Αριστοτέλης: Περί μελαγχολίας

ΜΕΡΟΣ Α'

Aπό το βιβλίο «Μελαγχολία και Ιδιοφυία » εκδόσεις «Άγρα»
Απόδοση: Σάββας Μπακιρτζόγλου, ψυχολόγος-ψυχαναλυτής

Σύνοψις: Τα «Προβλήματα», μια συλλογή από σύντομες φυσιογνωστικές πραγματείες στον τύπο των ερωταποκρίσεων, συμπεριλαμβάνονται στο Corpus των έργων του Αριστοτέλη. Το 30ον Πρόβλημα αρχίζει με τη διερεύνηση της σχέσης μελαγχολίας και ιδιοφυίας. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι «περιττοί», όσοι δηλαδή διέπρεψαν στη φιλοσοφία, στην πολιτική, στην ποίηση και τις τέχνες ήταν μελαγχολικοί. Στον δειγματολογικό κατάλογο πρώτος μνημονεύεται ο Ηρακλής, και ακολουθούν ο Λύσανδρος ο Λακεδαιμόνιος, ο Αίας ο Τελλαμώνιος, ο Βελλεροφόντης, ο Εμπεδοκλής, ο Πλάτων και ο Σωκράτης. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις και για τη μελαγχολία του ίδιου του Αριστοτέλη. Εκτός όμως από τους μνημονευθέντες μελαγχολικοί ήταν και οι πλείστοι από τους ποιητές και τους «ένθεους» (Μάντεις, Σίβυλλες). Σύμφωνα λοιπόν με τη διδασκαλία που αναπτύσσεται, η επικράτηση της μελαίνης χολής, εις βάρος των τριών άλλων χυμών, προσδίδει στο άτομο ιδιαίτερες ικανότητες και ενδυναμώνει τη δημιουργικότητά του αλλά βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι η θερμοκρασία του προνομιακού αυτού υγρού βρίσκεται σε μια μέση κατάσταση. Αν η θερμοκρασία ανέβει υπερβολικά τότε προκαλεί μανικά συμπτώματα και στην αντίθετη περίπτωση καταθλιπτικά. Η σταθερή αστάθεια της μελαίνης χολής συνιστά μια «εύκρατον ανωμαλία» αποφαινόμενη συνάμα ευχή και κατάρα: οι μελαγχολικοί δεν είναι οπωσδήποτε άρρωστοι αλλά η φυσική τους κατάσταση στηρίζεται επί ξηρού ακμής.

Ο Κικέρων στο Tusculanae disputations αποδίδει στον Αριστοτέλη την άποψη ότι όλοι οι ιδιοφυείς είναι μελαγχολικοί, αλλά και ο Σενέκας στο De tranquillitate animae αναφέρει πως κατά τον Αριστοτέλη η ιδιοφυία είναι ανάμικτη με την παραφροσύνη. Κατά τους σύγχρονους ερευνητές ο Αριστοτέλης άντλησε στοιχεία από το έργο του Θεοφράστου «Περί μελαγχολίας» το οποίο όμως έχει χαθεί.

Γιατί οι εξαιρετικοί άνθρωποι είναι μελαγχολικοί; Δυο είναι τα ακραία συμπτώματα της μελαγχολίας: η τρέλα (η εκ-σταση) και τα έλκη .

Το έλκος είναι τραύμα του δέρματος ή του βλεννογόνου που συνοδεύεται από διάλυση του συνδετικού ιστού.

Η μαύρη χολή είναι δυνατό να προσβάλλει είτε τη σκέψη (τρέλα) είτε το σώμα (έλκη) ανάλογα με τη θύρα εσόδου που θα βρει. Κατά τον Aριστοτέλη η μελαγχολία συνδέεται με το κράμα της μαύρης χολής: πρόκειται για ένα από τα υγρά που αρδεύουν το σώμα.

Ο Ηρακλής έζησε τα δυο παροξυσμικά περιστατικά του κράματος της μαύρης χολής. Ένα παθολογικό του χαρακτηριστικό αφορά στο φόνο των παιδιών του τα οποία διαπέρασε με βέλος σε μια κρίση μανίας (εξ’ου και η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος» στην οποία ο Ηρακλής σκοτώνει και τη γυναίκα του). Στην τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιαι» η Δηιάνειρα, η νόμιμη σύζυγος του Ηρακλή, αλείφει το χιτώνα του με το αίμα του Κενταύρου Νέσσου που της έχουν πει ότι είναι ερωτικό φίλτρο. Ο Ηρακλής κυριεύεται από αφόρητους πόνους οπότε τον μεταφέρουν στο όρος Οίτη όπου ετοιμάζεται για την πυρά (αποθέωση του). Αργότερα αυτό θα γίνει το θέμα της τραγωδίας του Σενέκα ο «Ηρακλής επί της Οίτης». Ο Ιπποκράτης μιλάει για «Ηράκλεια Νόσο». Είναι ένα ερώτημα αν αυτή η νόσος ταυτίζεται με την επιληψία : η γυναίκα που νοσεί απ’αυτήν γίνεται κάτωχρη, τρίζει τα δόντια, σάλια κυλάνε από το στόμα της. Οι αρχαίοι ονόμαζαν την επιληψία ιερά νόσο. Άραγε η ασθένεια του Ηρακλή είχε να κάνει με αυτήν ; Ο Αριστοτέλης υποστήριζε πως είναι δύσκολο να μην ταυτιστεί η κρίση τρέλας με ένα από τα συμπτώματα της επιληψίας (ιερά νόσος). Ο Ηρακλής αρρώστησε ίσως από την κόπωση που του στοίχησαν οι άθλοι του (ηράκλεια νόσος) .

Πάντως επικρατούσε η αντίληψη ότι οι μελαγχολικοί γίνονται συνήθως επιληπτικοί και οι επιληπτικοί μελαγχολικοί. Αν η ασθένεια προσβάλει το σώμα γίνονται επιληπτικοί, αν προσβάλλει τη σκέψη γίνονται μελαγχολικοί. Θεωρούσαν ότι η επιληψία προσβάλλει τους φλεγματικούς (και όχι τους χολερικούς ). Ο φλεγματικός αφορά σε μια από τις κλασσικές τέσσερις ιδιοσυγκρασίες. Χαρακτηρίζεται από ψυχρότητα και δυσπιστία, αυτοκυριαρχία και σεβασμό στους κανόνες: οι φλεγματικοί είναι επίμονοι και ακέραιοι .

Επίσης και ο Αίας (ήρωας του τρωικού πολέμου) τρελαίνεται (εκ- στατικος) και ο Βελλεροφόντης (μυθικός ήρωας της αρχαιότητας ) διατρέχει τις ερήμους. Ο Όμηρος λέει στο ποίημα του : «μοναχός, έρμος ετριγύριζε στης ερημιάς τον κάμπο σκουλήκι στην καρδιά τον έτρωγε κι αρνήθηκε τον κόσμο». Πλήρης από έπαρση για τη δύναμή του, ο Βελλεροφόντης αποφασίζει με το φτερωτό άλογό του να ανέβει στον ουρανό (ή στον Όλυμπο) και να ανακαλύψει την κατοικία των θεών. H αυθάδεια όμως που οδηγεί στην Ύβρη τιμωρείται αυστηρά. Ο Δίας, εξοργισμένος από το θράσος του, του έριξε κεραυνό με αποτέλεσμα ο Βελλεροφόντης να πέσει από το άλογό του και να μείνει ανάπηρος, χάνοντας τόσο τη βασιλική αρχή όσο και τον Πήγασο (που του «τον πήραν οι θεοί»). Ο ήρωας εγκαταλείπει τη Μικρά Ασία και επιστρέφει στην Ελλάδα όπου περιπλανάται φτωχός και δυστυχισμένος. Σύμφωνα με μία ασαφή αναφορά στην Ιλιάδα, καταφεύγει στην Καλυδώνα (ενδεχομένως λίγο πριν τον θάνατό του) όπου φιλοξενείται από τον βασιλέα Οινέα. Από τη σύζυγό του Αμφίκλεια αποκτάει δύο γιούς: τον Ιππόλοχο και τον Ίσανδρο.

Κατά τον Μιχάλη Κοπιδάκη (2002) με τρία συμπτώματα εκδηλώνεται η ψυχική νόσος στην οποία καταδίκασαν ομόφωνα οι θεοί τον ήρωα:

1ο Σύμπτωμα, η εγκατάλειψη των ανέσεων και της θαλπωρής της ανθρώπινης κοινωνίας αφότου κατέφυγε όπως τα άγρια θηρία στην ερημιά. Ως ερημίτης δεν παραμένει εδραίος αλλά περιπλανιέται συνεχώς και ασκόπως κατά το μοτίβο του homo vagabundus του περιπλανόμενου Ιουδαίου. (Οι ψυχές περιπλανώνται συνεχώς και ασκόπως μέσα στον ομηρικό ασφοδελό λειμώνα). Επομένως ο Βελλεροφόντης είναι φυγάς θεόθεν και αλήτης όπως αργότερα συνέλαβε τη δική του μοίρα-αλλά και την πανανθρώπινη-ο Εμπεδοκλής.

2ο Σύμπτωμα, η Φυγανθρωπία, η οποία δεν είναι ανθρωποφοβία, αλλά μισανθρωπία. Αλλά και ο ίδιος ο Ευριπίδης που έγραψε τραγωδία με τον τίτλο «Βελλεροφόντης» (το έργο χάθηκε), εμφανίζεται ως σκυθρωπός, σύννους και μισόγελως. Λέγεται ακόμη πως διημέρευε σ’ένα σπήλαιο στη Σαλαμίνα αποφεύγοντας τις συναναστροφές μολονότι γνώριζε το κόστος της εσωστρέφειας και της μοναξιάς: «κουδείς αυτός, ευτυχεί ποτέ» (Τρωάδες), «κανείς άνθρωπος που είναι επικεντρωμένος στον εαυτόν του δε γνωρίζει την ευτυχία».

3ο Σύμπτωμα ο εσωτερικός σπαραγμός που είναι το οδυνηρότερο σύμπτωμα το οποίο σωματοποιεί τον ψυχικό πόνο. Ο θυμός είναι ένας γενικός όρος που δηλώνει τον εσώτερο εαυτόν μας, το πνεύμα της ζωής, την έδρα των συναισθημάτων, των συγκινήσεων, των παθών. Πρόκειται για περίπλοκο σύνολο, είναι η αίσθηση του εαυτού. Τα δόντια είναι οι τύψεις, οι σκοτεινοί διαλογισμοί, οι αρνητικοί μηρυκαστικοί ιδεασμοί, οι αυτομομφές, το αίσθημα ενοχής, τα οποία αλέθουν την ψυχή. Στα ερωτικά συμφραζόμενα κυρίως βρίσκουμε την έκφραση “to eat one’s heart out”.

Ο Jean-Philippe Esquirol (1772-1840),το 1820 χρησιμοποιεί τη λέξη λυπομανία (lypemania) ή και λυποθυμία. Με αυτούς τους όρους χαρακτηρίζει τη θεόσταλτη θυμοβορία (που κατατρώγει την καρδιά) του Βαλλερεφόντη. Την περιγράφει ως μια βαρύτατης μορφής δυσθυμία συνοδευόμενη από μισανθρωπία. Η επιδίωξη της μοναξιάς συνδεδεμένη με τη μισανθρωπία συνιστούν τα προεξάρχοντα χαρακτηριστικά της μελαγχολίας. Ο Esquirol αφήνει τη λέξη μελαγχολία στους ηθογράφους και τους ποιητές. Υποστηρίζει ότι οι λυπομανείς είναι εξαιρετικά κατάλληλοι για την καλλιέργεια των τεχνών και των επιστημών: έχουν αδύνατη μνήμη, αλλά οι ιδέες τους είναι τολμηρές και οι αντιλήψεις τους πλατιές, είναι δε ικανοί να στοχάζονται σε βάθος . Οι μεγάλοι νομοθέτες είναι κατά κανόνα μελαγχολικοί : ο Μωάμεθ , ο Λούθηρος , ο Τάσσο , ο Κάτων , ο Πασκάλ, ο Ρουσσώ κ.λπ.

Σε παρόμοια κακά έπεσαν και ο Εμπεδοκλής και ο Πλάτων και ο Σωκράτης και οι περισσότεροι από τους ποιητές. Υπάρχουν τρία είδη θείας παραφροσύνης κατά τον Σωκράτη:

-η προερχόμενη από τον Απόλλωνα: μαντική έμπνευση

-η προερχόμενη από τον Διόνυσο: μυστική έμπνευση

-η προερχόμενη από τις Μούσες και την Αφροδίτη: ποιητική έμπνευση, έρωτας.

Στην αρχαιότητα διάβαζαν μεγαλοφώνως ή άκουγαν κάποιον συνεργό (δούλο κατά προτίμηση) να τους διαβάζει. Ο Αριστοτέλης ήταν από τους πρώτους που υιοθέτησαν τη σιωπηλή ανάγνωση. Ό Πλάτων τον αποκαλούσε πειρακτικά «ο αναγνώστης». Όμως αυτή ακριβώς η αυτάρκεια συντελούσε στην επιδείνωση της μοναξιάς του (ροπή προς τον μονήρη βίο). Ο ίδιος ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί το επίθετο «αυτίτης» (από το αυτός, ο επικεντρωμένος στον εαυτόν του, ο καθ’αυτόν ών ) και μονώτης. Ονομάζει δε φιλόμυθο αυτόν που αγαπά τους παλαιούς μύθους-που τέρπεται με το θαυμαστό κόσμο των πλασματικών ιστοριών που είναι βυθισμένος στην ανάγνωση των παραδοσιακών- και όχι τον φλύαρο, τον αδολέσχη (πολυλογάς). Αρμόζει αυτή η ενασχόληση στον φιλόσοφο που αρέσκεται να αναλογίζεται τα αρχετυπικά θέματα. Επομένως ο Αριστοτέλης ήταν αυτίτης και μονώτης γι’αυτό και φιλόμυθος. Μελαγχολικός λοιπόν και ο Αριστοτέλης; Ωστόσο ο φιλόσοφος και δάσκαλος είχε διεκτραγωδήσει τη χαλεπότητα του μονήρους βίου. Δε δίσταζε να παραδεχθεί πως ο άνθρωπος που είτε έχει δυσκολίες επικοινωνίας είτε είναι αυτάρκης θα πρέπει να θεωρηθεί είτε άγριο ζώο είτε θεός. Δήλωνε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ζώο πολιτικόν, δηλαδή είναι πλασμένος να ζει μέσα σ’ένα οργανωμένο σύνολο, την πόλη, και να συναγελάζεται με τους πολλούς (παρετυμολογικός συσχετισμός των αρχαίων της λέξης «πόλις» με τους «πολλούς»). Με όρους της σύγχρονης επιστήμης η τάση για απομόνωση και η εσωστρέφεια του φιλοσόφου θα μπορούσαν να αποδοθούν σε ενδογενή μονοπολική κατάθλιψη (κάτι που δε μπορεί ν’αποδειχθεί).

Ο Αριστοτέλης ήταν ανήλικος όταν πέθανε ο πατέρας του ( Νικόμαχος, γιατρός στην αυλή του Αμύντα Γ’ της Μακεδονίας ενώ ήταν έφηβος όταν έχασε τη μητέρα του Φαιστιάδα. Ο αδερφός του Αρίμνηστος πέθανε νέος, ενώ λίγο μετά τη γέννηση της κόρης του πέθανε και η γυναίκα του η Πυθιάς. Όταν ο φιλόσοφος βρισκόταν «επί θύραις θανάτου» άφηνε πίσω του τη σύντροφό του Ερπυλλίδα (η σχέση τους δεν είχε νομιμοποιηθεί) και δυό ανήλικα παιδιά. Εξορίστηκε δυό φορές από την Αθήνα και πληγώθηκε βαθειά γι αυτό. Οι σχέσεις του με το μαθητή του Αλέξανδρο (τον Μέγα) ψυχράνθηκαν μετά τη δολοφονία του μικρανεψιού του Καλλισθένη, ενώ φαίνεται να τον δυσαρεστούσε η επεκτατική και εξισωτική πολιτική του στρατηλάτη. Αυτά όλα αλλά και η μακρόχρονη αρρώστια του συνέβαλαν στη επιδείνωση της απαισιοδοξίας του.

Ο Αριστοτέλης έγραφε ότι το πολύ κρασί φέρνει τον άνθρωπο στην κατάσταση του μελαγχολικού. Πίνοντάς το κανείς αλλάζει χαρακτήρα και γίνεται πολλά και διάφορα: οργίλος, φιλάνθρωπος, ευσπλαχνικός, θρασύς. Το κρασί μεταβάλλει βαθμιαία εκείνον που το πίνει: Από νηφάλιος ψυχρός και λιγομίλητος γίνεται πιο ομιλητικός. Σε μεγαλύτερη ποσότητα γίνεται ευφράδης και θαρραλέος ενώ αν συνεχίσει, τον κάνει να ενεργεί με θράσος. Σε μεγαλύτερη ακόμα δόση τον κάνει φλύαρο επιθετικό και μανιώδη, ενώ σε υπερβολική ποσότητα τον αποχαυνώνει. Μπορεί ακόμα και δάκρυα να του φέρει ή και να χάσει τη λαλιά του. Κάποιοι μπορεί να γίνονται άγριοι ή ευσπλαχνικοί. Το κρασί κάνει τους ανθρώπους ερωτικούς: αυτός που πίνει φτάνει στο σημείο να φιλάει στο στόμα ανθρώπους που ως νηφάλιος ποτέ δε θα φιλούσε επειδή είναι είτε άσχημοι είτε γέροι. Κατά βάθος ο μελαγχολικός είναι δια βίου ένα πλήθος χαρακτήρων όπως η πληθώρα των χαρακτήρων οι οποίοι προκύπτουν όταν κάποιος πίνει κρασί, ανάλογα με την ποσότητα που καταναλώνει: το κρασί είναι ικανό να παράγει βαθμιαία όλες τις καταστάσεις της προσωπικότητας).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Β’

Βιβλιογραφία:

Αριστοτέλης : «Μελαγχολία και Ιδιοφυία» εκδόσεις «Άγρα», Αθήνα 1998.

Κοπιδάκης Μιχάλης, Καθηγητής Κλασσικής Λογοτεχνίας Πανεπιστημίου Αθηνών «Βελλεροφόντης, Ευριπίδης, Αριστοτέλης: περιττοί και μελαγχολικοί» στο «Ορώμενα, τιμή στον Αριστοτέλη», Συλλογικό έργο εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002.