Από την Γεωργία Μουσσαλή, Τελειόφοιτη Ψυχολογίας ΕΚΠΑ
Ανοίγουμε το TikTok για «λίγα λεπτά» και βρισκόμαστε να κοιτάμε την οθόνη σαράντα λεπτά αργότερα, χωρίς να θυμόμαστε τι ακριβώς είδαμε. Κάτι μας κράτησε εκεί — αλλά τι; Και ποιος, τελικά, «θέλει» τι;
Η συνήθης απάντηση είναι τεχνολογική: ο αλγόριθμος μαθαίνει τις προτιμήσεις μας και μας σερβίρει περιεχόμενο που μας κρατάει. Αυτό είναι αλήθεια — αλλά είναι μόνο η μισή ιστορία. Η άλλη μισή αφορά κάτι βαθύτερο: τη δομή της ανθρώπινης επιθυμίας.
Η επιθυμία δεν είναι ανάγκη
Ο Γάλλος ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν έκανε μια διάκριση που, στη σημερινή εποχή των social media, αποκτά καινούρια επικαιρότητα: η επιθυμία δεν είναι το ίδιο με την ανάγκη. Η ανάγκη έχει αντικείμενο και ικανοποιείται — πεινάω, τρώω, χορταίνω. Η επιθυμία, αντίθετα, είναι δομικά ανικανοποίητη. Δεν αναζητά να γεμίσει ένα κενό· τρέφεται από αυτό.
Γι’ αυτό η επιθυμία δεν σβήνει όταν βρούμε αυτό που νομίζαμε ότι θέλαμε. Μετακινείται αλλού. Η ικανοποίηση είναι πάντα ελλιπής, πάντα αναβαλλόμενη — και αυτό δεν είναι δυσλειτουργία. Είναι η ίδια η κινητήρια δύναμη της ανθρώπινης ζωής.
Στο πλαίσιο του TikTok, αυτή η «μετατόπιση» γίνεται ορατή σε κάθε swipe up. Το κενό που αφήνει το τέλος ενός βίντεο δεν είναι ένα σφάλμα στη διαδικασία, αλλά η προϋπόθεση για το επόμενο. Αν ένα βίντεο μας ικανοποιούσε πλήρως, θα κλείναμε την εφαρμογή. Η επιτυχία του αλγορίθμου έγκαιται στο να διατηρεί το υποκείμενο σε μια κατάσταση «σχεδόν ικανοποίησης», όπου το επόμενο κλικ υπόσχεται την ολοκλήρωση που το προηγούμενο απλώς υπαινίχθηκε.
Το TikTok ως μηχανή επιθυμίας
Το TikTok δεν εφηύρε αυτή τη δομή. Την εκμεταλλεύτηκε με εκπληκτική αποτελεσματικότητα. Ο αλγόριθμος του For You Page λειτουργεί με βάση μικροσήματα: πόσα δευτερόλεπτα παρέμεινες σε ένα βίντεο, αν το ξαναείδες, αν έκανες pause, αν μοιράστηκες. Δεν χρειάζεται να πεις τι θέλεις — το δείχνεις με κάθε χειρονομία σου. Και ο αλγόριθμος δεν σου δίνει αυτό που θέλεις. Σου δίνει αυτό που θα σε κρατήσει να θέλεις.
Εδώ βρίσκεται η γοητεία — και ο κίνδυνος. Το TikTok είναι δομημένο γύρω από τη μετατόπιση της επιθυμίας: κάθε βίντεο υπόσχεται κάτι — χιούμορ, συγκίνηση, πληροφορία, αναγνώριση — αλλά δεν το εκπληρώνει πλήρως. Το επόμενο βίντεο είναι πάντα εκεί, υπόσχεται λίγο περισσότερο. Αυτή η αέναη κύλιση δεν είναι τυχαία· είναι ο μηχανισμός.
Αυτή η διαδικασία προσομοιάζει σε αυτό που η ψυχανάλυση ονομάζει objet petit a (το αντικείμενο-αίτιο της επιθυμίας). Το αντικείμενο αυτό δεν είναι κάτι χειροπιαστό, αλλά η ίδια η απώλεια που μας ωθεί να ψάχνουμε. Το TikTok μετατρέπει το περιεχόμενο σε μια αλυσίδα από τέτοια αντικείμενα. Κάθε βίντεο λειτουργεί ως ένας “σημαίνων” που παραπέμπει στον επόμενο, δημιουργώντας μια σημειωτική αλυσίδα που δεν σταματά ποτέ σε ένα τελικό νόημα ή μια οριστική πλήρωση.
Το ζήτημα του Άλλου
Στη λακανική θεωρία, η επιθυμία δεν είναι ποτέ μόνο δική μας. Σχηματίζεται σε σχέση με τον Άλλο — τον πολιτισμό, τη γλώσσα, τα κοινωνικά πρότυπα που μας προηγούνται και μέσα στα οποία μεγαλώνουμε. Θέλουμε αυτό που ο Άλλος μας υποδεικνύει ως επιθυμητό.
Το TikTok λειτουργεί ως ένας νέος τύπος Άλλου — ένας ψηφιακός Μεγάλος Άλλος, αν θέλουμε να το πούμε με λακανικούς όρους. Μας λέει τι είναι δημοφιλές, τι «αξίζει» να δει κανείς, τι είδους ζωή είναι ελκυστική. Και ταυτόχρονα μας μαθαίνει ποια είμαστε — γιατί μέσα από αυτό που μένουμε να βλέπουμε, αναδύεται κάτι για τις ασυνείδητες επιθυμίες μας.
Αυτό εξηγεί και μια παράδοξη εμπειρία που πολλοί αναγνωρίζουν: το TikTok μερικές φορές «ξέρει» κάτι για εμάς πριν το ξέρουμε εμείς. Το να βλέπεις βίντεο που αφορούν μια κατάσταση που δεν έχεις ακόμη ονοματίσει — ένα συναίσθημα, μια δυσκολία, μια ταυτότητα — μπορεί να είναι αποκαλυπτικό. Και ταυτόχρονα, μπορεί να σε εγκλωβίζει σε μια αφήγηση για τον εαυτό σου που ο αλγόριθμος ενίσχυσε, αλλά εσύ δεν επέλεξες.
Σε αυτό το σημείο, ο Μεγάλος Άλλος παύει να είναι μια αφηρημένη κοινωνική σύμβαση και γίνεται ένας κώδικας. Ο αλγόριθμος καθρεφτίζει το ασυνείδητό μας, αλλά είναι ένας καθρέφτης που παραμορφώνει. Μας επιστρέφει μια εικόνα του εαυτού μας βασισμένη σε “δεδομένα”, η οποία όμως συχνά στερείται το βάθος της υποκειμενικής εμπειρίας. Όταν το TikTok “αποφασίζει” ότι είμαστε καταθλιπτικοί, ιδεοψυχαναγκαστικοί ή λάτρεις της κηπουρικής, μας προσφέρει μια έτοιμη ταυτότητα. Η επιθυμία μας τότε κινδυνεύει να γίνει μια αντανάκλαση των στατιστικών πιθανοτήτων του συστήματος.
Η Οπτική της Απόλαυσης (Jouissance)
Πέρα από την επιθυμία, υπάρχει και η έννοια της απόλαυσης (jouissance). Στην ψυχανάλυση, η απόλαυση δεν είναι απαραίτητα ευχάριστη· είναι μια έντονη, συχνά οδυνηρή ικανοποίηση που ξεπερνά την αρχή της ηδονής. Το “doomscrolling” —η ασταμάτητη κύλιση σε περιεχόμενο που συχνά μας προκαλεί άγχος ή δυσφορία— είναι η επιτομή αυτής της απόλαυσης.
Γιατί συνεχίζουμε να βλέπουμε βίντεο που μας κάνουν να νιώθουμε ανεπαρκείς; Γιατί καταναλώνουμε περιεχόμενο που μας εξοργίζει; Επειδή το ασυνείδητο βρίσκει μια παράδοξη ικανοποίηση στην επανάληψη.
Ο αλγόριθμος, αναγνωρίζοντας την ένταση της προσοχής μας (ακόμη και αν αυτή είναι αρνητική), μας εγκλωβίζει σε έναν κύκλο επανάληψης.
Αυτή η επανάληψη είναι δομικό στοιχείο της ενόρμησης του θανάτου, της τάσης δηλαδή του ψυχισμού να επιστρέφει σε μια κατάσταση έντασης που είναι ταυτόχρονα καθηλωτική και καταστροφική για τον ελεύθερο χρόνο και τη δημιουργικότητά μας.
Η Αισθητική της Αμεσότητας και η Κατάργηση του Χρόνου
Το TikTok έχει αναδιαμορφώσει την αίσθηση του χρόνου. Τα βίντεο είναι σύντομα, η εναλλαγή αστραπιαία. Στην ψυχαναλυτική διαδικασία, ο χρόνος και η παύση είναι απαραίτητα για την επεξεργασία του τραύματος και της επιθυμίας. Το TikTok καταργεί την παύση.
Όταν δεν υπάρχει κενό ανάμεσα στα ερεθίσματα, το υποκείμενο δεν έχει το χρόνο να “συμβολοποιήσει” αυτό που βλέπει. Η εμπειρία παραμένει στο επίπεδο του Φαντασιακού — της εικόνας που μας αιχμαλωτίζει. Χωρίς το Συμβολικό (τον λόγο, τη σκέψη, την κριτική απόσταση), γινόμαστε έρμαια της εικόνας. Η ταχύτητα του TikTok δρα ως αναισθητικό απέναντι στην υπαρξιακή αγωνία, αλλά ταυτόχρονα εμποδίζει την ανάδυση μιας αυθεντικής υποκειμενικής φωνής.
Η Κοινωνική Διάσταση: Επιθυμία και Μίμηση
Ο Ρενέ Ζιράρ, αν και όχι λακανικός, μίλησε για τη “μιμητική επιθυμία”, μια ιδέα που συμπληρώνει τη λακανική προσέγγιση. Επιθυμούμε αυτό που επιθυμούν οι άλλοι, επειδή θέλουμε να είμαστε αυτοί οι άλλοι. Το TikTok είναι το απόλυτο εργαστήριο μιμητισμού.
Τα “trends” (τάσεις) δεν είναι απλώς μόδες. Είναι συλλογικές τελετουργίες όπου χιλιάδες άνθρωποι επαναλαμβάνουν την ίδια κίνηση, το ίδιο τραγούδι, την ίδια ατάκα. Μέσα από αυτή τη μίμηση, το άτομο νιώθει ότι ανήκει κάπου, ότι ο Μεγάλος Άλλος το αναγνωρίζει. Όμως, αυτή η ένταξη έχει ένα τίμημα: την ομογενοποίηση της επιθυμίας. Αν όλοι επιθυμούμε το ίδιο “αισθητικό” (aesthetic), τότε η προσωπική μας επιθυμία εξατμίζεται μέσα στο πλήθος.
Παθητική κατανάλωση ή ενεργή επιθυμία;
Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν το TikTok είναι «καλό» ή «κακό». Είναι πιο ενδιαφέρον: ποια είναι η σχέση μας με την επιθυμία μας μέσα σε αυτό το περιβάλλον;
Η ψυχανάλυση δεν προτείνει αποχή. Προτείνει κάτι δυσκολότερο: να αναρωτηθούμε τι επιθυμούμε πραγματικά — και αν αυτό που επιθυμούμε είναι δικό μας, ή αν μας δόθηκε έτοιμο, συσκευασμένο σε 15 δευτερόλεπτα.
Κάθε φορά που σταματάμε τη ροή και αναρωτιόμαστε «γιατί αυτό με κράτησε;», ασκούμε κάτι σπάνιο στην εποχή μας: μια μικρή πράξη αυτογνωσίας σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για να μας κρατά αναίσθητους.
Συμπέρασμα: Προς μια Ηθική της Επιθυμίας στον Ψηφιακό Κόσμο
Η πρόκληση του TikTok είναι τελικά ηθική. Η “ηθική της ψυχανάλυσης”, όπως την όρισε ο Λακάν, συνοψίζεται στη φράση: “Έχεις δράσει σύμφωνα με την επιθυμία σου;”. Σε έναν κόσμο όπου οι αλγόριθμοι προλαμβάνουν κάθε μας ανάγκη και κατευθύνουν κάθε μας παρόρμηση, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα γίνεται όλο και πιο θολή.
Το TikTok μας “θέλει” ως καταναλωτές μιας ατέρμονης απόλαυσης. Μας θέλει ως πηγή δεδομένων που τροφοδοτούν το σύστημα. Εμείς, όμως, τι θέλουμε από αυτό; Αν το χρησιμοποιούμε ως εργαλείο δημιουργικότητας και σύνδεσης, παραμένοντας ενήμεροι για τους μηχανισμούς του, ίσως καταφέρουμε να διασώσουμε ένα κομμάτι της υποκειμενικότητάς μας.
Αν όμως αφεθούμε στην αέναη κύλιση, κινδυνεύουμε να γίνουμε το αντικείμενο της επιθυμίας του αλγορίθμου, αντί για το υποκείμενο της δικής μας ζωής. Η αυτογνωσία ξεκινά εκεί που τελειώνει η αυτόματη κίνηση του αντίχειρα στην οθόνη. Ξεκινά στη σιωπή που ακολουθεί το κλείσιμο της εφαρμογής, εκεί όπου η επιθυμία, ελεύθερη πια από τα ψηφιακά δεσμά, μπορεί επιτέλους να βρει το δικό της, μοναδικό δρόμο.
Βιβλιογραφία
Fink, B. (1997). A clinical introduction to Lacanian psychoanalysis: Theory and technique. Harvard University Press.
Girard, R. (1979). Deceit, desire, and the novel: Self and other in literary structure (Y. Freccero, Trans.). Johns Hopkins University Press. (Original work published 1961).
Lacan, J. (1998). The Seminar of Jacques Lacan: Book XI. The four fundamental concepts of psychoanalysis (A. Sheridan, Trans.). W. W. Norton & Company. (Original work published 1973).
Lacan, J. (2006). Écrits: The first complete edition in English (B. Fink, Trans.). W. W. Norton & Company.
Srnicek, N. (2017). Platform capitalism. Polity Press.
Zuboff, S. (2019). The age of surveillance capitalism: The fight for a human future at the frontier of power. PublicAffairs.



















