Από την Κατερίνα Γερολύμπου, Δικαστική-Εγκληματολογική Ψυχολόγο, Ψυχοθεραπεύτρια Εφήβων και Ενηλίκων

Ο Kenneth Parks ενώ κοιμόταν σηκώθηκε απότομα, ντύθηκε, πήρε το αυτοκίνητο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι των πεθερικών του, όπου αποπειράθηκε να στραγγαλίσει τον πεθερό του και κατάφερε να σκοτώσει την πεθερά του με πολλαπλές μαχαιριές. Στη συνέχεια, πήγε στο αστυνομικό τμήμα, όπου και παραδόθηκε αναφέροντας ότι «πίστευε ότι είχε σκοτώσει κάποιον άνθρωπο». Ο δράστης είχε πάρα πολύ καλές σχέσεις με τα πεθερικά του, μάλιστα τους θεωρούσε ως δεύτερους γονείς του, δεν είχε κανένα λόγο να θέλει το θάνατο των πεθερικών του. Ο Parks έπασχε από υπνοβασία, το οποίο το γνώριζαν πολλοί ανάμεσά τους και τα πεθερικά του, καθώς και από υπνοβασία έπασχαν και άλλα μέλη της οικογένειας του. Το δικαστήριο αθώωσε το δράστη για τις εγκληματικές του ενέργειες, λόγω της υπνοβασίας, δεδομένου ότι δεν είχε συνείδηση των πεπραγμένων του.

Ο Richard Overton κατηγορήθηκε για ασέλγεια, καθώς βρέθηκε γυμνός στο κρεβάτι της κόρης (7 ετών) της γυναίκας με την οποία είχε σχέση. Ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν πως βρέθηκε εκεί, η τελευταία του ανάμνηση ήταν να πέφτει στο κρεβάτι του. Το κορίτσι τον κατηγόρησε ότι προσπάθησε να της βγάλει το εσώρουχο. Ο δράστης είχε ιστορικό υπνοβασίας, όπου υιοθετούσε παράξενες συμπεριφορές (π.χ. ξυπνούσε σε άλλα μέρη από το κρεβάτι του, μια φορά ξύπνησε καλυμμένος από ταλκ, κ.α.). Η υπνοβασία ήταν έντονη εκείνο το διάστημα λόγω του στρες που βίωνε στον εργασιακό του χώρο, το οποίο τον οδηγούσε στην κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων καφεΐνης. Επίσης, έπασχε από υπνική άπνοια, μια διαταραχή που οδηγεί στη διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου. Η έλλειψη οξυγόνου που οφείλεται στην υπνική άπνοια μπορεί να οδηγήσει στην αφύπνιση τμήματος του εγκεφάλου, το οποίο όμως δεν είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο της συνειδητής συμπεριφοράς. Το δικαστήριο, αν και αναγνώρισε την υπνοβασία ως αίτιο της συμπεριφοράς και αποδέχθηκε την απουσία συνείδησης, τον καταδίκασε για έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο, δεδομένου ότι ενώ γνώριζε τη διαταραχή του για χρόνια δεν έκανε κάτι για να την αντιμετωπίσει.

Το ερώτημα που γεννιέται στο μυαλό πολλών μετά από αυτά τα πραγματικά περιστατικά είναι, κατά πόσον ευσταθεί η δικαιολογία της υπνοβασίας ως άλλοθι για τη διάπραξη εγκληματικών ή άλλων επικίνδυνων συμπεριφορών και πόσο απλά αποτελεί μια στρατηγική που υιοθετούν οι δικηγόροι προκειμένου να αθωώσουν τους πελάτες τους.

Η εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι ένα φαινόμενο που όντως παρατηρείται σε ορισμένους ανθρώπους και δεν είναι απαραίτητο ότι οδηγεί σε εγκληματικές ενέργειες.

Οι βίαιες συμπεριφορές μπορεί να είναι πιο ήπιας μορφής (π.χ. κλωτσιές κατά τον ύπνο, πέταγμα από το κρεβάτι, κ.α.), αλλά μπορεί να πάρουν πιο επικίνδυνη διάσταση οδηγώντας σε αυτό-ακρωτηριασμό, δολοφονία, σεξουαλική επίθεση ή αυτοκτονία (Ohayon, 2000). Με τον όρο βίαιες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου αναφερόμαστε στην εκδήλωση επιθετικής συμπεριφοράς, η οποία προκύπτει από κάποια δυσλειτουργία στη διαδικασία του ύπνου που οδηγεί στην πρόκληση σωματικής βλάβης σε ανθρώπους ή σε αντικείμενα του περιβάλλοντα χώρου.

Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των συμπεριφορών είναι ότι το άτομο δεν έχει επίγνωση αυτών των συμπεριφορών, γι’ αυτό παρατηρείται πλήρης αμνησία των συγκεκριμένων ενεργειών (Ohayon, 2000; Williams & Lettieri, 2013). Δεδομένου ότι το άτομο δεν έχει επίγνωση αυτών των συμπεριφορών εξηγεί το «γιατί» αυτές οι συμπεριφορές σπανίως φτάνουν στα αυτιά των ειδικών. Ο ρόλος της οικογένειας ή των συντρόφων είναι εξαιρετικά σημαντικός σε αυτές τις περιπτώσεις για να αναζητηθεί αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλες οι ιατρικές ειδικότητες δεν είναι καταρτισμένες εξίσου για το χειρισμό αυτών των καταστάσεων, γι’ αυτό οι πάσχοντες θα πρέπει να απευθύνονται στις ανάλογες ειδικότητες, όπως ψυχίατροι ή νευρολόγοι και όχι σε παθολόγους (Ohayon & Schenck, 2010). Οι βίαιες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου τείνουν να εκδηλώνονται κυρίως από άντρες, σχετίζονται με αυξημένη κατανάλωση καφεΐνης, αλκοόλ πριν τον ύπνο και νικοτίνης. Συνήθως, υπάρχει ανάλογο ιστορικό σε άλλα μέλη της οικογένειας και η ύπαρξη αυτών των συμπεριφορών σχετίζεται με τις παραυπνίες και ιδιαίτερα με τις διαταραχές αφύπνισης.

Οι διαταραχές αφύπνισης που σχετίζονται συνήθως με την εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι: (1) συγχυτικές αφυπνίσεις, όπου εκδηλώνεται μετά από στέρηση ύπνου και επιδεινώνεται με την κατανάλωση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, το άτομο φαίνεται αποπροσανατολισμένο, διστακτικό και αργό στην τέλεση απλών συμπεριφορών, (2) υπνοβασία, η οποία χαρακτηρίζεται από αυτόματες πολύπλοκες συμπεριφορές (π.χ. ντύσιμο, ούρηση σε ασυνήθιστους χώρους, οδήγηση, άσκοπη περιπλάνηση, κ.α.), η επικοινωνία είναι αδύνατη, ο λόγος δεν έχει ειρμό, η συμπεριφορά δεν φαίνεται να έχει κάποιο σκοπό, (3) νυχτερινοί τρόμοι, χαρακτηρίζονται από αιφνίδια αφύπνιση με κραυγές, ταχυκαρδία, υπεριδρωσία και αν το άτομο ξυπνήσει δεν έχει ειρμό η επικοινωνία του, αλλά κοιμάται ξανά σχετικά γρήγορα (Ηγουμενίδης & Τάσιος, 2014). Βέβαια, οι διαταραχές αφύπνισης δεν είναι ταυτόσημες με τις βίαιες συμπεριφορές κατά τη διάρκεια του ύπνου. Αντιθέτως, έχει διαπιστωθεί ότι αυτού του είδους οι συμπεριφορές εμφανίζονται και σε άτομα που πάσχουν από διαταραχή μετατραυματικού στρες (μετά από ένα τρομακτικό όνειρο ή εφιάλτη) και σε άτομα που πάσχουν από υπνική άπνοια, όπου και στις δύο περιπτώσεις μπορεί το άτομο να ζει και να αντιδρά σε ένα βίαιο όνειρο (Williams & Lettieri, 2013).

Οι βίαιες συμπεριφορές κατά τον ύπνο δεν είναι απαραίτητα θανατηφόρες, αλλά είναι εν δυνάμει επικίνδυνες για το άτομο που τις βιώνει και για τους ανθρώπους που μπορεί να μοιράζονται την ίδια στέγη με αυτούς. Είναι πρωταρχική ανάγκη να διαγνωστούν και να αντιμετωπιστούν αυτές οι συμπεριφορές, ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρού τραυματισμού ή και ο θάνατος, είτε του ίδιου του ατόμου ή τρίτων προσώπων. Υπάρχουν δύο τρόποι αντιμετώπισης των βίαιων συμπεριφορών κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο ένας αφορά τη μη φαρμακολογική προσέγγιση και ο άλλος τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Στα πλαίσια της μη φαρμακευτικής προσέγγισης, δίνεται έμφαση στη διαμόρφωση θετικών συνηθειών ύπνου, την εκπαίδευση σε τεχνικές χαλάρωσης, την αποφυγή αλκοόλ, την απομάκρυνση επικίνδυνων αντικειμένων ή επίπλων από το υπνοδωμάτιο ή και σε σπάνιες περιπτώσεις ακόμα και την ύπαρξη ξεχωριστών υπνοδωματίων. Σε επίπεδο λήψης φαρμακευτικών ουσιών έχει διαπιστωθεί ότι κάποια αγχολυτικά και αντιεπιληπτικά φάρμακα βοηθούν σημαντικά στη μείωση αυτών των συμπεριφορών (Poyares, deAlmeida, daSilva, Rosa & Guillrminault, 2013; Williams & Lettieri, 2013).

Συμπερασματικά, η υπερασπιστική γραμμή του «αυτοματισμού», δηλαδή ότι η συμπεριφορά του δράστη ήταν μια αυτόματη αντίδραση για την οποία δεν είχε συνείδηση, δεν αποτελεί αποκλειστικά ένα νομικίστικο τέχνασμα για την αθώωση εγκληματιών, αλλά την απεικόνιση μιας διαταραχής που τώρα γίνεται ευρέως γνωστή. Σε κάθε περίπτωση, η διάγνωση της διαταραχής αυτής πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένους επιστήμονες, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης, ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνο η καλύτερη δυνατή διαχείριση της κατάστασης αλλά και η πρόληψη σοβαρών σωματικών βλαβών.

 

Βιβλιογραφία

Ηγουμενίδης, Μ. & Τάσιος, Κ. (2014). Περιστατικά βίας κατά τη διάρκεια επεισοδίων υπνοβασίας: Ιατρική, νομική και φιλοσοφική προσέγγιση. Εγκέφαλος, 51, 1-9.

Ohayon, M.M. (2000). Violence and sleep. Sleep and Hypnosis, 1-7.

Ohayon, M.M. & Schenck, C.H. (2010). Violent behavior during sleep: Prevalence, comorbidity ad consequences. Sleep Med, 11(9), 941-946.

Poyares, D, deAlmeida, C.M., daSilva, R.S., Rosa, A. & Guilleminault, C. (2005). Violent behaviors during sleep. Review of Brazilian Psychiatry, 27: S22-S26.

Williams, S.G. & Lettieri, C.J. (2013). Violent behavior during sleep. Journal of Sleep Disorders, 2, 124- 131.