Η μεταψυχολογία της μελαγχολίας

Σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ενός προσώπου δεν προξενεί θλίψη, αλλά ένα συναίσθημα ασυγχώρητου αμαρτήματος (ενοχές κ.τ.λ.). (πίνακας του Edv. Munch, “Melancholy”, 1894)
Σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ενός προσώπου δεν προξενεί θλίψη, αλλά ένα συναίσθημα ασυγχώρητου αμαρτήματος (ενοχές κ.τ.λ.).
(πίνακας του Edv. Munch, “Melancholy”, 1894)

Από το Σάββα Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγο – Ψυχαναλυτή

Ο Freud υποστήριζε ότι σε κάθε περίπτωση μελαγχολίας κάποια στιγμή το υποκείμενο στην πραγματικότητα ένιωσε να έχει βασανιστεί από το αντικείμενο. Η διαδικασία της ενσωμάτωσης έχει αρχή  το στόμα (έχω ανάγκη το αντικείμενο -το τρώω) και άκρη τον πρωκτό (θέλω να αποβάλλω- θυμός). Το ερώτημα στη φαντασίωση ενσωμάτωσης είναι: πως, με ποιόν τρόπο ικανοποιούμαι (ικανοποίηση της ενόρμησης ) όταν βάζω το αντικείμενο να γίνεται ένα μέρος του εαυτού μου; Κατά την Ποταμιάνου (1988) πρόκειται για φαντασίωση λιβιδινικά επενδεδυμένη, δηλαδή μέσω αυτής ικανοποιούμαι στο μέτρο που μου επιτρέπει να βάζω μέσα μου κάτι,  να το εγκυστώνω και να έχω την ιδέα ότι μπορώ να το αφανίζω και να το συγκρατώ (ψευδαίσθηση παντοδυναμίας).  Το αφανίζω έξω και το συγκρατώ μέσα μου: έτσι μέσω της ενσωμάτωσης χάνεται ως αντικείμενο. Ενσωμάτωση σημαίνει καταβρόχθιση. Καταβροχθίζοντας αφανίζω τον άλλο.

Το πέρασμα στην αυτοκτονία αφορά στην τελευταία απόπειρα του υποκειμένου να ξεφορτωθεί το αντικείμενο, να το «πεθάνει»: Σκοτώνοντας τον εαυτόν μου, σκοτώνω το (μισητό) αντικείμενο. Στη μελαγχολία ό,τι παθαίνει το αντικείμενο, το παθαίνει και Εγώ. Πρόκειται για μια σχέση με το αντικείμενο που εξυπηρετεί το Εγώ του υποκειμένου (ναρκισσιστική διάσταση). Προκειμένου να μη χάσω το αντικείμενο το ενσωματώνω (στοματική, κανιβαλιστική φάση), επειδή η έντονα αμφιθυμική σχέση μαζί του (μίσος, επιθετικότητα κατά του αντικειμένου) δε μ’ αφήνει να το εγκαταλείψω. Είναι ένα «αχώνευτο» αντικείμενο («μου κάθεται στο στομάχι») οπότε το παίρνω μέσα μου ολόκληρο ως έχει, γίνομαι ένα μαζί του και αντί να χτυπάω το αντικείμενο χτυπώ τον εαυτό μου. Το Υπερεγώ εκλαμβάνει ως αντικείμενο το ίδιο το Εγώ (ιδού η κατανόηση της αυτομορφής του μελαγχολικού). Είναι μια κατεξοχήν ναρκισσιστική διαταραχή, όπου η ενδοψυχική σύγκρουση παίζει μεταξύ Εγώ και Υπερεγώ. Ο K. Abraham παρατηρούσε ότι σε μερικές περιπτώσεις ο θάνατος ενός προσώπου δεν προξενεί θλίψη, αλλά ένα συναίσθημα ασυγχώρητου αμαρτήματος (ενοχές κ.τ.λ.).  Πρόκειται για τη μελαγχολία: το υποκείμενο δεν μπορεί να δεχθεί αυτήν την απώλεια.  Ο μόνος τρόπος να την «δεχθεί» είναι να «πάρει μέσα του» το αντικείμενο. Αυτό είναι ένα μανιακόμορφο στοιχείο (τώρα που το έχω, μπορώ να κάνω τα πάντα):  η μανιακή φάση στην μανιοκατάθλιψη είναι το σύμβολο ενός κανιβαλικού οργίου (αρχαϊκός κανιβαλισμός).

Φαντασίωση ενσωμάτωσης του αντικειμένου: πρόκειται για μια κατάσταση του ψυχισμού όπου το υποκείμενο βάζει το νεκρό μέσα του, για να μη δεχθεί την απώλεια. Καταπίνει το απολεσθέν, για να γλιτώσει την απώλεια. Είναι το «τρικ» του ψυχισμού μας για να μην δεχθεί αυτήν την αλλαγή, ώστε να μην μπει στον κίνδυνο της αλλαγής:  γίνομαι ο ίδιος φορέας του νεκρού. Η  φαντασίωση της ενσωμάτωσης άπτεται της αρχής της ευχαρίστησης, και όχι της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα μου βάζει στοίχημα καθημερινά ν’ αλλάξω. Η φαντασίωση είναι το «κόλπο» για να μην αλλάξω, μια μορφής αντίσταση: «αφού έφυγες εσύ εγώ με το ζόρι θα σε αποκαταστήσω ξανά στο ρόλο σου». Οικειοποιούμαι το αντικείμενο «βαμπιρικά», το τρέφω για να το κρατήσω ζωντανό, δεν δέχομαι την ελευθερία του άλλου να πεθάνει, να φύγει κλπ.. Ιδού η  ασέβεια προς το αντικείμενο: η ενσωμάτωση είναι μια πράξη παράνομη. Εδώ δεν υπάρχει μεταφορά, συμβολισμός, ο λόγος είναι απομεταφοροποιημένος, γεμάτος «πράγμα». Είναι μια διαδικασία αποδόμησης της αναπαράστασης την οποία ονομάζουμε και αντιμεταφορά.

Αρχή ευχαρίστησης- δυσαρέσκειας (πραγματικότητας): Στην αρχή το βρέφος διέπεται από την αρχή της ευχαρίστησης-υπό την επήρεια του ασυνειδήτου- με την έννοια ότι όλα επιτρέπονται. Σ’αυτήν τη φάση ότι είναι δυσάρεστο για το υποκείμενο, δε μπορεί να το κρατήσει μέσα του. Ότι δεν του αρέσει το «φτύνει» (μέσω της προβολής, μιας πρωτογενούς άμυνας). Αυτό συμπίπτει με την αρχή του φαγητού κατά την οποία  το υποκείμενο κρατάει ότι του είναι ευχάριστο και φτύνει το δυσάρεστο. Αργότερα, μέσα από την κοινωνικοποίηση του παιδιού, έρχεται η πραγματικότητα για να οριοθετήσει την αρχή της ευχαρίστησης: ότι μου είναι ευχάριστο δεν μου είναι κατ’ανάγκην ωφέλιμο. Εδώ το Εγώ λειτουργεί κάτω από την αρχή της πραγματικότητας. Υπό αυτές τις συνθήκες ένα μέρος της ευχαρίστησης αποσπάται και γίνεται φαντασίωση: η φαντασίωση κρατάει μέσα της την αρχή της ευχαρίστησης.

Ενσωμάτωση του εκλιπόντος αντικειμένου. Είναι φαντασίωση που έρχεται να καλύψει την απώλεια ώστε το Εγώ να μην κινδυνεύει. Ο ψυχισμός παράγει φαντασίωση στη θέση του απολεσθέντος αντικειμένου. Αυτό συνιστά εμπόδιο στο δρόμο της ανάπτυξης, είναι κόλλημα σε ένα αντικείμενο το οποίο δεν μπορώ να ξεπεράσω για να πάω πιο πέρα. Η ενσωμάτωση είναι αποτυχία της ενδοβολής, δηλαδή της δυνατότητας να μιλήσω το πένθος (λεκτική μεταβολή της έλλειψης). Τις περισσότερες φορές η φαντασίωση ενσωμάτωσης είναι ασυνείδητη. Μόνο μετά από μεγάλη κλινική εργασία τη βλέπουμε, δηλαδή ανακαλύπτουμε αυτό που το υποκείμενο θέλει ν’ αποκρύψει. Τω όντι, ο ασθενής προσπαθεί να μην ομολογήσει την απώλεια, έτσι ώστε να μην κάνει αλλαγή.

Κατά την Μaria Torok  το αντικείμενο που ενσωματώνεται, που δεν πενθείται, που παραμένει «αχώνευτο», ονομάζεται κρυπτικό αντικείμενο ( γίνεται λόγος για κρυπτική ενσωμάτωση). Πρόκειται για ένα αντικείμενο το οποίο έχει εξιδανικευτεί από το υποκείμενο,  με το οποίο το τελευταίο είχε προνομιακή σχέση, η οποία δεν έχει ομολογηθεί. Κάνει μια «κρύπτη» και το βάζει μέσα. Αυτό που κρύβεται μέσα στην «κρύπτη» είναι πολύτιμο, σώζει το υποκείμενο (ναρκισσιστική διάσταση). (Κατά την M.Klein το υποκείμενο το βάζει σε απόσταση το εξιδανικευμένο αντικείμενο για να το προστατέψει από την επιθετικότητά του ).

H M.Torok  (1925-1998) είναι γαλλίδα ψυχαναλύτρια ουγγρικής καταγωγής. Ανέπτυξε –μαζί με τον N.Abraham-τη θεωρία της κρύπτης και του φαντάσματος που συχνάζει στο υποκείμενο: πρόκειται για τον κρυπτικό εγκλωβισμό του άλλου ώστε να μη μπορεί να λάβει χώρα η εργασία του πένθους. Ο θύλακας της κρύπτης μπορεί να προστατεύει, να προφυλάσσει από κάθε διείσδυση. Η κρύπτη δημιουργείται όταν το αντικείμενο της απώλειας ήταν τόσο αναγκαίο ναρκισσιστικά για τον πενθούντα ώστε αυτός να θέλει να το διατηρήσει ζωντανό μέσα του. Η σχέση με τον νεκρό είχε τέτοιο χαρακτήρα ώστε να κάνει το υποκείμενο όχι μόνο να μη δέχεται την απώλεια αλλά να μη μπορεί να μιλήσει ανοιχτά γι αυτόν. Ταυτίζεται μαζί του μέσα από το μηχανισμό που οι Abraham και Τοrok ονομάζουν ενδοκρυπτική ταύτιση. Η άρνηση της απώλειας μπλοκάρει τη διαδικασία της ενδοβολής και κινητοποιεί το μηχανισμό της ενσωμάτωσης ως «μαγική ίαση της απώλειας», ως φαντασίωση που οδηγεί στην ψυχική έγκλειση του νεκρού: αυτό σημαίνει την άρνηση να γνωρίσεις το πραγματικό νόημα της απώλειας. Η φαντασίωση της ενσωμάτωσης προδίδει ένα κενό εντός του ψυχισμού, μια έλλειψη στο σημείο ακριβώς που εκκρεμούσε να γίνει μια ενδοβολή. Το Εγώ του φορέα της κρύπτης αναλαμβάνει το ρόλο του «φύλακα του νεκροταφείου της μνήμης»( αυτός δεν παίρνει ποτέ άδεια, παραμένει μόνιμα στη θέση του, είναι άφωνος σαν τάφος, αιώνια  περιπλανώμενος στο λαβύρινθο του νεκροταφείου). Μέσα στην κρύπτη βρίσκονταν όλα όσα αφορούν το νεκρό: η σχέση του με τον επιζώντα και η ιστορία της, τα συναισθήματα που τους συνέδεαν, η απαγορευμένη επιθυμία, η ντροπή, η ενοχή αλλά και οι συνθήκες του θανάτου. Η κρυπτοφορία παίζει σημαντικό ρόλο στη γέννηση διαφόρων ψυχικών διαταραχών: καταθλίψεις, υπομανία ή και μανία, μελαγχολία, παράξενες σωματικές αισθήσεις, συμπεριφορές μίμησης ενός ανθρώπου που έχει πεθάνει, κλεπτομανία, φετιχισμός, αλκοολισμός και ψυχοσωματικές διαταραχές. Οι πάσχοντες υποφέρουν συνήθως από έλλειψη όρεξης να ζήσουν και να αγαπήσουν όπως και από διακυμάνσεις της δημιουργικότητάς τους. Όλες οι λέξεις που θα μπορούσαν να έχουν λεχθεί, όλα τα δάκρυα που θα μπορούσαν να έχουν χυθεί το άτομο θα τα καταπιεί ταυτόχρονα με τον τραυματισμό, εξαιτίας της απώλειας. Μέσα στην κρύπτη αναπαύεται ζωντανό το αντικείμενο ως πλήρες πρόσωπο. Το περιεχόμενο της κρύπτης δε μπορεί να εκφραστεί με λόγια, είναι άρρητο (μη λεχθέν).

Κλινικό παράδειγμα παιδί 12 ετών. Έκλεβε γυναικεία εσώρουχα (κλεπτομανία). Έκανε θεραπεία. Στο παρελθόν είχε μια μεγαλύτερη αδερφή που το σαγήνευε (θωπείες κτλ) και αυτό  το βίωνε με ντροπή. Η αδερφή πεθαίνει ξαφνικά. Κάποτε είπε στη θεραπεία: «Τώρα, αν ζούσε, θα ήταν 14 ετών και θα χρειαζόταν στηθόδεσμο» Η αγάπη του για την αδερφή του δεν μπορούσε να ομολογηθεί. Υπήρχε μεγάλη ευχαρίστηση που βίωνε το υποκείμενο, αλλά αυτή η ευχαρίστηση δε μπορούσε να ομολογηθεί:  την κατάπιε, ενσωματώνοντάς την  μέσα στην κρύπτη (κρυπτικό αντικείμενο), μένοντας στη θέση: «η αδερφή ζει»: εν τω μεταξύ, το αντικείμενο (αδερφή) μεγάλωνε μέσα στην κρύπτη οπότε το αγόρι έκλεβε εσώρουχα για την εφηβεία της, (χωρίς ούτε ο ίδιος να γνωρίζει γιατί τα έκανε). Το αντικείμενο εδώ ήταν τόσο σημαντικό, ώστε το υποκείμενο δεν μπορούσε να διεργαστεί την παραμικρή του απώλεια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Γ’

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’

Απόσπασμα από τις σημειώσεις του τριήμερου βιωματικού σεμιναρίου  επί του πένθους με τίτλο «Bλέπω τα δάκρυά σου – θλίβομαι, μπορώ να ζήσω»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική

Αριστοτέλης,  «Μελαγχολία και Ιδιοφυία το » εκδ. .Άγρα,  Αθήνα 1998.

Εκ Των Υστέρων, Ψυχαναλυτικό Περιοδικό: «Ο θάνατος στη ζωή», τεύχος 7, Ιούνιος 2002

Κανακάκης Γ. «Βλέπω τα δάκρυά σου», εκδ. Libro, Aθήνα 1989

Μαδιανός Μ.,: «Κλινική ψυχιατρική», εκδ. Καστανιώτης, 2003.

Μάνος Ν., « Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

Mάτσα Κ. «Το αδύνατο πένθος και η Κρύπτη, ο τοξικομανής και ο θάνατος», εκδ. Άγρα 2012

Μπακιρτζόγλου Σ.: Σημειώσεις ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής (Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Σεμιναρίων Ψυχανάλυσης «Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη», Αθήνα 2003 έως σήμερα.

Παπαδόπουλος Ν.: «Λεξικό της ψυχολογίας», Σύγχρονη Εκδοτική, Αθήνα 2005.

Πάχτας Χ., Φόρος τιμής στον Αριστοτέλη, «Ορώμενα», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Ποταμιάνου Α. «Τα παιδιά της τρέλας», εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 1988

Γ. Φιλιππόπουλος «Εισαγωγή στην Ψυχιατρική», εκδ.  Θεμέλιο, Αθήνα 1991 .

Α.Χουντουμιάδη-Λ.Πατεράκη, «Σύντομο λεξικό ψυχολογικών όρων» εκδ.Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1989.

 

Mεταφρασμένη

Evans D. : «Eισαγωγικό Λεξικό της Λακανικής Ψυχανάλυσης» εκδ. «Ελληνικά Γράμματα» , Αθήνα 2005.

Freud S:. «Πέραν της αρχής της ηδονής», εκδ. «Επίκουρος», Αθήνα 2001.

Windgassen – Tolle: «Ψυχιατρική», εκδ. Παρισιάνος 2003..

Liaudet J.-Cl.: «Ο Φρόυντ με απλά λόγια» , εκδ. Πατάκη 2007.

Ποταμιάνου Α. «Διαδικασίες επανάληψης και προσφορές του Εγώ», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999.

Χαρτοκόλλης Π. «Χρόνος και Αχρονικότητα», εκδ. «Καστανιώτη», Αθήνα 2006.

 

Ξενόγλωσση         

Abraham-Torok,: «L’écorce et le noyau », Flammarion, Paris 1987.

Chemana R, Vandermersch B: «Dictionnaire de la Psychanalyse» ,Larousse, Paris 1995 .

H-Ey, Bernard P. , Brisset Ch.: «Mannuel de Psychiatrie», Masson, Paris 1989 .

Fenichel O.: «Τhe psychoanalytic Theory of Neurosis», Rutledge and Kegan Paul, London 1982 .

Freud S. : «Μοurning and melancholia», The Standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud, vol. XIV.

Greenson R: «Τhe technique and practice of psychoanalysis», The Hogarth Press, London 1994 .

Kaufmann P.:  «  L’apport Freudien » , Larousse, Paris 1998.

Laplanche J., -Pontalis B. : « Vocabulaire de la Psychanalyse », PUF, Paris 1967.

Pieron Henri : « Vocabulaire de la Psychologie », PUF., Paris 1981 .

Porot A. : « Manuel Alphabetique de Psychiatrie » , PUF, 1986 .

Michel A. : « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Encyclopedia Universalis, Paris 2001

De Mijola A: « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Calmann –Levy , 2002.

Reich W., «Character analysis». Ed.Noonday, New York 1991 .

Roudinesco E., Plon M.: « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Fayard , 1997

Rycroft Ch.: «Acritical dictionary of psychoanalysis» ,Penguin,1972 .