“Η αλλαγή”

Χρόνος ανάγνωσης 4 ΄

allagiΓράφει η Αθηνά Πάσχου *

Η Ευγενία αγαπούσε τις εκπλήξεις…κρυφά. Όπως συχνά συμβαίνει, δεν τύχαινε πολλές φορές να της κάνουν εκπλήξεις και βέβαια η ίδια απέφευγε να εκπλήσσει τον εαυτό της. Ζητούσε μέσα από τα πράγματα κάτι ασφαλές, κάτι που να κάνει το απέραντο του χρόνου και της ζωής να μικραίνει ευχάριστα και να το νιώθει ελεγχόμενο, λιγότερο απειλητικό, «under control» όπως της άρεσε να λέει. Όπως η καθημερινή διαδρομή της για τη δουλειά. Κάθε μέρα έφευγε από τον ίδιο δρόμο. Όχι για γρηγοράδα, περισσότερο από συνήθεια. Κάθε μέρα ήξερε τι θα συναντήσει στην επόμενη γωνία, στην επόμενη στροφή. Το μανάβικο που θα ανοίγει τα ρολά, στα δεξιά. Σε λίγο η ηλικιωμένη κυρία που γυρνάει από την πρωινή της βόλτα στο σπίτι της. Μερικά μέτρα πιο πέρα η μαμά με τα δυο μικρά της που ξεκινούν αγουροξυπνημένα για το σχολείο. Κάθε μέρα η ίδια διαδρομή, μερικές φορές βαρετή και άλλες φορές ένα στολίδι. Από αυτές τις μικρές καθημερινές συνήθειες που γεμίζουν ώρες ώρες με όλη την ευτυχία που έχουμε στην καρδιά μας. Όπως το φως του ήλιου, όταν ντύνεται με τη δική μας ευτυχία γίνεται «μαγικό, μαγευτικό, ζεστό». Όταν δε νιώθουμε καλά «είναι ενοχλητικό, μας τυφλώνει, κάνει τα μάτια να δακρύζουν».

Κάθε μέρα λοιπόν η ίδια διαδρομή. Αλλά όχι εκείνη τη μέρα. Εκείνη τη μέρα η Ευγενία αποφάσισε να αλλάξει την πορεία της, έτσι, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο. Σα να ένιωθε πιο έτοιμη από άλλες φορές να ανακαλύψει τα μυστικά μιας άλλης διαδρομής. Δεν έστριψε από το μεγάλο δρόμο αλλά πήρε το στενάκι που συνήθως την έβγαζε στο μαγαζί με τα χειροποίητα κοσμήματα που της άρεσε να χαζεύει. Ποτέ δεν το είχε ακολουθήσει ως το τέρμα. Σήμερα το έκανε, το διέσχισε ολόκληρο. Την έβγαλε σε έναν άλλο παράλληλο δρόμο, μεγάλο, με πολλά σπίτια και λίγα μαγαζιά. Χάζεψε τους ανθρώπους εκείνου του δρόμου. Ένας ηλικιωμένος κύριος με τη γυναίκα του να κρατιούνται «από αγάπη ή για  να μην πέσουν, εσύ διαλέγεις». Χαμογέλασε μόνη της στη σκέψη της. Παρακάτω μια ανοιχτή καφετέρια. Ο υπάλληλος ζέσταινε ακόμη τις μηχανές του καφέ περιμένοντας την πρωινή φουρνιά των μισοκοιμισμένων πελατών που θα ζητούσαν τον καφέ τους για να ξυπνήσουν. Σκέφτηκε να δοκιμάσει αύριο από εκεί να πάρει τον καφέ της, «Να αφήσω να μου τον φτιάξει και κάποιος άλλος για αλλαγή; Ίσως να είναι ωραίο!».

Η Ευγενία συνέχισε να προχωρά ρουφώντας κάθε μυρωδιά, κάθε εικόνα, κάθε ήχο από το νέο δρόμο. Παρασύρθηκε από τις εκπλήξεις των νέων της ανακαλύψεων και έφτασε ακόμη πιο μακριά, στον περιφερειακό δρόμο της πόλης της. Κοιτούσε τα αυτοκίνητα και διάβαζε τις πινακίδες από κάθε μέρος της Ελλάδας. Προσπαθούσε να μαντέψει από που ταξίδευαν όλοι αυτοί. Τα μέτρησε, ήταν άπειρα στα μάτια της. «Που να πηγαίνουν;», αναρωτήθηκε για τους οδηγούς τους και τώρα ένα νέο παιχνίδι γεννήθηκε στο μυαλό της. Αντί να παρατηρεί όσα συνέβαιναν, άρχισε να φαντάζεται από μόνη της τις ιστορίες τους. «Ας πούμε… να, η γυναίκα μέσα στο μαύρο αυτοκίνητο που τρέχει νευρικά αλλά ακολουθώντας τους κανόνες ασφαλούς οδήγησης. Αυτή μπορεί να πηγαίνει… ναι! πηγαίνει στην Αθήνα για να συναντήσει το αφεντικό από την εταιρεία που εργάζεται… αλλά γιατί; Α, με σκοπό να του ζητήσει να τη μεταφέρει στη θυγατρική εταιρεία τους στην Κύπρο. Εκεί ζει ο έρωτάς της που είναι μαζί του από 20 χρονών και τα τελευταία 3 χρόνια ζουν χωριστά γιατί εκείνος αναγκάστηκε να αλλάξει τη δουλειά του και να μετακομίσει στην Κύπρο. Θέλει να φτάσει γρήγορα αλλά και σίγουρα!». Σκέφτηκε ότι πάντα ένας έρωτας για εκείνη ήταν το μόνο αληθινά λογικά παράλογο κίνητρο για να αλλάξει κανείς τη ζωή του.

Τέτοιες ιστορίες έφτιαξε η Ευγενία εκείνο το πρωινό για δεκάδες οδηγούς μέσα στα αυτοκίνητά τους. Και χωρίς να το καταλάβει είχε τώρα φτάσει στα περίχωρα της πόλης. Εκεί η φύση ήταν πιο ζωντανή! Άρχισε να χαζεύει τα χιλιάδες χρώματα των λουλουδιών, να κοιτάζει τα κοπάδια με τα ζώα που έτρωγαν αχόρταγα το χορτάρι στα τριγύρω χωράφια. Να απολαμβάνει τον ίσκιο των δέντρων και να δροσίζεται από τις σταγόνες στα φύλλα τους. Το ταξίδι της συνέχισε, έφτασε στη διπλανή πόλη, ταξίδεψε μέχρι το νησί που παντα ήθελε να πάει, μέχρι τη χώρα που ήθελε αλλά δεν είχε αποφασίσει ακόμη να ταξιδέψει. Πέταξε με  αεροπλάνο, με αερόστατο, με τα χέρια της. Πέταξε πάνω από τα σύννεφα και μέσα από αυτά, δίπλα στον ήλιο, ξεκουράστηκε στο φεγγάρι, είδε ανατολές και δύσεις… Ένας ξαφνικός θόρυβος, σαν βροντή, άρχισε να την ενοχλεί. Την τρόμαξε. Ο ουρανός σκοτείνιασε και άρχισε να αστράφτει. Όχι, δε φοβόταν, αλλά έπρεπε να προσγειωθεί.

Και προσγειώθηκε… στο μαξιλάρι της. Το ξυπνητήρι χτυπούσε εδώ και μερικά λεπτά. Η Ευγενία το σήκωσε και το έκλεισε, είχε φτάσει η ώρα να ξεκινήσει τη μέρα της. Στάθηκε για λίγο στην άκρη του κρεβατιού και χαμογέλασε στη μνήμη του ονείρου της. Κοίταξε έξω από το παράθυρο τον ήλιο που έμπαινε από τις περσίδες. Ένιωθε ζωντανή. Η μηχανή του καφέ της, πάντα προγραμματισμένη να της τον φιλτράρει στις 7:00, ακούστηκε να κουδουνίζει. Σηκώθηκε, πήρε το δοχείο με τον αχνιστό καφέ και τον έχυσε στο νεροχύτη.  «Μάλλον σήμερα τον καφέ μου θα τον πάρω απ’ έξω», μονολόγησε και χαμογέλασε πονηρά στον έκπληκτο επιτέλους εαυτό της που την κοιτούσε μέσα από τον καθρέφτη με την ίδια ανυπομονησία που κοιτούν τα παιδιά τον κόσμο.

————————————————

* Η Αθηνά Πάσχου ζει και εργάζεται ως ψυχολόγος στα Ιωάννινα, εκπαιδεύεται στην ψυχοθεραπεία ενηλίκων στο χώρο της ψυχανάλυσης και ταυτόχρονα ασχολείται με τη συγγραφή άρθρων και κειμένων σε τοπικά και ηλεκτρονικά Μ.Μ.Ε από το 2007. Αγαπημένος της τομέας είναι η συγγραφή παραμυθιών και έχει μια μεγάλη συλλογή από τέτοια κείμενα τα οποία κάποτε ελπίζει να μπορέσει να μοιραστεί με πολλούς ανθρώπους. Εδώ και έναν χρόνο αρθρογραφεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό ψυχολογίας «Ψυχο-γραφήματα» και είναι η πρώτη φορά που στέλνει ένα από τα παραμύθια της για δημοσίευση.