Dogville -μια ψυχοδυναμική θέαση της ταινίας

Aπό "τις ευτυχισμένες στιγμές" όπου όλοι είναι χαρούμενοι με την παρουσία της Γκρέις μεταφερόμαστε στο "το Dogville δείχνει τα δόντια του".

Από την Ελπίδα Μαρκοπούλου, Κλινική Ψυχολόγο, D.E.A.

Η ταινία αφηγείται την ιστορία μιας κοινότητας ανθρώπων που έρχεται αντιμέτωπη και πειραματίζεται με την αποδοχή του άλλου -του ξένου. Το Dogville είναι κάτι περισσότερο από την άθροιση των κατοίκων του, είναι μια ομάδα, μια οντότητα με τη δική της ψυχική πραγματικότητα η οποία αποτελείται από ένα σύνολο ενικών υποκειμένων[1]. Ως κοινότητα προϋπάρχει της άφιξης της Γκρέις, με την εμφάνισή της όμως, αποκτά ένα κύριο έργο: την παροχή ασύλου. Αυτός είναι ο προφανής και συνειδητός σκοπός αυτής της κοινότητας ανθρώπων[2]. Συναποφασίζουν πως κύριο έργο τους, έστω δοκιμαστικά, θα αποτελεί η παροχή βοήθειας στην κατατρεγμένη Γκρέις. Πίσω όμως, ή κάτω από αυτό το επίπεδο υπάρχει και δουλεύει μια άλλη πραγματικότητα της ομάδας, ασυνείδητη και μη λογική[3]. Η κρυφή ατζέντα της ομάδας θα είναι ν’ αποδείξουν αν ισχύει αυτό που απαντά ο Τομ στο “γιατί” του Τσακ  “γιατί νοιαζόμαστε για τους άλλους ανθρώπους“.

Ασυνείδητα Κίνητρα, Ασυνείδητες Μορφές Επικοινωνίας και Μηχανισμοί Άμυνας

Η Γκρέις, το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, φτάνει στην πόλη κυνηγημένη από γκάνκστερς όπου συναντά ένα νεαρό άνδρα, τον Τομ. Ο Τομ την προστατεύει από αυτούς που την καταδιώκουν και στη συνέχεια, της προτείνει μια συμφωνία: η πόλη του Dogville θα παρέχει άσυλο στην Γκρέις με τον όρο να προσφέρει της υπηρεσίες της ως αντάλλαγμα. Ο Τομ συγκεντρώνοντας τους κατοίκους της πόλης, αναλαμβάνει να τους πείσει να αποδεχτούν την πρότασή του. Η κοινότητα του Dogville συζητά σχετικά με την έννοια της αποδοχής και υποστηρίζουν, όπως το αντιλαμβάνονται σε συνειδητό επίπεδο, ότι δεν έχουν δυσκολία στο να αποδέχονται τους ανθρώπους.

Οι κάτοικοι του Dogville γνωρίζουν λοιπόν, την Γκρέις και στο σημείο αυτό αρχίζει να διαφαίνεται μια αντίσταση της ομάδας στη συνειδητή απόφαση. Ενώ σε συνειδητό επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε πως δείχνουν το ενδιαφέρον τους για εκείνη, διαφαίνονται τα ασυνείδητα κίνητρα τους. Οι φιλήσυχοι άνθρωποι του Dogville απειλούνται από την παρουσία της ξένης κι αρχίζει να υποβόσκει μια εχθρότητα προς αυτήν που θέλει να παρεισφρήσει στην κοινότητά τους. Στο πρόσωπό της συμβολίζεται μια επικίνδυνη ετερότητα που απειλεί την ενότητα της πόλης. Το άγχος που προκαλεί η εμφάνιση της Γκρέις μοιάζει να μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο και να θέτει σε λειτουργία τον αμυντικό μηχανισμό της άρνησης (η αστυνομία μπορεί να σε βοηθήσει καλύτερα, αυτοί γνωρίζουν από γκανκστερς, όχι εμείς).

Ο Τομ, λειτουργώντας ως ηγέτης που εκπροσωπεί τα ιδεώδη τους, τις ιδέες τους και τα είδωλά τους[4], κατορθώνει να τους πείσει. Η ομάδα παρ’ όλες τις αντιστάσεις που προβάλλει τελικά συναινεί στην πρότασή του να παρέχει άσυλο και αποφασίζεται μια δοκιμαστική περίοδος δύο εβδομάδων. “Ακούγεται σαν να παίζουμε ένα παιχνίδι“, λέει χαρακτηριστικά η Γκρέις, σα να συναισθάνεται την επικινδυνότητα του εγχειρήματος.

Το σχέδιο έκτοτε τίθεται σε εφαρμογή και η Γκρέις αναζητά τους αποδέκτες των υπηρεσιών της. Η άρνηση λειτουργεί και πάλι, αφού κανείς δεν δέχεται ότι χρειάζεται βοήθεια, παραπέμποντας την ο καθένας σε κάποιον άλλο. Μοιάζει σαν να υπάρχει μια σιωπηρή συμφωνία εναντίον της –λειτουργεί, με άλλα λόγια, η ομάδα σαν ένα άτομο έχοντας ασυνείδητα μια αίσθηση συμμαχίας[5].

Η Γκρέις κατορθώνει να διαρρήξει τον φαύλο κύκλο της άρνησής της από τους κατοίκους της κοινότητας κάνοντας κάποια εργασία για το μαγαζί της πόλης. Η εκλογίκευση έρχεται να λειτουργήσει τώρα ως μηχανισμός άμυνας στο άγχος που τους έχει κατακλύσει: διαπιστώνουν ότι η Γκρέις μπορεί όντως να τους φανεί χρήσιμη, βρίσκουν, με άλλα λόγια, ένα αποδεκτό και λογικό επιχείρημα για να την αποδεχτούν ενάντια στην αρχική τους άρνηση. Από τη στιγμή αυτή υπάρχει μια αλλαγή στάσης των ανθρώπων και αρχίζουν “οι ευτυχισμένες στιγμές στο Dogville“.

Όσο η Γκρέις προσφέρει τις υπηρεσίες της στην πόλη όλα κυλούν όμορφα και είναι όλοι ικανοποιημένοι. Βοηθά όλους τους κατοίκους παρόλο που εκείνοι αρχικά ισχυρίστηκαν πως δεν χρειάζονται τίποτε. Γίνεται έτσι, εμφανές εκείνο που περιγράφει ο Φρόυντ σχετικά με την ψυχολογία των μαζών, πως “η ανοχή δεν διαρκεί περισσότερο από το άμεσο όφελος που αποκομίζει κανείς από τη συνεργασία του άλλου”[6]. Η αποδοχή της, με άλλα λόγια, διαρκεί όσο οι κάτοικοι επωφελούνται από όσα τους παρέχει.

Οι ευτυχισμένες μέρες θα τελειώσουν όταν η αστυνομία θα εμφανιστεί και θα αναζητήσει την Γκρέις. Οι άνθρωποι του Dogville θα της ζητήσουν επιπλέον ώρες εργασίας ως αντιστάθμισμα για την κάλυψη που θα της παρέχουν. Μέχρι τώρα, η Γκρέις ήταν αποδεκτή αν και ξένη. Γιατί «όσο διαρκεί ο σχηματισμός μάζας ή ως εκεί που φτάνει, τα άτομα συμπεριφέρονται σαν να ήταν ομοιόμορφα, ανέχονται την ιδιαιτερότητα του άλλου, εξισώνονται με αυτόν και δεν έχουν κανένα αίσθημα απόκρουσης απέναντί του»[7]. Από τη στιγμή όμως, που θεωρούν ότι κρύβοντάς την γίνονται συνένοχοί της (αν και συνειδητά γνωρίζουν πως είναι αθώα) γίνεται διαφορετική και πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Η Γκρέις συμφωνεί με την απαίτησή τους να δουλεύει γι’ αυτούς περισσότερες ώρες, αλλά αυτή τη φορά θέτει κι εκείνη έναν όρο: θέλει να ξέρει ότι τη θέλουν.

Είναι εμφανής η ανάγκη της για ταύτιση με την ομάδα, επιθυμεί να συμμετέχει στην κοινότητα και να γίνει ισότιμο μέλος τους. Για το λόγο αυτό καταβάλλει ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια, δουλεύοντας περισσότερες ώρες χωρίς όμως, να έρχεται το επιθυμητό αποτέλεσμα. Όσο όμως, κι αν δουλεύει η Γκρέις, οι άνθρωποι του Dogville δεν είναι ικανοποιημένοι. Μια περίεργη δυναμική έχει αναπτυχθεί μεταξύ τους που δεν επιτρέπει την υπαγωγή της στην ομάδα καθώς οι κάτοικοι προβάλλουν στην Γκρέις κάθε ανομολόγητο αρνητικό συναίσθημα. Σε αυτό ακριβώς έγκειται ο αμυντικός μηχανισμός της προβολής: τα μέλη της ομάδας φορτώνουν σ’ εκείνη (μέσα από φαντασιακές διαδρομές) τις πλευρές του εαυτού τους ή τα συναισθήματα που είναι αδύνατο να βιώσουν ως δικά τους και κατά συνέπεια, διαβλέπουν στην Γκρέις αυτά τα ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά[8].

Αναρωτιόμαστε πώς είναι δυνατόν από “τις ευτυχισμένες στιγμές” όπου όλοι είναι χαρούμενοι με την παρουσία της να μεταφερόμαστε στο “το Dogville δείχνει τα δόντια του”. Θα μπορούσαμε με Κλαϊνικούς όρους να υποστηρίξουμε πως στο πρόσωπο της Γκρέις παρατηρούμε τις δυο όψεις της σχάσης: το ίδιο πρόσωπο αντιμετωπίζεται αμφιθυμικά. Πρόκειται για μια άμυνα σύμφωνα με την οποία η ξένη ενδοβάλλεται ως μια διαιρεμένη μορφή ώστε να γίνει η συμβίωση μαζί της λιγότερο αγχογόνα[9]. Αρχικά, η πρωταγωνίστρια γίνεται αντιληπτή ως καλή και βοηθητική για την κοινότητα, σε δεύτερο χρόνο, αντιμετωπίζεται ως η κακή που φέρνει τις δυσκολίες και τα προβλήματα στην ομάδα τους.

Σε κάθε στιγμή, όποιος κι αν είναι ο αμυντικός μηχανισμός που κυριαρχεί, ο ασυνείδητος στόχος της ομάδας είναι ένας: η διατήρηση της ενότητας και της αίσθησης αυτονομίας. Αν συλλογιστούμε πως «είναι πάντα πιθανό να συνδέσουμε ένα μεγαλύτερο πλήθος ανθρώπων μεταξύ τους με αγάπη, εάν παραμένουν ακόμη κάποιοι για να εκδηλωθεί εναντίον τους η επιθετικότητα»[10] κατανοούμε πως η Γκρέις μετατρέπεται σταδιακά στον αποδιοπομπαίο τράγο της ομάδας. Με την ανοιχτά ή συγκαλυμμένα επιθετική συμπεριφορά απέναντί της, η ομάδα καταπραύνει τη δική της ανασφάλεια και το άγχος της, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα την ενότητα και τη διατήρησή της[11].

Η κοινότητα ουσιαστικά συσπειρώνεται εναντίον της και καθίσταται εκείνη ο φορέας κάθε κακίας που συμβαίνει στην πόλη. Η Γκρέις γίνεται αντιληπτή ως πηγή άγχους και θεωρείται υπεύθυνη για τα προβλήματα που συμβαίνουν στην ομάδα[12]. Από τον πιο μικρό έως τον πιο μεγάλο την προκαλούν ζητώντας της ολοένα και περισσότερα πράγματα, φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να την εκμεταλλεύονται ψυχικά και σωματικά με τον πιο άγριο τρόπο, σαρώνοντας στο πέρασμά τους κάθε έννοια ανθρωπιάς και αλληλεγγύης[13].

Το Dogville, με τον τρόπο αυτό, αποξενώνει την Γκρέις ενώ η σύγκρουση θα είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι κάτοικοι προβάλλουν συναισθήματα εχθρότητας και σεξουαλικές επιθυμίες διαχωρίζοντας τους εαυτούς τους από εκείνη και απαλλάσσοντας τους από κάθε ευθύνη: “είναι η Γκρέις που γίνεται η αιτία κάθε κακού”. Η ασυνείδητη σκέψη που κυριαρχεί είναι πως αν εκείνη δεν υπήρχε, η πόλη τους θα αποκτούσε και πάλι τη γαλήνη και την ειρήνη που υποτίθεται πως είχε μέχρι την εμφάνισή της. Επομένως, αντιλαμβανόμαστε την ασυνείδητη επιθυμία των ανθρώπων του Dogville, που δεν είναι άλλη από το να εκδιωχθεί η Γκρέις.

Με αφορμή τον ερχομό εκ νέου της αστυνομίας, το Dogville συσπειρώνεται ακόμη περισσότερο εναντίον της και η συμφωνία για κάλυψή της ουσιαστικά καταλύεται. Οι κάτοικοι συναντιούνται και πάλι για να συζητήσουν για ό,τι συμβαίνει και η Γκρέις, έπειτα από παρότρυνση του Τομ, φανερώνει όσα έχει υπομείνει. Μιλά με ειλικρίνεια όμως, οι κάτοικοι στέκουν αμήχανοι και σε απόλυτη άρνηση. Αντιστρέφουν την πραγματικότητα και της επιρρίπτουν την ευθύνη: αυτή φταίει για όλα και συνέπεια όσων έχει διαπράξει θα είναι ο φυσικός περιορισμός της. Δικαιολογούν με τον τρόπο αυτό την ανάγκη τους να προστατευτούν από εκείνη που νιώθουν ως απειλή. Η αφορμή βέβαια, έχει βρεθεί: καταλογίζουν στην Γκρέις την κλοπή χρημάτων από το ιατρείο.

Συναισθάνεται πια πως η λύση για αυτούς είναι να απαλλαγούν από εκείνη. Και έρχεται η λύση του δράματος πιο ανατρεπτική από όσο θα περίμενε και ο πιο υποψιασμένος θεατής. Το τέλος της ιστορίας θα είναι βίαιο, ωμό, εκδικητικό[14]. Αποκαλύπτεται πως η Γκρέις είναι η κόρη του αρχηγού των γκάνκστερς που την καταδιώκουν. Την ύστατη στιγμή σκέφτεται να συγχωρήσει τους κατοίκους του Dogville για όσα της έκαναν, να αποδείξει με τον τρόπο αυτό την καλοσύνη της φύσης της. Τελικά, θα εκδικηθεί σκοτώνοντας τους όλους (εκτός από τον σκύλο) και καταστρέφοντας την πόλη. Αναρωτιόμαστε στο σημείο αυτό: είναι όντως κακή η Γκρέις; Κυριαρχεί δηλαδή στην καλοσύνη η ανθρώπινη κακία; Απάντηση δεν θα δώσουμε εν προκειμένω αφού η θέαση της ταινίας που προτείνουμε διαφέρει από μια ηθική ανάλυση των χαρακτήρων.

Η λύση του δράματος (αντί επιλόγου)

Τι είναι όμως εκείνο που θα οδηγήσει την Γκρέις στον αφανισμό του Dogville; Σκεφτόμαστε πως τίθεται σε λειτουργία αυτό που ονομάζουμε επικοινωνιακή προβλητική ταύτιση. Πρόκειται για ένα φαινόμενο με τεράστια συναισθηματική δύναμη, κατά το οποίο τόσο οι φορείς της προβολής όσο και οι αποδέκτες ενδέχεται να αισθανθούν μπερδεμένοι, και οι αποδέκτες είναι δύνατό να νιώσουν όχι μόνο μπέρδεμα αλλά και το αίσθημα της κακοποίησης[15].  Όπως είδαμε, για να διατηρήσει τη συνοχή της η ομάδα έχει καταστήσει την Γκρέις αποδιοπομπαίο τράγο, προβάλλοντας επάνω της αρνητικά συναισθήματα. Με έναν ασυνείδητο, αδιόρατο, λεκτικό και μη λεκτικό τρόπο η προβάλλουσα ομάδα εξωθεί την Γκρέις να αποδεχτεί αυτήν την προβολή[16].

Η Γκρέις βρίσκεται σε δίλημμα: να συγχωρήσει ή να εκδικηθεί; Ο αφηγητής μάς μεταφέρει τις σκέψεις της: “Όχι, ό,τι έκαναν δεν ήταν σωστό! Κι αν κάποιος έχει τη δύναμη να το διορθώσει είναι καθήκον του να το πράξει, για το καλό και των άλλων πόλεων, για το καλό της ανθρωπότητας και προπάντον, για το καλό του ανθρώπινου είδους που είναι η ίδια η Γκρέις“. Έτσι, λαμβάνει την απόφαση να λύσει το πρόβλημα Dogville. Ταυτίζεται με αυτό που οι άλλοι φαντάζονται για εκείνη και εκδραματίζει την ψυχική σύγκρουση. Μετατρέπεται από καλή, εγκάρδια και αλληλέγγυα φυσιογνωμία σ’ ένα πρόσωπο που κατακλύζεται από εχθρικά συναισθήματα που περνά στην καταστροφική πράξη. Με άλλα λόγια οι ίδιοι οι άνθρωποι του Dogville οδήγησαν την Γκρέις να βιώσει τα δικά τους ασυνείδητα αρνητικά συναισθήματα και να συμπεριφερθεί τελικά ως εκδικητική γκάνκστερ.



[1]    Kaes, R. (2008). Οι ψυχαναλυτικές θεωρίες της ομάδας. Αθήνα: Δαίδαλος- Ι. Ζαχαρόπουλος

[2]    Wetherell, M. (2005). Ταυτότητες, Ομάδες και Κοινωνικά Ζητήματα. Αθήνα: Μεταίχμιο, σελ 115.

[3]    Ναυρίδης, Κ. (2005). Ψυχολογία των ομάδων. Κλινική ψυχοδυναμική προσέγγιση. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση. σελ. 115

[4]    Kaes, R., οπ. π., σελ. 53.

[5]    Wetherell, M., οπ. π., σελ 123.

[6]    Φρόυντ, Σ. (1994). Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ. Αθήνα: Επίκουρος. σελ. 55

[7]    οπ. π., σελ 54

[8]    Wetherell, M., οπ. π., σελ. 127.

[9]    οπ. π., σελ 126.

[10]  Φρόυντ, Σ. (2011). Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Νίκας: Αθήνα. σελ. 72

[11]  Ναυρίδης, Κ., οπ. π., σελ, 105.

[12]            Κωτσάκης, Δ., Μουρελή, Ε., Μπίμπου, Ι., Μπουτουλούση, Ε., Αλεξανδρή, Χ., Γκέσογλου, Ε., Καραμανώλη, Κ., Καρπούζα, Α., Σπανοπούλου, Ε. (2010). Αναστοχαστική Πράξη. Ο αποκλεισμός στο σχολείο. Αθήνα: Νήσος.

[13]  http://www.cine.gr/film.asp?id=703302&page=4

[14]  οπ. π.

[15]  Wetherell, M., οπ. π., σελ. 131

[16]  οπ. π., σελ. 129.