Η καθοδήγηση της θεραπείας

Απόσπασμα από το λακανικό γραπτό «Η καθοδήγηση της θεραπείας» (1958), το οποίο αναλύθηκε και σχολιάστηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης από το Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών της Αθήνας, σε μετάφραση του Βλάση Σκολίδη.

(Απόσπασμα από το Β΄ κεφάλαιο, πρβλ. «La direction de la cure et les principes de son pouvoir» (1958), Écrits, Seuil, 1966, σσ. 592-596)

[592] …
Β΄ Ποια είναι η θέση της ερμηνείας;
1. Όσα προηγήθηκαν δεν δίνουν απάντηση στα τόσα ερωτήματα που αναφύονται σ’ έναν πρωτόπειρο. Συγκεφαλαιώνοντας όμως τα προβλήματα που ανακινούνται τώρα γύρω από την καθοδήγηση της ψυχανάλυσης καθώς αυτή η επικαιρότητα αντανακλά την παρούσα χρήση της, πιστεύουμε ότι σεβαστήκαμε τις αναλογίες.
Αναφερόμαστε στην ήσσονα θέση που καταλαμβάνει η ερμηνεία στην ψυχαναλυτική επικαιρότητα – όχι πως έχασε το νόημά της, αλλά η προσέγγιση αυτού του νοήματος προδίδει πάντα κάποια αμηχανία. Δεν υπάρχει συγγραφέας που να καταπιαστεί με το θέμα και να μην προχωρήσει διαχωρίζοντας όλους τους τρόπους λεκτικών παρεμβάσεων που δεν συνιστούν ερμηνεία: επεξηγήσεις, ανταμοιβές, απαντήσεις στο αίτημα…, κτλ. Η μέθοδος γίνεται αποκαλυπτική όταν πλησιάζει στην εστία του ενδιαφέροντος. Επιβάλλει ότι ακόμη και μια κουβέντα που λέγεται για να οδηγήσει το υποκείμενο να διαβλέψει (insight) κάποια από τις συμπεριφορές του, και ειδικά τη σημασία αντίστασης που αυτή έχει, μπορεί να δεχτεί οποιαδήποτε άλλη ονομασία, αντιπαράθεση [confrontation] λόγου χάριν, έστω και αντιπαράθεση του υποκειμένου προς τον δικό του λόγο, χωρίς να αξίζει την ονομασία ερμηνεία, όντας απλώς ένας λόγος διαφωτιστικός.
Είναι συγκινητικές οι προσπάθειες ενός συγγραφέα που αποπειράται να πιέσει τη θεωρία της μορφής για να βρει τη μεταφορά που θα του επιτρέψει να εκφράσει αυτό που φέρνει η ερμηνεία ως λύση σε μια αμφιταλάντευση [593] προθέσεων, ως κλείσιμο σε μια μη πληρότητα που ωστόσο πραγματοποιείται εκ των υστέρων [2].

2. Νιώθει κανείς ότι εκείνο που εδώ διαφεύγει είναι η φύση μιας μετάλλαξης μέσα στο υποκείμενο, και είναι πολύ πιο επώδυνο για τη σκέψη το ότι της ξεφεύγει από τη στιγμή ακριβώς που γίνεται γεγονός. Πράγματι, κανένας δείκτης δεν αρκεί για να δείξει πού δρα η ερμηνεία, εάν δεν δεχτούμε κατηγορηματικά μια εννοιολόγηση της λειτουργίας του σημαίνοντος, η οποία να συλλαμβάνει πού του υποτάσσεται το υποκείμενο μέχρι σημείου να πλανεύεται.
Η ερμηνεία, προκειμένου να αποκρυπτογραφήσει τη διαχρονία των ασυνείδητων επαναλήψεων, οφείλει να εισαγάγει στη συγχρονία των σημαινόντων που συμπλέκονται εκεί, κάτι που να καθιστά αίφνης τη μετάφραση δυνατή, – ακριβώς αυτό που επιτρέπει η λειτουργία του Άλλου εγκλείοντας τον κώδικα, καθώς αναφορικά με αυτόν εμφανίζεται το στοιχείο που λείπει.
Αυτή η σπουδαιότητα του σημαίνοντος στον εντοπισμό της ψυχαναλυτικής αλήθειας αρχίζει να διαφαίνεται μόλις ένας συγγραφέας κρατηθεί σταθερά από τις παραμέτρους της εμπειρίας όταν ορίζει τις απορίες. Διαβάστε τον Έντουαρντ Γλόβερ για να σταθμίσετε το τίμημα που πληρώνει επειδή του λείπει ο όρος σημαίνον: ενώ διατυπώνει ευστοχότατες απόψεις, βρίσκει την ερμηνεία παντού, καθώς δεν μπορεί να τη σταματήσει πουθενά, μέχρι και στην κοινοτοπία της ιατρικής συνταγής· καταλήγει δε να πει απερίφραστα, χωρίς να ξέρουμε αν το ακούει ο ίδιος, πως ο σχηματισμός του συμπτώματος είναι μια ανακριβής ερμηνεία του υποκειμένου [13].
Έτσι νοούμενη η ερμηνεία καθίσταται ένα είδος φλογιστικού:  έκδηλη σε  κάθε στοιχείο που γίνεται κατανοητό, ορθώς ή μη, αρκεί να τροφοδοτεί λιγάκι τη φλόγα του φαντασιακού, στην καθαρή «ερωτοτροπία»,  ονόματι επιθετικότητα, γύρω από την οποία παίρνει και δίνει η τεχνική εκείνης της εποχής (1931 – είναι αρκετά φρέσκο ώστε να ανήκει ακόμη στο σήμερα. Πρβλ. [13]).
Το ότι έρχεται και κορυφώνεται στο εδώ και τώρα αυτού του παιχνιδιού, μόνο αυτό είναι που διαφοροποιεί την ερμηνεία από την ανάγνωση της signature rerum όπου ο Γιουνγκ συναγωνίζεται τον Μπέμε.  Να τον ακολουθήσουν σε κάτι τέτοιο δεν θα ταίριαζε και τόσο στο είναι των ψυχαναλυτών μας.
Όμως, το να είσαι στην ώρα του Φρόιντ θέλει άλλα κότσια, γι’ αυτό δεν είναι περιττό να ξέρεις πώς δουλεύει το ρολόι του.

[594]
3. Η δική μας θεωρία του σημαίνοντος είναι πρώτα-πρώτα πειθαρχία, στην οποία εξασκούνται εκείνοι που εκπαιδεύουμε, στους τρόπους επενέργειας του σημαίνοντος στην ανάδειξη του σημαινομένου – ο μόνος δρόμος για να συλλάβουμε ότι εκεί εγγράφεται η ερμηνεία για να μπορεί να δημιουργήσει κάτι καινούργιο.
Διότι δεν εδράζεται σε καμία αναδοχή των θεϊκών αρχετύπων, αλλά στο γεγονός ότι το ασυνείδητο έχει τη ριζική μορφή του γλωσσικού συστήματος [du langage], στο ότι ένα υλικό διαπλέκεται εκεί σύμφωνα με κάποιους νόμους που ανακαλύπτει η μελέτη των θετικών γλωσσών [langues], των γλωσσών που όντως μιλιούνται ή μιλήθηκαν.
Η μεταφορά του φλογιστικού που μας ενέπνευσε ο Γλόβερ προ ολίγου, αποκτά την προσφορότητά της από το λάθος που υποδηλώνει: όπως το φλογιστικό δεν αναδύεται κατά την καύση από τα σώματα, άλλο τόσο δεν εκπορεύεται η σημασία από τη ζωή. Θα έπρεπε καλύτερα να μιλάμε γι’ αυτήν όπως για τον συνδυασμό της ζωής με το άτομο Ο του [χημικού] σημείου,  το οποίο σημείο καταρχήν δηλώνει την παρουσία ή την απουσία, προσφέροντας ουσιαστικά το και που τις συνδέει, διότι δηλώνοντας την παρουσία ή την απουσία, θεσμοθετεί την παρουσία σε φόντο απουσίας, καθώς εγκαθιστά την απουσία μέσα στην παρουσία.
Ας θυμηθούμε ότι, καθώς προχωρεί με σιγουριά στο [ερευνητικό] πεδίο του, ο Φρόιντ αναζητώντας το υπόδειγμα του αυτοματισμού της επανάληψης, κοντοστέκεται εκεί που συναντώνται ένα παιχνίδι απόκρυψης και ένας εναλλασσόμενος επιτονισμός δύο φωνημάτων, που η σύζευξή τους σ’ ένα παιδί τον εκπλήσσει.
Επειδή εμφανίζεται εκεί ταυτόχρονα η αξία του αντικειμένου ως άνευ σημασίας (αυτό που το παιδί εξαφανίζει και επανεμφανίζει), καθώς και το πόσο επουσιώδης είναι η φωνητική τελειότητα απέναντι στον διαχωρισμό των φωνημάτων, για τον οποίο κανείς δεν θα αμφισβητούσε στον Φρόιντ το δικαίωμα να τον αποδώσει αμέσως με τα Fort! Da! των γερμανικών που μιλάει, ενήλικος, ο ίδιος [9].
Σημείο γονιμοποίησης μιας συμβολικής τάξης που προϋπάρχει του παιδικού υποκειμένου και σύμφωνα με την οποία θα χρειαστεί να δομηθεί.

4. Θα αποφύγουμε να δώσουμε τους κανόνες της ερμηνείας. Όχι πως δεν μπορούν να διατυπωθούν, αλλά [595] οι τύποι που τους αποδίδουν προϋποθέτουν επεξηγήσεις που δεν μπορούμε να τις θεωρήσουμε γνωστές, αφού δεν γίνεται να τις συμπυκνώσουμε εδώ.
Ας περιοριστούμε να παρατηρήσουμε ότι διαβάζοντας τα κλασικά σχόλια περί ερμηνείας, θλίβεται κανείς βλέποντας πόσο λίγο ξέρουν να εκμεταλλεύονται τα δεδομένα ακριβώς που προβάλλουν.
Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, ο κάθε συγγραφέας διαπιστώνει με τον τρόπο του ότι για να επιβεβαιωθεί το βάσιμο μιας ερμηνείας, εκείνο που μετράει δεν είναι η πεποίθηση που επιφέρει, διότι το κριτήριο της βασιμότητας το αναγνωρίζει κανείς πολύ περισσότερο στο υλικό που θα προκύψει στη συνέχεια.
Όμως η ψυχολογίζουσα προκατάληψη είναι τόσο γερά ριζωμένη στα μυαλά τους, ώστε να διερευνούν πάντα το φαινόμενο προς την κατεύθυνση κάποιας συναινέσεως του υποκειμένου, παραβλέποντας εντελώς αυτό που απορρέει από τα λεγόμενα του Φρόιντ για τη Verneinung ως μορφή ομολογίας, για την οποία το λιγότερο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι δεν γίνεται να εξομοιώνεται με μια τρύπα στο νερό.
Κι έτσι η θεωρία μεταφράζει το πώς γεννιέται η αντίσταση μέσα στην [ψυχαναλυτική] πρακτική. Και αυτό είναι που θέλουμε να γίνει αντιληπτό, όταν λέμε ότι δεν υπάρχει άλλη αντίσταση στην ψυχανάλυση από την αντίσταση του ίδιου του ψυχαναλυτή.

5. Το δράμα είναι ότι οι συγγραφείς του σήμερα, την αλληλουχία των ψυχαναλυτικών αποτελεσμάτων φαίνεται να την παίρνουν από την ανάποδη. Η ερμηνεία, ακολουθώντας τα λεγόμενά τους, δεν είναι παρά ένα τραύλισμα σε σύγκριση με το άνοιγμα μιας ευρύτερης σχέσης όπου επιτέλους αλληλοκαταλαβαινόμαστε («εκ των ένδον» οπωσδήποτε).
Η ερμηνεία γίνεται εδώ μια απαίτηση της αδυναμίας [του αναλυομένου] που πρέπει να έρθουμε να βοηθήσουμε. Είναι επίσης κάτι που η αδυναμία πολύ δύσκολα το καταπίνει χωρίς να το απορρίψει. Είναι και τα δύο ταυτοχρόνως, δηλαδή ένα λίαν άβολο μέσον.
Όμως αυτά είναι απλώς το αποτέλεσμα των παθών του ψυχαναλυτή: του φόβου του που δεν είναι φόβος του λάθους, αλλά της άγνοιας· της διάθεσής του που δεν είναι διάθεση να ικανοποιήσει, αλλά να μην απογοητεύσει· της ανάγκης του που δεν είναι ανάγκη να κυβερνήσει, αλλά να κρατήσει το πάνω χέρι. Δεν πρόκειται διόλου για την αντιμεταβίβαση του τάδε ή του δείνα· πρόκειται για τις συνέπειες της δυαδικής σχέσης εάν ο θεραπευτής δεν την υπερπηδήσει, και πώς να την υπερπηδήσει όταν αποτελεί το ιδεώδες της δράσης του;
Primum vivere αναμφίβολα: πρέπει να αποφύγουμε τη ρήξη [με τον ασθενή]. Το ότι συγκαταλέγουν [596] υπό το όνομα «τεχνική» την παιδαριώδη και έντιμη αβροφροσύνη [προς τον ασθενή] που πρέπει να διδάσκεται με αυτόν τον στόχο,  ας το ανεχτούμε. Όμως, όταν συγχέουν τη σωματική αναγκαιότητα της παρουσίας του ασθενούς στο ραντεβού με την ψυχαναλυτική σχέση, σφάλλουν και παραπλανούν τον μαθητευόμενο για πολύ καιρό.

Μετάφραση: Βλάσης Σκολίδης

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ (ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ)
[2] DEVEREUX (Georges), “Some criteria for the timing of confrontations and interpretations”, Απρ. 1950, I.J.P., XXXII, 1 (Ιαν. 1951), σ. 19-24.
[9] FREUD (Sigmund), Jenseits des Lustprinzips, 1920, G.W., XIII: πρβλ., αν είναι αναγκαίο, τις σελ. 11-14 του κεφ. – Beyond the pleasure principle, S.E., v. XVIII, σσ. 14-16.
[13] GLOVER (Edward), “The therapeutic effect of inexact interpretation: a contribution to the theory of suggestion”, I.J.P., XII, 4 (Οκτ. 1931), σ. 399-411.