Από το Σάββα Μπακιρτζόγλου, Ψυχολόγο – Ψυχαναλυτή

Έννοια της μεταψυχολογίας (Freud): Σύνολο βασικών αναγκών, αρχών και αντιλήψεων που επιτρέπουν την περιγραφή της λειτουργίας του ψυχικού οργάνου από τρείς οπτικές γωνίες:

α. Δυναμική. Αφορά στις ενορμητικές συγκρούσεις (θεωρία των ενορμήσεων): πώς γίνονται οι συγκρούσεις των ενορμήσεων.

β. Οικονομική. Όλες οι ψυχικές διαδικασίες δαπανούν ενέργεια. Πρόκειται για την κατανομή και διευθέτηση της ψυχικής ενέργειας: πώς και πού επενδύεται η ενέργεια (λιβιδώς),,  πού πάει,  πού κατανέμεται, πώς κατανέμεται. Πάει στο αντικείμενο (επένδυση του αντικειμένου); ή πάει το Εγώ (ναρκισσιστική επένδυση);

γ. Τοπική: περιγραφή του ψυχικού οργάνου ως χώρου, στον οποίο μπορούν να οριοθετηθούν διαφορετικοί τόποι (συνειδητό, προσυνειδητό, ασυνείδητο).

Ο Freud αποσπάστηκε, σχετικά με την μελαγχολία, από την ιατρική παράδοση. Διαφώνησε με την περιοριστική αντίληψη περί ταξινομήσεώς της  στις ψυχώσεις (μανιοκαταθλιπτική ψύχωση), λύση την οποία βρήκε στείρα και ελλιπή ως περιγράφουσα την μελαγχολική κατάσταση. Στο κείμενο του «Πένθος και Μελαγχολία» (1917) εκθέτει την ουσία της μελαγχολίας, συγκρίνοντάς την με το φυσιολογικό πένθος. Το 1924 την ταξινομεί στην κατηγορία των ναρκισσιστικών νευρώσεων (μελαγχολική παλινδρόμηση), επειδή το υποκείμενο είναι αποκομμένο από την πραγματικότητα, όχι από αντιληπτικής πλευράς, αλλά από συναισθηματικής. Πράγματι, ο μελαγχολικός δεν διαψεύδει την ύπαρξη του πράγματος (αντίληψη) αλλά διαψεύδει ότι αυτό το  πράγμα τον αφορά με οποιοδήποτε τρόπο. Η μελαγχολία ανήκει στην κατηγορία των ναρκισσιστικών νευρώσεων επειδή το Εγώ του ασθενούς ταυτίζεται με το χαμένο αντικείμενο (το υποκείμενο αισθάνεται κυριευμένο από τον εκλιπόντα ή προσβεβλημένο από την ίδια αρρώστια που προξένησε το θάνατο). Πρόκειται για ναρκισσιστική επιλογή αντικειμένου ( η λιβιδώς έχει «κολλήσει» στο αντικείμενο). Εντούτοις η επένδυση στο αντικείμενο είναι αδύναμη: υπάρχει  ευκολία απόσυρσης της λιβιδούς στο Εγώ (ναρκισσιστική παλινδρόμηση). Στο μελαγχολικό κυριαρχεί η σαδιστική ενόρμηση. Αυτός βασανίζει το περιβάλλον του εξαιτίας της κατάστασης στην οποόα βρίσκεται. 

Κατά τον K. Abraham, (Γερμανός ψυχαναλυτής και γιατρός 1877-1925), η μελαγχολική δομή  προσιδιάζει μ’ αυτήν της ιδεοψυχαναγκαστικής νεύρωσης ως προς την ένταση της επιθετικής ενόρμησης προς τον έξω κόσμο. Η σαδιστική ενόρμηση, εδώ, ενεργεί κυρίως με τη μορφή μαζοχισμού. Έτσι η αυτοκτονική επιθυμία του μελαγχολικού γίνεται κατανοητή ως επιστροφή μιας φονικής διάθεσης εναντίον εαυτού: οι λιβιδινικές διαθέσεις μίσους επιστρέφουν στο υποκείμενο (καταθλιπτικό συναίσθημα του υποκειμένου ότι είναι σιχαμένο, τύψεις κλπ.)  και αποτελούν  πηγή μαζοχιστικής ικανοποίησης. 

Στροφή κατά (εναντίον) εαυτού: ψυχικός (αμυντικός) μηχανισμός μέσω του οποίου η λιβιδώς αποσύρεται από το αντικείμενο και επενδύει στο Εγώ μ’ έναν τρόπο υπερφορτισμένο.  Συσσωρεύεται στο Εγώ και λιμνάζει (ναρκισσιστική λιβιδώς). Στην περίπτωση της μελαγχολίας το υποκείμενο φέρνει την επιθετικότητα μέσα του (μαζοχισμός). 

Η  Jacobson (1957) κάνει μια διάκριση ανάμεσα στη θλίψη -ως αντίδραση στην απώλεια του αντικειμένου-και την μελαγχολία. Σε αντίθεση με τη μελαγχολία η θλίψη δε συνεπάγεται μια επιθετική σύγκρουση είτε με την εξωτερική πραγματικότητα είτε ενδοψυχικά. 

Στο ενεργητικό μοντέλο του Freud διακρίνουμε δύο μορφές σεξουαλικής ενέργειας: σωματική και ψυχική. Υπάρχει αναγκαιότητα μετατροπής της μίας στην άλλη. Στο μελαγχολικό ασθενή έχουμε συσσώρευση της ψυχικής σεξουαλικής έντασης (με τον ίδιο τρόπο που το άγχος οφείλεται στην έλλειψη εκφόρτισης της συσσωρευμένης σωματικής ενέργειας). Αυτή η συσσώρευση της ψυχικής σεξουαλικής ενέργειας καταλήγει να δημιουργήσει ένα είδος «τρύπας» στον ψυχισμό από την οποία χάνεται η λιβιδώς. Πρόκειται για μια «εσωτερική αιμορραγία» (λιβιδινική αιμορραγία) διαμέσου της  οποίας αδειάζει το Εγώ. Η μελαγχολία είναι ένα πένθος οφειλόμενο στην απώλεια αυτής της λιβιδούς. Προκύπτει μια σοβαρή ναρκισσιστική απώλεια (γι’ αυτό την μελαγχολία την ταξινομούμε στις ναρκισσιστικές νευρώσεις). Πρόκειται τελικά για μια απώλεια του Εγώ, η οποία καταλήγει σε μια γενικευμένη αναστολή των λειτουργιών του  εξ’ού και η φτώχεια της αναπαραστατικής λειτουργίας στο λόγο του μελαγχολικού (λόγος απομεταφοροποιημένος).

Το μελαγχολικό σύνδρομο αφορά σε μια ανοιχτή πληγή η οποία αδειάζει το Εγώ μέχρι να το ερημώσει τελειωτικά.

Είναι μια  δίνη που σκάβει, η εικόνα μιας  «τρύπας» χαρακτηριστική στη μελαγχολία.   Πρόκειται για μια επαναλαμβανόμενη κίνηση στροβίλου που κυριαρχεί στο συλλογισμό του μελαγχολικού (συλλογισμός κυκλικός): «Αφού αυτό έγινε έτσι…είναι και θα είναι πάντα έτσι» (το μέλλον καθορίζεται αποκλειστικά από το παρελθόν). Κατά τον Freud (1917) o μελαγχολικός γνωρίζει ποιόν έχασε, αλλά όχι αυτό που έχασε, τί ακριβώς έχασε στο εκλιπόν αντικείμενο.

Το 1924, ο Κ. Αbraham σχέτισε  τη μανιοκατάθλιψη με το πρωκτικό στάδιο (προοιδιπόδεια φάση) της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης. Στην πρωκτική φάση εγκαθίσταται η συνδιαλλαγή με το αντικείμενο, εδώ με τα κόπρανα  και τη λειτουργία της αφόδευσης. Πρόκειται για το πρότυπο της σχέσης με το αντικείμενο: κρατάω ή αποβάλλω, ένα «πάρε- δώσε», (σου δίνω-δεν σου δίνω).

Υπάρχει επίδραση της πρωκτικής φάσης στο σχηματισμό της έννοιας του χρόνου. Ο Ηarnick όπως αναφέρεται από τους Shilder 1942 και Doob 1971, υπέδειξε ότι η επίγνωση της ροής του χρόνου έχει την προέλευσή της στον πρωκτικό ερωτισμό, τη συχνότητα της αφόδευσης, τα διαλείμματά της, τη διάρκεια της διαδικασίας, πόσο μπορεί να αναβληθεί επιτυχώς κ.ο.κ.  Κατά τους Obernorf (1941) και Fenichel (1945) οι πρωκτικο-ερωτικές εμπειρίες ευθύνονται για την ανάπτυξη προγραμμάτων που βοηθούν το Εγώ να δαμάσει την πραγματικότητα. Κατά τον τελεταίο  εσωτερικοί βιολογικοί ρυθμοί όπως η αναπνοή και ο σφυγμός, βοηθούν το παιδί να ξεχωρίσει χρονικά διαλείμματα και να αποκτήσει την έννοια του χρόνου εν γένει. Έχει υπογραμμιστεί η σχέση της πρωκτικής φάσης της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης με το Υπερεγώ και η εμπλοκή της σε νευρωτικά συμπτώματα, χαρακτηριολογικά γνωρίσματα και κοινωνικοπολιτισμικούς τρόπους ζωής. Στην προσπάθεια της εκπαίδευσης για τον έλεγχο των σφιγκτήρων το νήπιο ταυτίζεται με την προοιδιπόδεια μητέρα που ελέγχει το χρόνο, ενώ η επιθυμία και η ικανότητα του βρέφους να ελέγχει το χρόνο αντικατοπτρίζουν την επιθυμία και την ικανότητα να ελέγχει την εσωτερική αναπαράσταση της σχέσης παιδιού-μητέρας.

Ο K. Abraham διακρίνει δύο πρωκτικές φάσεις:

1) Πρώτη πρωκτική φάση (πρωιμότερη), πριν τον μυϊκό έλεγχο των σφιγκτήρων (απώλεια κοπράνων «χάνω τα κακά μου»). Το παιδί βιώνει τα κόπρανα του σαν κάτι δικό του. Αν τα χάσει, το βιώνει σαν ευνουχισμό (πρωκτικός ευνουχισμός). Εδώ  έχει απώλεια, χάνει το αντικείμενο, και αυτό είναι  ένας χαμός και καταστροφή του αντικειμένου. Είναι σ’ αυτή την πρώτη πρωκτική περίοδο όπου παλινδρομεί η λιβιδώς του μελαγχολικού (καθήλωση, που αφορά στη μελαγχολία κατά Abraham και Freud).  

Σε αυτή τη φάση το παιδί χάνει το αντικείμενο, αλλά και μέρος του εαυτού του. Πρόκειται για τον πρωκτικό ευνουχισμό ο οποίος είναι ένα προστάδιο του άγχους του γενετικού ευνουχισμού.  Ο  φόβος του υποκειμένου ότι θα χάσει το πέος του (οιδιπόδεια τιμωρία) έχει ένα προηγούμενο, το προηγούμενο ότι θα χάσει τα κόπρανα του.

Η παλινδρόμηση αυτή δεν σταματάει εδώ. Συνεχίζει μέχρι τη στοματική φάση (κανιβαλιστική). Πρόκειται για τη φαντασίωση εισαγωγής (ενσωμάτωσης) του χαμένου αντικειμένου.  Επειδή το υποκείμενο δεν μπορεί να συγκρατήσει το αντικείμενο πρωκτικά, παλινδρομεί και το συγκρατεί με το στόμα του. Γίνεται λόγος για κανιβαλιστική ταύτιση. Εδώ συνδέεται και η άρνηση λήψης τροφής του μελαγχολικού: δεν τρώει επειδή φαντάζεται ότι έτσι καταπίνει το χαμένο αντικείμενο.

Η φαντασίωση είναι κάθε πίστη, κάθε ιδέα που αντιτίθεται στην πραγματικότητα. Όταν μία τροποποίηση της πραγματικότητας απειλεί να προκαλέσει ναρκισσιστική κατάρρευση (φόβος κατάρρευσης του ψυχισμού, συντριβή, το ότι π.χ. έφυγε το αντικείμενο και έτσι δεν θα μου κάνει τη «δουλειά» που μου έκανε) τότε έρχεται η φαντασίωση η οποία έχει συντηρητική λειτουργία (διατήρηση του status qvo του ψυχισμού).

Εν κατακλείδι: ο μελαγχολικός χάνει το αντικείμενο (πρώτη πρωκτική φάση) και τείνει προς ναρκισσιστικές ταυτίσεις. Χάνει (καταστρέφει) το αντικείμενο και μέσω στοματικής παλινδρομήσεως της λιβιδούς το ενσωματώνει, το ξανακάνει δικό του με σκοπό ίσως, κατά Αbraham, να το ξαναφέρει στη ζωή. Στην πρώτη πρωκτική φάση που το υποκείμενο έχει απώλεια του αντικειμένου, η επανόρθωση γίνεται μέσω της συγκράτησης με το στόμα. Το μελαγχολικό άτομο παλινδρομεί (μανιακή παλινδρόμηση) στο στοματικό στάδιο και ενσωματώνει το αντικείμενο.

2) Δεύτερη πρωκτική φάση (μεταγενέστερη). Εδώ έχουμε κατάκτηση του μυϊκού έλεγχου των σφιγκτήρων: κρατώ, ελέγχω τους σφιγκτήρες «δεν θα τα αφήσω να μου φύγουν, θα τα ελέγξω». Έχουμε συγκράτηση του αντικειμένου («δεν το δίνω στη μαμά μου»). Πρόκειται  για καθηλώσεις που αφορούν στην ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση. Ο ιδεοψυχαναγκαστικός ποτέ δεν αφήνει τελείως το αντικείμενο, δεν χάνει το αντικείμενο. Η ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση είναι πιο εξελιγμένη από τη μελαγχολία. Στη μελαγχολία το αντικείμενο που εξωτερικά χάθηκε, διατηρείται εντός του υποκειμένου μέσω της κανιβαλιστικής ενσωμάτωσης. Μέσω της ενσωμάτωσης το Εγώ του υποκειμένου και το εκλιπόν αντικείμενο γίνονται ένα (ναρκισσιστική ταύτιση): το μίσοςπρος το εκλιπόν αντικείμενο (αμφιθυμία), γίνεται μίσος εναντίον του Εγώ του υποκειμένου.  Όλες οι μομφές (αυτομομφή) και οι ύβρεις που το αντικείμενο απευθύνει στον εαυτόν του, στην πραγματικότητα απευθύνονται στο χαμένο αντικείμενο. Κατά τον Freud 1917 το βάρος του αντικειμένου, η σκιά του, πέφτουν πάνω στο Εγώ του υποκειμένου: το Eγώ είναι αιχμάλωτο του αντικειμένου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β’

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Γ’

Απόσπασμα από τις σημειώσεις του τριήμερου βιωματικού σεμιναρίου  επί του πένθους με τίτλο «Bλέπω τα δάκρυά σου – θλίβομαι, μπορώ να ζήσω»

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική

Αριστοτέλης,  «Μελαγχολία και Ιδιοφυία το » εκδ. .Άγρα,  Αθήνα 1998.

Εκ Των Υστέρων, Ψυχαναλυτικό Περιοδικό: «Ο θάνατος στη ζωή», τεύχος 7, Ιούνιος 2002

Κανακάκης Γ. «Βλέπω τα δάκρυά σου», εκδ. Libro, Aθήνα 1989

Μαδιανός Μ.,: «Κλινική ψυχιατρική», εκδ. Καστανιώτης, 2003.

Μάνος Ν., « Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής», University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997.

Mάτσα Κ. «Το αδύνατο πένθος και η Κρύπτη, ο τοξικομανής και ο θάνατος», εκδ. Άγρα 2012

Μπακιρτζόγλου Σ.: Σημειώσεις ψυχαναλυτικής θεωρίας και πρακτικής (Πρόγραμμα Εκπαιδευτικών Σεμιναρίων Ψυχανάλυσης «Επέκεινα-Ψυχαναλυτική Πράξη», Αθήνα 2003 έως σήμερα.

Παπαδόπουλος Ν.: «Λεξικό της ψυχολογίας», Σύγχρονη Εκδοτική, Αθήνα 2005.

Πάχτας Χ., Φόρος τιμής στον Αριστοτέλη, «Ορώμενα», εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002

Ποταμιάνου Α. «Τα παιδιά της τρέλας», εκδ. «Νεφέλη», Αθήνα 1988

Γ. Φιλιππόπουλος «Εισαγωγή στην Ψυχιατρική», εκδ.  Θεμέλιο, Αθήνα 1991 .

Α.Χουντουμιάδη-Λ.Πατεράκη, «Σύντομο λεξικό ψυχολογικών όρων» εκδ.Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννενα 1989.

Mεταφρασμένη

Evans D. : «Eισαγωγικό Λεξικό της Λακανικής Ψυχανάλυσης» εκδ. «Ελληνικά Γράμματα» , Αθήνα 2005.

Freud S:. «Πέραν της αρχής της ηδονής», εκδ. «Επίκουρος», Αθήνα 2001.

Windgassen – Tolle: «Ψυχιατρική», εκδ. Παρισιάνος 2003..

Liaudet J.-Cl.: «Ο Φρόυντ με απλά λόγια» , εκδ. Πατάκη 2007.

Ποταμιάνου Α. «Διαδικασίες επανάληψης και προσφορές του Εγώ», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999.

Χαρτοκόλλης Π. «Χρόνος και Αχρονικότητα», εκδ. «Καστανιώτη», Αθήνα 2006.

Ξενόγλωσση         

Abraham-Torok,: «L’écorce et le noyau », Flammarion, Paris 1987.

Chemana R, Vandermersch B: «Dictionnaire de la Psychanalyse» ,Larousse, Paris 1995 .

H-Ey, Bernard P. , Brisset Ch.: «Mannuel de Psychiatrie», Masson, Paris 1989 .

Fenichel O.: «Τhe psychoanalytic Theory of Neurosis», Rutledge and Kegan Paul, London 1982 .

Freud S. : «Μοurning and melancholia», The Standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud, vol. XIV.

Greenson R: «Τhe technique and practice of psychoanalysis», The Hogarth Press, London 1994 .

Kaufmann P.:  «  L’apport Freudien » , Larousse, Paris 1998.

Laplanche J., -Pontalis B. : « Vocabulaire de la Psychanalyse », PUF, Paris 1967.

Pieron Henri : « Vocabulaire de la Psychologie », PUF., Paris 1981 .

Porot A. : « Manuel Alphabetique de Psychiatrie » , PUF, 1986 .

Michel A. : « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Encyclopedia Universalis, Paris 2001

De Mijola A: « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Calmann –Levy , 2002.

Reich W., «Character analysis». Ed.Noonday, New York 1991 .

Roudinesco E., Plon M.: « Dictionnaire de la Psychanalyse » , Fayard , 1997

Rycroft Ch.: «Acritical dictionary of psychoanalysis» ,Penguin,1972 .