Η Κατάχρηση Ουσιών. Επιβαρυντικοί και Προστατευτικοί Παράγοντες.

Γιατί οι άνθρωποι στρέφονται στις ουσίες;
Γιατί οι άνθρωποι στρέφονται στις ουσίες;

Γράφει η Ιωάννα Στ. Ψιμούλη, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια, Σύμβουλος Εξαρτήσεων

Η χρήση και η κατάχρηση ουσιών αλλά και η εξάρτηση από τις τελευταίες, έχει πάρει σοβαρές και ανησυχητικές διαστάσεις στις σύγχρονες κοινωνίες.

Πολλοί επιστήμονες από διαφορετικούς κλάδους, όπως αυτόν της ψυχολογίας, της ιατρικής αλλά και της κοινωνιολογίας ανέπτυξαν κατά καιρούς ένα μεγάλο φάσμα θεωριών, προσπαθώντας να απαντήσουν σε καίρια ερωτήματα, όπως γιατί οι άνθρωποι από τα πανάρχαια χρόνια κάνουν χρήση ουσιών, αλλά και ποια από τα άτομα που δοκιμάζουν καταλήγουν να γίνουν περιστασιακοί χρήστες ή εξαρτώνται από αυτές.

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ο χώρος της ψυχοθεραπείας και της συμβουλευτικής αναπτύχθηκε γύρω από κάποιες βασικές θεωρίες, έχοντας πάντα στον αντίποδα την ιατρική οπτική, για το θέμα της εξαρτητικής διαδικασίας. Αυτές οι βασικές θεωρίες είχαν σαν συνέπεια μέχρι και σήμερα ο κόσμος της ψυχοθεραπείας να βρίσκεται διχασμένος δημιουργώντας πολλές φορές σύγχυση για το ποια θεωρία δίνει τις περισσότερο έγκυρες απαντήσεις, στους προβληματισμούς αυτούς.

Επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα, στο γιατί δηλαδή οι άνθρωποι στρέφονται στις ουσίες, θα ήταν  ίσως σημαντικό να τονιστεί πως η διάφορες θεωρίες όσο αξιόπιστες και αν είναι, καλύπτουν μια περιορισμένη και ρευστή αλήθεια, είτε αυτή αφορά στην ψυχολογική, είτε στη βιολογική, είτε στην κοινωνική παράμετρο του ζητήματος.

Η οπτική που αξιολογεί τον πληθυσμό των εξαρτημένων ατόμων ως ομοιόμορφο, η οποία διακατέχεται από μια λογική αίτιου – αιτιατού στη σχέση που δημιουργεί το άτομο με τις ουσίες εξάρτησης, φαίνεται να είναι αβάσιμη και τελικά να μην ευσταθεί.

Επιπρόσθετα, μελέτες έχουν δείξει ότι εξίσου σημαντικό ρόλο για την πιθανότητα έναρξης, συνέχιση της λήψης αλλά και κατάχρησης των ουσιών, με τους ψυχολογικούς παράγοντες παίζουν παράμετροι κοινωνικές αλλά και νομικές. Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι αναφερόμαστε σε αυτούς τους παράγοντες ως υποβοηθητικούς της χρήσης ή/και της κατάχρησης και όχι αιτιολογικούς.  Με άλλα λόγια, φαίνεται με τα χρόνια να περάσαμε, ξεκινώντας από μια γραμμική αιτιολογία σε μια πολυπαραγοντική προσέγγιση.  Από την προσπάθεια να δοθεί απάντηση στο ερώτημα τί οδηγεί στη χρήση και κατάχρηση ουσιών, φτάσαμε στη διερεύνηση για την παρουσία ή απουσία παραγόντων που ενδεχομένως οδηγούν στην κατεύθυνση αυτή.

Τι σημαίνει όμως ότι ένας παράγοντας είναι επιβαρυντικός ή προστατευτικός;

Αρχικά, να ειπωθεί πως οι κατηγορίες στις οποίες μπορούν να ενταχθούν οι παράγοντες επικινδυνότητας και προστασίας, θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε:

  • Ατομικούς, που έχουν σχέση με το ίδιο το άτομο (π.χ. προσωπικότητα, συμπεριφορά, ψυχοπαθολογία, κ.α.)
  • Κοινωνικούς – κοινοτικούς, που έχουν σχέση με το ρόλο που το άτομο κατέχει στον κοινωνικό ιστό, τη σύνδεση του με την Κοινότητα, τα Μ.Μ.Ε. και τους νόμους που επικρατούν στο Κράτος
  • Ομότιμων, όπως οι νόρμες που επικρατούν σε μια παρέα αλλά και οι δραστηριότητες που επιλέγει ένα παιδί να έχει με τους φίλους του
  • Οικογενειακοί, όπως οι σχέσεις και οι δυναμικές που αναπτύσσονται ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας, οι δεξιότητες των γονέων και η επικοινωνία όπως αυτή αναπτύσσεται (Αρχικά, η συσχέτιση της εξάρτησης από ουσίες και του ρόλου της οικογένειας δεν είχε απασχολήσει του ειδικούς. Τις τελευταίες δεκαετίες, όμως, έχουν υποστηριχθεί απόψεις που υπογραμμίζουν το ρόλο της οικογένειας στη γέννηση, τη συντήρηση αλλά και τη θεραπεία της εξάρτησης, δίνοντας έμφαση στην εμπλοκή της στην κατανόηση του πολύπλοκου αυτού φαινομένου. Έχει αναγνωριστεί πια τόσο ως αναπόσπαστο μέρος του προβλήματος, όσο και ως αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας)
  • Βιολογικοί, που αναφέρονται στη κάθε ουσία και στα ειδικά  χαρακτηριστικά, καθώς και στον ανθρώπινο οργανισμό.

Πιο αναλυτικά, και χωρίς καμία προσπάθεια ιεράρχησης στην παρουσία και στην παρουσίαση των παραγόντων αυτών, καθώς ο καθένας τους επιδρά διαφορετικά και ξεχωριστά στο άτομο, βρίσκουμε τους ατομικούς επιβαρυντικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται οι γενετικοί – οργανικοί παράγοντες, τις διαφορές στην επίδραση που ασκούν οι ουσίες, αλλά και τους ψυχολογικούς παράγοντες. Στους ψυχολογικούς βρίσκουμε τη συναισθηματική ανωριμότητα, την αδυναμία ελέγχου της παρόρμησης, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοεικόνα, τη χαμηλή αντίσταση στις πιέσεις κ.α.

Στις ψυχολογικές – ψυχιατρικές διαταραχές βρίσκουμε τις αγχώδεις διαταραχές, τις ψυχώσεις και την κατάθλιψη, ενώ στα προβλήματα συμπεριφοράς υπάγεται η επιθετικότητα, η επικίνδυνη σεξουαλική ζωή, η παραβατικότητα κι οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές.

Οι θετικές στάσεις και προσδοκίες για τη χρήση ουσιών, η έναρξη χρήσης σε μικρή ηλικία, η ψυχολογική πίεση, το φύλο και η ηλικία είναι μερικοί ακόμα επιβαρυντικοί παράγοντες.

Στον αντίποδα αυτών, βρίσκονται οι ατομικοί προστατευτικοί παράγοντες, οι οποίοι λειτουργούν ως αμυντικοί μηχανισμοί του ατόμου. Η έλλειψη παθογόνων συνθηκών διευκολύνει την ανάπτυξη των δεξιοτήτων αυτών. Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση, η συναισθηματική σταθερότητα, η προσαρμοστική ικανότητα, η ευελιξία, η ανθεκτικότητα σε δύσκολες περιστάσεις, αλλά και οι δεξιότητες επικοινωνίας είναι μερικοί παράγοντες που λειτουργούν προστατευτικά μαζί με την αίσθηση στόχου, την εσωτερική αίσθηση ελέγχου, την ενσυναίσθηση, την προσαρμοστική ικανότητα και το χιούμορ.

Στους επιβαρυντικούς παράγοντες που σχετίζονται με τους ομότιμους είναι η επιλογή συναναστροφής με ομότιμους που κάνουν χρήση, οι θετικές αντιλήψεις και στάσεις από ομότιμους σχετικά με τις ουσίες και τη χρήση και η πίεση για χρήση από ομότιμους.

Οι ομότιμοι όμως μπορούν να λειτουργήσουν και προστατευτικά, όταν οι φιλικές σχέσεις δημιουργούνται με άτομα που προάγουν λειτουργικά μοντέλα συμπεριφορά.

Το σχολείο, με τη σειρά του, είναι ένας βασικός θεσμός και φορέας κοινωνικοποίησης ενός παιδιού, στο οποίο όμως, ενίοτε μέσα αναπτύσσονται συνθήκες που αποτρέπουν την σχολική και άλλη εξέλιξη.  Τέτοιες συνθήκες είναι η σχολική αποτυχία, η χαμηλή ή ανύπαρκτη δέσμευση με την διαδικασία της εκπαίδευσης, η φτωχή σχέση με τους διδάσκοντες, αλλά και η ίδια η φιλοσοφία του εκπαιδευτικού συστήματος.  Το σχολείο όμως μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά όταν δημιουργεί και «εμπνέει» συνθήκες ακαδημαϊκή δέσμευσης αλλά και όταν αναπτύσσει το αίσθημα της κοινότητας.

Στους κοινωνικούς επιβαρυντικούς παράγοντες βρίσκονται τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η ανεργία και η κρίση των θεσμών και των αξιών, η διαθεσιμότητα ουσιών, οι συνθήκες του τόμου διαμονής των ατόμων, το νομοθετικό πλαίσιο, κ.α.

Από την άλλη πλευρά, βρίσκεται η προσβασιμότητα σε υπηρεσίες υποστήριξης και η υιοθέτηση αντιλήψεων και προτύπων που δεν συνάδουν με τη χρήση ουσιών.

Ενδεικτική/προτεινόμενη βιβλιογραφία: