Η γραφομηχανή

Χρόνος ανάγνωσης 3 ΄

grafomixaniΓράφει η Ελένη Κοφτερού *

Πάντα είχα την εντύπωση ότι η γραφομηχανή μου ήταν πιάνο…

Έτρεχα τα δάχτυλά μου πάνω στα πλήκτρα με το «τυφλό σύστημα» που είχα μάθει στο κατηχητικό, πράγμα που ενέτεινε την εντύπωσή μου καθώς δεν έβλεπα τα γράμματα, τα σύμβολα, τους αριθμούς. Έτσι, τίποτε που να ξεκινά από τα μάτια μου δεν απέτρεπε τη μεταμόρφωση τους σε ασπρόμαυρα μακρόστενα πλήκτρα που κυοφορούσαν μουσική.

Ακουμπισμένη σ’ αυτή την ψευδαίσθηση και στην τελευταίας γενιάς ανατομική καρέκλα του γραφείου μου, δαχτυλογραφούσα το ένα διαβιβαστικό πίσω απ’ το άλλο, χωμένη στη μελωδία του Σοπέν για πιάνο, τις επιστολές τις ξεπετούσα αγκιστρωμένη στο Waltz no 2 του Sostakovich και τα συμβόλαια στα οποία είχα ιδιαίτερη αδυναμία, τα βουτούσα κυριολεκτικά στην βελούδινη αγωνία της νύχτας, τα ξέπλενα με Moonlight Sonata του Beethoven κι έτσι απαλά κι ελκυστικά υπογράφονταν από τους πελάτες χωρίς καμιά αντίρρηση.

Όπως καταλαβαίνετε η γραφομηχανή μου ευημερούσε – μαζί της κι εγώ – η παραγωγικότητά μου έπιανε υψηλούς στόχους καθώς τα πλήκτρα με κινήσεις ευγενικές και λεπτεπίλεπτες σαν μικροσκοπικά μαύρα παπουτσάκια χορού, αφήνανε το αποτύπωμα τους μεταμορφώνοντας σε χρόνο ρεκόρ τις λευκές σελίδες σε ασφαλιστικά συμβόλαια, ανάμεσα στις 4 εποχές του Βιβάλντι.

Μια μέρα, χωρίς καμιά προειδοποίηση, χωρίς καθόλου χρόνο να προετοιμαστώ γι’ αυτόν τον βάναυσο αποχωρισμό, ήρθε ο τεχνικός της εταιρείας και μου πήρε με τη βία τη γραφομηχανή – πιάνο μου. Το γεγονός ότι στη θέση της εγκατέστησε μια οθόνη και ένα πληκτρολόγιο, όχι μόνο δεν μου έδωσε καμιά παρηγοριά, αντίθετα γιγάντωσε τη θλίψη και την οργή μου.

Πήρα όλη την κανονική μου άδεια, έκανα και μερικές έξτρα συνεδρίες με τον ψυχοθεραπευτή. Βελτίωση καμία. Όσο κι αν προσπάθησε – κι εγώ δε λέω, ήξερα πέντε πράγματα από διαχείριση απώλειας και πένθους – κανένα αποτέλεσμα προς το καλύτερο.

Αγόρασα μια άλλη γραφομηχανή την πήγα σπίτι, αλλά τζίφος. Άκρα του τάφου σιωπή. Ή μάλλον όχι. Μια μονότονη, κουραστική τύρβη από την επίθεση των πλήκτρων στο χαρτί… Η εξαίσια ψευδαίσθησή μου, είχε βγάλει φτερά και πέταξε μαζί με την παλιά γραφομηχανή του γραφείου προς άγνωστη κατεύθυνση.

Πέρασα μερικά άθλια χρόνια περιπλανώμενη στους λαβύρινθους της σιωπηλής δαχτυλογράφησης του υπολογιστή, εκτελώντας μηχανικά τις κινήσεις και διεκπεραιώνοντας σχεδόν με το ζόρι όλα τα έγγραφα πριν βγω στην σύνταξη.

Όσο κι αν έψαξα, σε παλαιοπωλεία, σε συλλέκτες, ακόμη και σε χώρους συγκέντρωσης παλαιών γραφομηχανών προς ανακύκλωση, δεν ξαναβρήκα την γραφομηχανή – πιάνο μου, μέχρι σήμερα που τρύπωσα στο γραφείο του διευθυντή της κλινικής, του κ. Αναστασιάδη, θα τον ξέρετε φαντάζομαι, ο διάσημος ψυχίατρος που έχει κι εκπομπή στην τηλεόραση και την βρήκα! Αχ θεέ μου, την ξαναβρήκα σκεπασμένη μ’ ένα υφασμάτινο κάλυμμα… την αγγίζω ξανά μετά από τόσα χρόνια… τα πλήκτρα ρευστοποιούνται, αχνίζουν οι νότες, υψώνεται η μελωδία, σπάει το κύμα της πάνω μου και ξεχειλίζει ένα κρεσέντο όλο μεγαλοπρέπεια… Την παίρνω στοργικά στην αγκαλιά μου, και σκαρφαλώνω στο παράθυρο.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου ΠΕΤΑΩ μαζί της ενώ ο Μότσαρτ μου χαμογελά μέσα από ένα σύννεφο, με εκείνο το υπέροχα αμφίσημο χαμόγελό του.

Πρώτη δημοσίευση στο τεύχος 5 του λογοτεχνικού περιοδικού «Το Κοράλλι»

______________________________________________________________________________________

* Η Ελένη Κοφτερού γεννήθηκε στην Αριδαία Πέλλας. Μεγάλωσε και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στο διαδίκτυο καθώς και στο ηλεκτρονικό περιοδικό “Λογοτεχνικό Μπιστρό της Στέλλας”. Την περυσινή χρονιά συμμετείχε με το διήγημά της «Η Αποκλειστική» στην ηλεκτρονική συλλογή διηγημάτων: «Δήγμα Γραφής» – Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα.