Eroica

Χρόνος ανάγνωσης 3 ΄

eroicaΓράφει η Ματίνα Νίκα

Εν αρχή ήταν τα κλασσικά εικονογραφημένα τα οποία μου αγόραζε κάθε εβδομάδα ο θείος Νάσος από το πρακτορείο ελληνικού και διεθνούς τύπου στον παραλιακό δρόμο.

Ήμουν βεβαίως νεραϊδοπαρμένη από κούνια, μα το πιθανότερο είναι ότι η καλή μου νεράιδα τα είχε τσούξει υπέρ το δέον την παραμονή της αφίξεώς μου.

Παρά λοιπόν τα φιλομοναρχικά αισθήματα των συνομηλίκων μου κοριτσακίων (και των μαμάδων τους), ήταν κατάφορη η δική μου δυσανεξία προς τους βασιλόπαιδες με τη μιζανπλί, τα κολλάν και τις χλιαρές σέλες.

Κόλλησα ανεπανόρθωτα ωστόσο με το ρόδον το αμάραντον, το αυτοεξόριστο τέρας και την ωραία κόρη του κυνηγού. Το εν λόγω ζεύγος με εξιτάρισε σε βαθμό υπερθετικό, καθώς έναν ολόκληρο χειμώνα εξασκούνταν φανατικά στις φιγούρες του αργεντίνικου τάνγκο και του κάμα-σούτρα πάνω σε μια πίστα από φώσφορο. (Εννοείται πως τω καιρώ εκείνω χαμπάρι δεν είχα πάρει τις προαναφερθείσες λεπτομέρειες, ως παιδί όμως υπήρξα πολύ ψυχοπονιάρικο). Κατόπιν κόλλησα και με την κακορίζικη τη μικρή γοργόνα που πολύ ηγάπησε αλλά καθόλου καλά δεν πέρασε και που το τέλος της μόνο παραμυθένιο δεν ήταν.

Αυτά στο δημοτικό.

Στην πρώτη γυμνασίου (όταν δηλαδή κατέβηκαν οι Ρώσοι μπολσεβίκοι για πρώτη φορά αλλά την επανάστασή μου δεν την είχα ακόμα κηρύξει), η Φράνσυ απέβαλε στο Μπρούκλιν χοροπηδώντας με ένα σχοινάκι, από αυτά που χρησιμοποιούσαν για να απλώνουν τη μπουγάδα. Μεσολάβησε ένα πισωγύρισμα στη βικτωριανή Αγγλία όπου με πήρε και με σήκωσε στα ύψη η Έμιλυ, μιλώντας μου με τα λόγια των ηρώων της: «Θυμήθηκα την τρομερή στιγμή εκείνου του απερίγραπτου, γελοίου γάμου. Είχα παγιδευτεί, έτρεμα και καιγόμουν ανίκανος να αλλάξω μορφή και να σκοτώσω το τέρας μόλις λίγα μέτρα πιο πέρα. Ένιωθα τόσο μπερδεμένος. Να πεθαίνω να σκοτώσω. Να φοβάμαι να μην κάνω κακό σ’ εκείνη…»

Ήρθε καπάκι και η ετέρα αδελφή Μπροντέ, η Σαρλότ, που ως ορφανή, ασχημούλα πλην τίμια και πεπαιδευμένη Τζέιν Έυρ μου άναψε καινούριες φωτιές.

Ακολούθησαν οι εισαγωγικές στο λύκειο και οι ντίβες στο σελλιλόιντ. Τα χρωματιστά καλοκαιρινά απογεύματα της εφηβείας στο σινεμά μύριζαν αράπικο φιστίκι και χιώτικο γιασεμί, οι πατούσες μου γυμνές τροχιοδρομούσαν πάνω στο γαρμπίλι κι ο Φώτης με τα μπλε ελεκρίκ μάτια έμενε στο παραλιακό ξενοδοχείο με τις πορτοκαλιές τέντες.

Καθόταν πάντα στ΄ αριστερά μου καθότι δεξιόχειρας, φορούσε λευκό λινό παντελόνι καθότι πλουσιόπαιδο και έτρωγε με πάθος τα νύχια του. Με έτρωγε και με τα μάτια. Κι ενώ η προβολή άλλαζε, το ίδιο έργο επαναλαμβανόταν καρέ-καρέ κάθε τρίτο απόγευμα.

Εν τω μεταξύ εγώ κινδύνευα από μη αναστρέψιμο αλληθωρισμό αφού δεν ήθελα να χάσω και την επαφή μου με τη Μάρλεν, τη Γκρέτα ή τη Μελίνα οι οποίες κάπνιζαν ασταμάτητα σε όλες τις αποχρώσεις του γκρι.

Μοιραία, το καλοκαίρι εκείνο, ξεκίνησα το τσιγάρο.

Και δώστου πρόβες μπροστά στον καθρέφτη της γιαγιάς με τα ανθέμια και τους ρόδακες και πάφα-πούφα η φέρελπις εγγονή και φφφφφσσσσσττττττ, το πρώτο κραγιόν επίσης, βερνίκι ασορτί φυσικά, όλα φυσικά ήταν όσο κι αν νόμιζα τότε πως ήταν αφύσικα.

Ο Σπυρέας ήταν πέντε χρόνια μεγαλύτερός μου, είχε ένα χαμόγελο σκέτη ξαστεριά κι έπιανε τουλάχιστον δυο χταπόδι σε κάθε βουτιά. Είχε και μια βάρκα σκέτη καλλονή και αναπτήρα Zippo, με μια φλόγα -να με το συμπάθιο. «Ω Θεέ μου! Αν μπορούσα να σας αγαπώ μαζί και τους δυο! Ω, αν εσείς ήσαστε εκείνος!»

Αυτά τα λόγια τα είπε η Νάστιενκα στον ονειροπόλο και παρθενικό νέο, που την συντρόφευε τις Λευκές Νύχτες της Πετρούπολης, όταν περίμεναν μαζί το τραίνο που θα έφερνε τον παλιό της αγαπημένο.

Ακριβώς όπως τα διηγούμαι.

Εδώ μπέρδευαν τον έρωτα, την αγάπη και τον οίκτο οι αξιότιμες θυγατέρες του πάστορα αδελφές Μπροντέ, οι Ρώσοι αδελφοί Καραμάζωφ και ο μέγιστος Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Πώς ήταν δυνατόν να τα ξεδιαλύνει μια δεκαεπτάχρονη Ρωμιά (με καταγωγή αρβανίτικη και μικρασιάτικη) η οποία παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της ακόμα πνιγόταν και πασαλειβόταν; Και πώς να απαριθμήσω τις ηρωίδες που αγάπησα στο διάβα μου, αυτές που αντέγραψα, όσες κακοποίησα, και όλες τις άλλες που δεν γνώρισα καν; Πάντως, δεν παντρεύτηκα ούτε μια φορά όπως οι περισσότερες αγαπημένες συνομήλικές μου κι οι περισσότερες ηρωίδες των αγαπημένων μου βιβλίων. Και το κάπνισμα το έκοψα.

_______________________________________________________________________________

Η Ματίνα Νίκα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει  πτυχίο Γαλλικής φιλολογίας κι έχει φοιτήσει και στη σχολή ξεναγών. Αγαπά πολύ το διάβασμα και τη συγγραφή. Αγαπημένο της μυθιστόρημα είναι «Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Η συλλογή διηγημάτων της «Κορίτσι ζόρικο»  κυκλοφόρησε το 2013 και είναι το πρώτο στη σειρά “μικρή φόρμα” των εκδόσεων «Λογότεχνον» . Κείμενα και διηγήματά της βρίσκονται δημοσιευμένα σε διάφορους ιστότοπους.