή της αδερφική ένωσης κατά τον φόνο του πατέρα στο Τοτέμ και Ταμπού όπου “οι διατάξεις των ταμπού ήταν το πρώτο δίκαιο[8]”. Στον πολιτισμό, με άλλα λόγια αναζητείται μια ισορροπία ανάμεσα στην ικανοποίηδη των ατομικών αξιώσεων (των ενορμήσεων του καθενός) και των μαζικών αξιώσεων.

Μέσα στον πολιτισμό, οι άνθρωποι επιτυγχάνουν να ζουν κυριαρχώντας επί της φύσης, απολαμβάνουν την επιστημονική πρόοδο, χρησιμοποιούν εργαλεία και μηχανές και γενικότερα, μέσα και τεχνικές που διευκολύνουν τη ζωή τους. Ο πολιτισμός επίσης, βασίζεται στα ανθρώπινα ιδεώδη του ελέγχου, της ομορφιάς, της υγιεινής και της τάξης. Η ομορφιά, ενώ δεν έχει κάποια χρησιμότητα, φαίνεται να είναι σημαντική αξία για τον πολιτισμό. Επίσης, η καθαριότητα και η τάξη παρέχουν στους ανθρώπους τη δυνατότητα για καλύτερη εκμετάλευση του χώρου και του χρόνου. “Αλλά με κανένα άλλο γνώρισμα δε χαρακτηρίζεται τόσο καλά ο πολιτισμός όσο με την εκτίμηση και τη φροντίδα των ανώτερων ψυχικών δραστηριοτήτων, των διανοητικών, επιστημονικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων, με τον καθοριστικό ρόλο που εξασφαλίζεται στις ιδέες στη ζωή των ανθρώπων[9]”.

Ενώ όμως, ο πολιτισμός ως συμμετοχή των ανθρώπων σε μια κοινότητα παρουσιάζεται ως λύση στην αναζήτηση ευτυχίας αποτελεί την ίδια στιγμή και πηγή προβλημάτων και δυστυχίας. Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να βρουν την ευτυχία μέσα στον πολιτισμό γιατί απαιτεί από αυτούς μεγάλες θυσίες. Πρώτη από όλα, όπως είδαμε, περιορίζεται η ατομική ελευθερία, η οποία σύμφωνα με τον Φρόυντ δε συνιστά πολιτισμικό αγαθό. Ο πολιτισμός απαιτεί την παραίτηση από την ικανοποίηση των ενορμήσεων και τη μετουσίωσή τους σε ωφέλιμες για την κοινωνία πρακτικές και ανώτερες ψυχικές δραστηριότητες όπως η ιδεολογική, επιστημονική και καλλιτεχνική δημιουργία.  Η μετουσιώση, ως μετόπιση στόχου από το σεξουαλικό στο μη σεξουαλικό, αποτελεί επομένως τη χαρακτηριστική λειτουργία για την εξέλιξη του πολιτισμού[10].

Για τον Φρόυντ υπάρχει μια αναλογία στην εξέλιξη του πολιτισμού και στην ανάπτυξη του ανθρώπου. Η πολιτισμική εξέλιξη συνεπώς συμβαδίζει με την αναπτυξιακή πορεία του ανθρώπου και η επιτυχία του πολιτισμού βασίζεται σε δυο πράγματα: τον καταναγκασμό για εργασία (Ανάγκη) και τη δύναμη της αγάπης (Έρως). Η αγάπη σύμφωνα με τον Φρόυντ, συνιστά το ουσιώδες αυτό στοιχείο που ενώνει τους ανθρώπους μαζί σε μια κοινότητα, ενώ ταυτόχρονα μέσω των νόμων και των περιορισμών καταπιέζει το ένστικτο αυτό.

Ενώ όμως, το ένστικτο της αγάπης (ο Έρως) ενώνει τους ανθρώπους, την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι διακατέχονται από το ένστικτο της επιθετικότητας (Θάνατος) το οποίο γίνεται εμπόδιο για τον πολιτισμό. Πρόκειται για το αίσθημα της πρωτογενούς εχθρότητας, το οποίο μπορεί να εξηγήσει τα φαινόμενα ωμής βίας από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως για παράδειγμα συνέβη στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο[11]. “Homo homini lupus (ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος)” σημειώνει χαρακτηριστικά ο Φρόυντ[12] κατά τον Τόμας Χομπς. “Αυτή η ενόρμηση της επιθετικότητας είναι παράγωγο και κύριος εκπρόσωπος της ενόρμησης του θανάτου, την οποία βρήκαμε δίπλα στον έρωτα, που μαζί του μοιράζεται την παγκόσμια κυριαρχία[13]”. Το νόημα επομένως της πολιτισμικής εξέλιξης βρίσκεται στον αδιάκοπο αγώνα ανάμεσα σε δυο αντίθετες δυνάμεις, τη δύναμη της αγάπης και τη δύναμη της επιθετικότητας, έναν αγώνα δηλαδή, μεταξύ Έρωτα και Θανάτου.

Στη συζήτηση σχετικά με την ενόρμηση της επιθετικότητας βρίσκουμε κάποιες σκέψεις του Φρόυντ αναφορικά με την κατοχή των αγαθών και την κοινοκτημοσύνη που πηγάζουν από την αντίληψη του κομμουνισμού ότι η ατομική ιδιοκτησία διαφθείρει τον άνθρωπο δίνοντας του εξουσία και ταυτόχρονα την τάση να προκαλεί κακό στο συνάνθρωπό του για να αποκτήσει περισσότερα αγαθά. Ο Φρόυντ, ενώ αποφεύγει, όπως λέει, να κάνει μια κριτική στον κομμουνισμό, υποστηρίζει πως αν καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία ουσιαστικά η επιθετικότητα δε θα εξαφανιστεί αλλά θα στραφεί προς τις σεξουαλικές σχέσεις. “Εάν απομακρύνουμε το προσωπικό δικαίωμα επί των υλικών αγαθών, μένει μόνο το προνόμιο των σεξουαλικών σχέσεων, το οποίο μπορεί να γίνει η πηγή πολύ έντονης ζηλοφθονίας και πολύ μεγάλης εχθρότητας ανάμεσα στους κατά τα άλλα ισότιμους ανθρώπους”[14].

Όπως είδαμε νωρίτερα, ο πολιτισμός απαιτεί από τον άνθρωπο την παραίτηση από την ικανοποίηση των ενορμήσεων και η πρόοδος συνίσταται στον περιορισμό της έμφυτης επιθετικότητας. Οι απαιτήσεις αυτές αποτελούν το τίμημα για την πολιτισμική πρόοδο το οποίο πληρώνεται με απώλεια ευτυχίας προερχόμενη από αύξηση του αισθήματος ενοχής. Η άρνηση της επιθετικότητας εσωτερικεύεται από ένα Υπερεγώ[15] που γίνεται όλο και πιο «άγριο» με κάθε ενορμητική παραίτηση. Εάν αληθεύει ότι η παραίτηση από την επιθετικότητα δημιουργεί ένα αίσθημα ενοχής, δημιουργείται ένα είδος πληθωρισμού της ενόρμησης και το (πολιτισμικό) απαγορευμένο βρίσκεται στην καρδιά της «δυστυχίας» του πολιτισμού[16].

Όταν οι άνθρωποι ενώνονται σε κοινότητα αναπόφευκτα διακατέχονται από αυτό το αίσθημα ενοχής το οποίο είναι “η έκφραση της σύγκρουσης της αμφιθυμίας, του αιώνιου αγώνα ανάμεσα στον έρωτα και την ενόρμηση της καταστροφής ή του θανάτου[17]”. Αυτή η αίσθηση ενοχής που προκαλείται από τον πολιτισμό παραμένει ασυνείδητη και γίνεται αντιληπτή απλώς ως ένα αίσθημα δυσαρέσκειας και μη ικανοποίησης του οποίου τις αιτίες αναζητούν. Υπάρχει δηλαδή ένα πολιτισμικό Υπερεγώ το οποίο, όπως και το Υπερεγώ του ατόμου, θέτει κανόνες ηθικής, ιδανικά  και απαιτήσεις και καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους. Η μη τήρηση των όσων προστάζει αυτό το πολιτισμικό Υπερεγώ “τιμωρείται μέσω του «άγχους συνείδησης»”[18].

Συνοψίζοντας, θα λέγαμε ότι ο πολιτισμός δομείται ως μια κοινότητα ανθρώπων και πως το υποκείμενο του πολιτισμού (ο άνθρωπος) ορίζεται από τη συμμετοχή του σε αυτή την κοινότητα και από το σύνολο των απαιτήσεων και των περιορισμών που αυτή του επιβάλλει. Η κινητήριος δύναμη της πολιτισμικής προόδου είναι η “άρνηση” ή καλύτερα η “παραίτηση” από την ενόρμηση[19]. Η παραίτηση αυτή είναι καλύτερα να μετατρέπεται μέσω της μετουσίωσης σε δημιουργία παρά σε εχθρότητα μεταξύ των μελών της κοινότητας.

Εν κατακείδι, ο Φρόυντ σημειώνει ότι στόχος του έργου του αυτού δεν είναι να κάνει μια κριτική στον ανθρώπινο πολιτισμό αλλά να στοχαστεί και να θέσει τελικά το ερώτημα του “εάν και σε ποιο βαθμό η πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπινου είδους θα καταφέρει να προστατεύσει τη συμβίωση από τη βλάβη μέσω της ανθρώπινης ενόρμησης για επιθετικότητα και καταστροφή[20]”.

Επίλογος

«Τι είστε πολιτικά; » – Σύμφωνα με ένα διάσημο ανέκδοτο ο Φρόυντ θα απαντήσει στην στην ερώτηση αυτή « Πολιτικά δεν είμαι τίποτε »[21].  Τα κείμενα που συζητήθηκαν βέβαια μέχρι τώρα επιτρέπουν να κατανοήσουμε πως ο Φρόυντ δεν είναι ένας στοχαστής α- πολιτικός. Αντιθέτως, παρατηρούμε πως αφιερώνει σημαντικό τμήμα του έργου του, ιδιαίτερα στα ύστερα κείμενα του, στις πολιτικές έννοιες. Αυτό δεν οφείλεται, όπως κάποιοι υποστηρίζουν, σε μια προσπάθεια να επεκτείνει και να θεμελιώσει την προερχόμενη από το ατομικό ψυχαναλυτική θεωρία στο συλλογικό. Το συλλογικό, όπως ομολογεί ο ίδιος, τον ενδιέφερε από την νεότητά του γιατί αποτελούσε πρωτογενή πηγή έμπνευσης για τη σκέψη του, όπως και το ατομικό[22].

Αντιλαμβανόμαστε συνεπώς, πως κεντρική έννοια στην πολιτική του σκέψη είναι αυτή του πολιτισμού. Η αποφασιστική ιδέα που προτείνει ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης ως λύση στο αίνιγμα του πολιτισμού είναι αυτή της ενορμητικής καταπίεσης και της απαγόρευσης της αιμομειξίας τις συνέπειες των οποίων βρίσκει στο νευρωτικό άνθρωπο. Ο πολιτισμός δεν είναι παρά αυταπάτη: συνιστά τον τόπο στον οποίο το υποκείμενο είναι “καταδικασμένο” να ζει[23].

Η «κοινωνία», η «κουλτούρα», η «πίστη», η «μάζα», η «δικαιοσύνη» συνιστούν μερικές ακόμη έννοιες τις οποίες συναντάμε μελετώντας τα κείμενα του Φρόυντ. Η συμβολή της ψυχανάλυσης στη μελέτη των εννοιών αυτών έγκειται στο ότι τις εξετάζει υπό το πρίσμα του ασυνειδήτου. Εκείνο που κατορθώνει η ψυχανάλυση διερευνώντας το κοινωνικό δια του ασυνειδήτου δεν είναι να παρέχει ψυχολογικές ερμηνείες στα φαινόμενα αλλά να συζητά για την ουσία τους[24]. Όταν επομένως, ερχόμαστε σε επαφή με τη σκέψη του Φρόυντ στόχος μας δεν είναι να ψυχολογιοποιούμε το συλλογικό αλλά να επιχειρούμε να ανακαλύπτουμε τη σύνδεση του με τις ασυνείδητες διαδικασίες.

Διαβάστε επίσης το Μέρος Ι.



[1]    Φρόυντ, Σ. (2011). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Αθήνα: Νίκας. σελ. 22

[2]    οπ. π., σελ. 26

[3]    οπ. π., σελ. 116 (σημείωση τέλους 8  )

[4]    οπ. π., σελ. 42

[5]    οπ. π., σελ. 43

[6]    οπ. π., σελ. 50

[7]    οπ. π., σελ. 56

[8]    οπ. π., σελ. 56

[9]    οπ. π., σελ. 48

[10]           Assoun P-L. (1993). Freud et les sciences sociales. Armand Colin: Paris

[11]           Ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος αναμφίβολα επηρέασε τον Φρόυντ στις παρατηρήσεις του σχετικά με τις πιέσεις μεταξύ του ατόμου και του πολιτισμού.

[12]  Φρόυντ, Σ. (2011). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Νίκας: Αθήνα. σελ. 69

[13]  οπ. π., σελ. 83

[14]  οπ. π., σελ. 72

[15]            Το Υπερεγώ αποτελεί μια από τις αρχές του ψυχικού μηχανισμού και της προσωπικότητας, που στην ψυχανάλυση αποτελείται από το Αυτό, το Εγώ και το Υπερεγώ. Το Υπερεγώ είναι μέρος του Εγώ, οιωνεί ένα άλλο Εγώ, που ως αυτονομημένη αρχή κρίνει, ελέγχει και τύπτει το Εγώ. Δημιουργείται αρχικά από αισθήματα ενοχής του παιδιού, που τπυ υποβάλλουν την αυτοπαρατήρηση και τον αυτοέλεγχο, και στην πορεία της εξέλιξης, με την υπόταξή του στις ηθικές επιταγές των γονέων και της κοινωνίας, το Υπερεγώ γίνεται η ηθική συνείδηση του ατόμου. (Αναγνώστου, Λ., Βάμβαλης, Γ. (2004) Τετράγλωσσο Λεξικό της Ψυχανάλυσης. Επίκουρος: Αθήνα)

[16]             Assoun P-L. οπ. π.

[17]  Φρόυντ, Σ. (2011). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Νίκας: Αθήνα. σελ 97

[18]  οπ. π., σελ.110

[19]  Assoun P-L. οπ. π.

[20]  Φρόυντ Σ. (2011), οπ. π. σελ 115

[21]       A. Eastmann, cité par Wilhelm Reich in Reich parle de Freud, Paris, Payot, p. 63. Στο Assoun P-L, « De Freud à Lacan : le sujet du politique », Cités,  2003/4 n° 16,  p. 15-24.  DOI : 10.3917/cite.016.0015 .F . c u m

[22]  Αλεξανδρίδης, Α. (2006). http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2008/05/blog-post_8660.html

[23]  Assoun P-L. οπ. π.

[24]  οπ. π.