Η διάθεση για παιχνίδι

diathesi gia paixnidi
Μιλώντας για τη διάθεση για παιχνίδι είναι σηµαντικό να συµπεριλάβουµε και τις απόψεις και σκέψεις των παιδιών για το παιχνίδι, που αρκετά συχνά έχουν αποκλειστεί.

Από τους Ελίντα Καλπογιάννη, Παιδιατρική Εργοθεραπεύτρια
Κωνσταντίνο Φύσσα, Ψυχοθεραπευτή
Εύη Αβδελίδου, Σχολική Ψυχολόγο *

Γιατί η διάθεση για παιχνίδι είναι σηµαντική για το παιχνίδι;

Η διάθεση για παιχνίδι είναι ένα αναπόσπαστο µέρος του παιχνιδιού. Το περιβάλλον και τα υλικά είναι σηµαντικά, αλλά η παιχνιδιάρικη διάθεση µεταµορφώνει την όποια δραστηριότητα σε παιχνίδι. Η ενίσχυση της διάθεσης αυτής έχει πολλές ευεργετικές επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των παιδιών.

Το παιχνίδι δεν αποτελεί µόνο συµπεριφορά, αλλά και τρόπο σκέψης και προσέγγισης των πραγµάτων. Πέρα από τα αντικείµενα και το χώρο, αφορά κυρίως την επιθυµία να που έχει κάποιος να παίξει. Όπως έχουν υποστηρίξει ερευνητές (Barrnet,1990; Bundy, 1996, Liebermann, 1965;1977), για να µπορέσει να παίξει ένα παιδί, θα πρέπει να έχει την εσωτερική προδιάθεση ώστε να αντιληφθεί τη δραστηριότητα ως παιχνίδι. Είναι η διάθεση του παιδιού που µετουσιώνει ό,τι κάνει, και καθορίζεται από το εσωτερικό κίνητρο καθώς και την ελευθερία στην αναστολή της πραγµατικότητας.

∆ιάθεση για παιχνίδι (playfulness) ορίζεται ως η ικανότητα «να πλαισιωθεί ή να αναπλαισιωθεί µια κατάσταση µε τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχει στον εαυτό µας και ίσως και στους άλλους διασκέδαση, χιούµορ και χαρά» (Barnett,2007).

Η διάθεση για παιχνίδι έχει συσχετιστεί µε την ικανότητα για επίλυση προβληµάτων, µε τη ρύθµιση του συναισθήµατος, την ενίσχυση της δηµιουργικότητας και την αποτελεσµατική έκφραση συναισθηµάτων, και αποτελεί την ουσία του παιχνιδιού (Barnett, 1991b; Bundy, 2001; Bundy et al., 2008; Lieberman, 1977; Okimoto, Bundy, & Hanzlik, 2000; Singer & Rummo; 1973, Singer, at al., 1980).

Στον αντίποδα, έχει βρεθεί ότι τα παιδιά που δεν εµφανίζουν παιχνιδιάρικη διάθεση είναι υπερβολικά υπάκουα ή υπερβολικά απείθαρχα, παρουσιάζουν εξάρτηση από τους ενήλικες και δεν αποζητούν νέες και «προκλητικές» εµπειρίες. (Barnett, 1991)

Σύµφωνα µε τον Barnett (1991) και την Bundy (1993), η παιχνιδιάρικη διάθεση αποτελεί χαρακτηριστικό της προσωπικότητας σε όλα τα παιδιά, αλλά ο βαθµός στον οποίο εκδηλώνεται είναι διαφορετικός σε κάθε παιδί, µε τη δυνατότητα να µπορεί να καλλιεργηθεί και να ενισχυθεί.  

Η Liebermann (1965;1966;1977) αναγνώρισε πέντε χαρακτηριστικά για να περιγράψει την παιχνιδιάρικη διάθεση:

• Σωµατικός αυθορµητισµός

• Γνωσιακός αυθορµητισµός

• Κοινωνικός αυθορµητισµός

• Έκδηλη χαρά

• Αίσθηση του χιούµορ.

Ο σωµατικός αυθορµητισµός αφορά το βαθµό της κίνησης και του συντονισµού του παιδιού την ώρα του παιχνιδιού.

O γνωσιακός αυθορµητισµός αφορά το εύρος της φαντασίας, την ικανότητα να υιοθετεί διαφορετικούς ρόλους και να χρησιµοποιεί τα αντικείµενα µε µη συµβατικούς τρόπους.

O κοινωνικός αυθορµητισµός αφορά την ικανότητα να είναι το παιδί ευέλικτο στις σχέσεις µε τους άλλους και την επιθυµία του να ξεκινήσει το παιχνίδι µαζί µε άλλα παιδιά, και η έκδηλη χαρά περιγράφει την ικανότητα του παιδιού να εκφράσει τη χαρά του και τον ενθουσιασµό του την ώρα που παίζει.

Τέλος, η αίσθηση του χιούµορ αφορά την ικανότητα που έχει ένα παιδί να πειράζει τα άλλα παιδιά και να αστειεύεται µαζί τους κατά τρόπο, όµως, που δεν προσβάλλει και εκλαµβάνεται ως χιούµορ.

Καθένα από τα παραπάνω µπορεί να αξιολογηθεί µε την παρατήρηση και να ενισχυθεί µε πολλούς και διαφορετικούς τρόπους.

Μιλώντας για τη διάθεση για παιχνίδι είναι σηµαντικό να συµπεριλάβουµε και τις απόψεις και σκέψεις των παιδιών για το παιχνίδι, που αρκετά συχνά έχουν αποκλειστεί. Σύµφωνα µε την έρευνα του King (1979) τα παιδιά περιέγραψαν ως παιχνίδι (ανεξάρτητα από το περιεχόµενο) τις δραστηριότητες που είχαν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

1. Ξεκινούσαν µε δική τους πρωτοβουλία.

2. ∆εν ήταν κατευθυνόµενες.

3. Ήταν διασκεδαστικές.

4. Ήταν υπό τον έλεγχό τους.

5. ∆εν συµµετείχαν ενήλικες

Τα ίδια τα παιδιά µπορεί να θεωρούν, για παράδειγµα, ότι µια δραστηριότητα είναι παιχνίδι όταν γίνεται στο πάτωµα, όταν συνοδεύεται από θετικά συναισθήµατα και όταν τα υλικά είναι υλικά παιχνιδιού και όχι ακαδηµαϊκά. Επίσης οι οµαδικές δραστηριότητες θεωρούνται «πιο πολύ παιχνίδι» από τις ατοµικές.

Ο καθορισµός µιας δραστηριότητας ως παιχνίδι σχετίζεται και µε το περιβάλλον όπου τα παιδιά βιώνουν τη δραστηριότητα. Τα παιδιά που βρίσκονταν σε περισσότερο παιδοκεντρικά και βασισµένα στο παιχνίδι περιβάλλοντα αναγνώριζαν περισσότερες δραστηριότητες ως παιχνίδι. Τα παιδιά που βρίσκονταν σε πιο δοµηµένα, κατευθυνόµενα από τους ενήλικες περιβάλλοντα, έκαναν πιο σαφή διαχωρισµό ανάµεσα στο τι είναι παιχνίδι και τι δεν είναι, θεωρώντας ότι οι δραστηριότητες που δίνονταν από τους παιδαγωγούς δεν ήταν παιχνίδι.

Πώς µπορούµε να ενισχύσουµε την παιχνιδιάρικη διάθεση των παιδιών;

Για να έχει κάποιος παιχνιδιάρικη διάθεση πρέπει να διαθέτει ευέλικτη σκέψη, ικανότητα να ρισκάρει µε τη σκέψη και µε τις πράξεις του, να δοκιµάζει, και να νιώθει άνετα µε το να κάνει σκέψεις πέρα από τα συνηθισµένα.

Γενικά η παιχνιδιάρικη διάθεση σχετίζεται µε την ικανότητά µας να προσαρµοζόµαστε σε νέες καταστάσεις και πιο συγκεκριµένα µε την αντιµετώπιση αντιξοοτήτων, µε τη συναισθηµατική έκφραση και τη ρυθµιστική ικανότητα.

Έρευνες έχουν δείξει ότι η καλύτερη κατανόηση του τρόπου που τα παιδιά βλέπουν το παιχνίδια µπορεί να βοηθήσει τους παιδαγωγούς στην υιοθέτηση της διάθεσης για παιχνίδι (Howard, J. & McInnes, K.,2013).

Συχνά οι παιδαγωγοί αλλάζουν και προσαρµόζουν κάποιες δραστηριότητες για να µοιάζουν πιο πολύ µε παιχνίδι και λιγότερο µε δουλειά. Αυτές οι µετατροπές έδειξαν ότι τα παιδιά που βρίσκονται σε παιχνιδιάρικο περιβάλλον συµπεριφέρονται διαφορετικά και η σχετική µε τη δραστηριότητα απόδοσή τους είναι καλύτερη ως προς το τελικό αποτέλεσµα και το χρόνο. Είχαν, επίσης, µεγαλύτερο κίνητρο, ήταν περισσότερο συγκεντρωµένα και εµφάνισαν λιγότερες επαναλαµβανόµενες συµπεριφορές. Ίσως το πιο σηµαντικό είναι ότι ο τρόπος αυτός βελτιώνει γενικά τη συναισθηµατική τους κατάσταση.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν ότι αν αλλάξουµε τον τρόπο που προσεγγίζουµε τα παιδιά σε έναν πιο παιχνιδιάρικο θα καταφέρουµε από τη µία να κατακτούν τα παιδιά περισσότερες δεξιότητες και από την άλλη να χαίρονται περισσότερο τη µαθησιακή διαδικασία. Είναι σηµαντικό, λοιπόν, οι παιδαγωγοί να αφιερώσουν χρόνο ώστε να κατανοήσουν την αντίληψη που έχουν τα παιδιά για το παιχνίδι, και να αναπτύξουν της δική τους παιχνιδιάρικη διάθεση.

Καλές πρακτικές

Ενεργητική συµµετοχή. Τα παιδιά, όταν ακολουθούν τις δικές τους ιδέες για παιχνίδι, χάνονται σε αυτό και τους απορροφά η δραστηριότητα. Αυτό πολλές φορές δεν συµβαίνει όταν οι ενήλικες κατευθύνουν το παιχνίδι. Είναι σηµαντικό να µπορούµε να ακολουθήσουµε τα παιδιά σε δραστηριότητες που επιλέγουν, όπως για παράδειγµα το να παρατηρούν ένα έντοµο, να παίζουν µε τα χώµατα ή το νερό, να δηµιουργούν τους δικούς τους κανόνες για ένα παιχνίδι ή να µπαίνουν σε ρόλους. Ακολουθώντας τα παιδιά στις στιγµές αυτές που έχουν µια παιχνιδιάρικη διάθεση ενισχύουµε αυτή τους τη διάθεσή. Υποστήριξη των σηµαντικών ενηλίκων (γονέων και παιδαγωγών) ώστε να µπορούν να υποστηρίζουν και να ενισχύουν τη διάθεση των παιδιών για παιχνίδι.

Λιγότερο άγχος και περισσότερη παιχνιδιάρικη διάθεση από εµάς. Η πίεση του χρόνου για τις δραστηριότητες που πρέπει να γίνουν κατά τη διάρκεια της ηµέρας, όπως το ντύσιµο, το φαγητό κ.ά. συχνά λειτουργεί αρνητικά στο παιχνίδι και τη συµπεριφορά των παιδιών. Ίσως, λοιπόν, ενσωµατώνοντας µια παιχνιδιάρικη στάση στην αντιµετώπιση των δραστηριοτήτων αυτών, διευκολύνουµε τις διαδικασίες για µικρούς και µεγάλους. Οι ψυχικά ανθεκτικοί ενήλικες δηµιουργούν παιδιά όχι τόσο ευάλωτα στο άγχος και γίνονται παραδείγµατα προς µίµηση.

Τα παιδιά θέλουν, και πρέπει, να νιώθουν ασφαλή, και είναι σηµαντικό να αισθάνονται ότι µπορούν να εξερευνήσουν το περιβάλλον τους χωρίς να φοβούνται. Όταν λέµε συνέχεια «όχι, όχι, όχι», καταφέρνουµε να περάσουµε τα εξής µηνύµατα: (α) ότι ο κόσµος δεν είναι ασφαλής και (β) ότι το παιδί δεν µπορεί να κρίνει µόνο του την επικινδυνότητα µιας κατάστασης. Είναι βοηθητικό να καλλιεργούµε την περιέργεια των παιδιών και να την κατευθύνουµε µε τρόπο ασφαλή. Έτσι τους δείχνουµε ότι είναι θεµιτό κάποιος να έχει πρωτότυπες ιδέες και ότι τους έχουµε εµπιστοσύνη να εξερευνήσουν τον κόσµο.

Υποστήριξη των σηµαντικών ενηλίκων (γονέων και παιδαγωγών) ώστε να µπορούν να υποστηρίζουν και να ενισχύουν τη διάθεση των παιδιών για παιχνίδι.

Σηµεία-κλειδιά

• Η διάθεση για παιχνίδι αφορά µια γενικότερη στάση ενώ το παιχνίδι αφορά την εξωτερίκευση αυτής της στάσης.

• Πώς θα καταλάβω αν κάτι µοιάζει πιο πολύ µε παιχνίδι; (Howard & McInnes, 2013)

Μοιάζει µε παιχνίδι όταν…

Λιγότερο παιχνίδι όταν…

Τοποθεσία   

πάτωµα

τραπέζι

 Επιλογή

επιλογή

χωρίς επιλογή

Κέντρο ελέγχου

 έλεγχος από παιδιά

έλεγχος από ενήλικες

Παρουσία ενήλικα

απουσία ενήλικα

παρουσία ενήλικα

Θετικό συναίσθηµα

θετικό συναίσθηµα

απουσία θετικού συναισθήµατος

Τύπος δραστηριότητας

 µοιάζει µε παιχνίδι

µοιάζει µε εργασία

 Κοινωνικές οµάδες

 συνεργασία σε οµάδα

 µοναχικότητα

 

* Το υλικό προέρχεται από το εγχειρίδιο προαγωγής του παιχνιδιού για γονείς. Πρόγραµµα “Η ∆ύναµη του παιχνιδιού”.Το εγχειρίδιο αυτό δηµιουργήθηκε στα πλαίσια του προγράµµατος “Η δύναµη του παιχνιδιού”, που πραγµατοποιήθηκε µε δωρεά του Ιδρύµατος Στάυρος Νιάρχος.

http://www.eefs.eu/paizontas/MANUAL-%CE%93%CE%9F%CE%9D%CE%95%CE%99%CE%A3.pdf

Αναφορά:

Καλπογιάννη, E., Φύσσας, K., Αβδελίδου, E. (2015) Εγχειρίδιο προαγωγής του παιχνιδιού για γονείς. Πρόγραµµα “Η ∆ύναµη του παιχνιδιού”. www.paizontas.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
Τα είδη του παιχνιδιού

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Barnett, L. A. (1990) Developmental benefits of play for children. Journal of Leisure Research, 22 (2).

Barnett, L. A. (1991) Characterizing playfulness: Correlates with individual attributes and personality traits. Play & Culture, 4 (4).

Barnett, L. A. (2007) The nature of playfulness in young adults. Personality and Individual Differences, 43 (4).

Bundy, A. C. (1996) Play and playfulness: what to look for. In D. L. Parham & L. S. Fazio (Eds.), Play in occupational therapy for children. ST Louis: Mosby. Bundy, A.C., Nelson, L.,

Metzger, M., & Bingaman, K. (2001) Validity and reliability of a test of playfulness. Occupational Therapy Journal of Research, 21 (4).

Bundy, A. C., Luckett, T., Naughton, G. A., Tranter, P. J., Wyver, S. R., Ragen, J., et al. (2008). Playful interaction: Occupational therapy for all children on the school playground. American Journal of Occupational Therapy, 62 (5).

Howard, J. & McInnes, K. (2013) The essence of Play. A practic companion with professionals working with children and young people. New York: Routledge.

Liebermann, J. N. (1965) Playfulness and divergent thinking: An investigation of their relationship at the kindergarten level. Journal of Genetic Psychology, 107,(2). 

Liebermann, J. N. (1977) Playfulness: its relationship to imagination and creativity. New York: Academic Press Okimoto, A. M. 

Bundy, A., & Hanzlik, J. (2000) Playfulness in children with and without disability: Measurement and intervention. American Journal of Occupational Therapy, 54.

Singer, D. L., & Rummo, J. (1973) Ideational creativity and behavioral style in kindergarten-age children. Developmental Psychology, 8 (2) Singer, J. L., Singer, D. G., &

Sherrod, L. R. (1980) A factory analytic study of preschoolers’ play behavior. Academic Psychology Bulletin, 2 (2).