Από τη Μνήμη του «Γιατρού» και του «Ασθενή»

Προκύπτει θέμα αντιμεταβίβασης, όταν ο υπό θεραπεία άρρωστος είναι γιατρός.

Από τη Μένη Κουτσοσίμου, Μεταδιδάκτωρ Ιατρικής Σχολής, Υπεύθυνη Αξιολόγησης Προσωπικού, Επιστημονικός Συνεργάτης Ε.Π.Α.Ψ.Υ.

Κάθε ασθενής που επισκέπτεται ένα γιατρό, ενδέχεται να παρουσιάζει δύο ασθένειες κι όχι μία. Πέρα από την ασθένεια που έχει διαγνωστεί και για την οποία έχει προταθεί αντιμετώπιση, συνυπάρχει και ο λεγόμενος ‘πανικός’. Εάν θεραπεύσουμε τη μία ασθένεια κι όχι την άλλη, θα έχουμε θεραπεύσει το μισό ασθενή. Από τα μέσα του 20ου αιώνα λοιπόν, ξεκίνησε να γίνεται ιδιαίτερος λόγος για το προφίλ των ασθενών, εντοπίζοντας κατηγορίες ασθενών όπως: ‘γιατροί ως ασθενείς’, ‘γιατροί ως ψυχικά πάσχοντες’, ‘διάσημοι συγγραφείς που νοσούν’, ‘οι υγιείς’, καθώς και διάφοροι άλλοι καλλιτέχνες και διάσημες προσωπικότητες, κοινώς γνωστοί με τους όρους VIP και το ‘φαινόμενο celebrity.

Ένα ποσοστό ασθενών που κυμαίνεται μεταξύ του 10% – 60% επιδεικνύει τη λεγόμενη ‘δύσκολη συμπεριφορά’. Σε επίπεδο θεραπευτικών συναντήσεων εντοπίζεται μία αναλογία στο βαθμό παραγωγής δύσκολων συναισθημάτων στο 1 προς 6. Κατά καιρούς, η ‘κατηγορία’ αυτή των ασθενών αποδίδεται με ποικίλους προσδιορισμούς, όπως ακολούθως: στο μεν Ηνωμένο Βασίλειο ως ‘αποτυχία’ και ‘μαύρες τρύπες’, στη δε Αμερική ως ‘δύσκολος’, ‘πρόβλημα’, ‘απεχθής-αντιπαθής’, ‘εξοργιστικός’, ‘εκνευριστικός’, ακόμη και ‘μισητός’.

Ο χαρακτηρισμός ενός ασθενή ως ‘δύσκολου’, φαίνεται εν τέλει να βρίσκει ερμηνεία κυρίως σε επίπεδο ‘ρόλων’, όταν ο γιατρός καλείται να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα εκ νέου, αυτή τη φορά όμως μέσω του ‘ρόλου’ του ασθενή: ‘Ως γιατρός γνωρίζω πολύ καλά τα συναισθήματα αδυναμίας και έντασης που τραυματίζουν τους ανθρώπους, στην προσπάθειά τους να αντεπεξέλθουν. Γνωρίζω πόσο δύσκολο είναι για εκείνους να αντλούν δύναμη από τη συμπόνια, όταν όλη η δική μας εξουσία και ενέργεια στην οποία επενδύουν φαντάζει αδύναμη μπροστά στο άγγιγμα της μοίρας… Ως ασθενής όμως, ένιωσα τόσο μόνος, αβοήθητος, τρομοκρατημένος και περισσότερο εξαγριωμένος απ’ ό,τι πίστευα ότι θα νιώσω’.

Από την άλλη πλευρά, εντοπίζεται η ακόλουθη δήλωση: ‘αυτός ο νεαρός τώρα, είναι δεν είναι τριάντα χρονών, είχε το θράσος να ανακινήσει τη διαδικασία για εξετάσεις για την ανεύρεση όγκου. Με ποιο δικαίωμα; Εγώ είμαι ο γιατρός. Εγώ λέω στους άλλους πότε έχουν καρκίνο, κανείς όμως δεν θα το πει για μένα. Οι γιατροί δεν προσβάλλονται από ασθένειες… και δεν αρρωσταίνουν ποτέ’ (RosenbaumThe Doctor’ (1991), παραπομπή από το βιβλίο A Physicians Guide to coping with death and dying, Swanson & Cooper, 2005).

Η Joan Lawrence (1989), ψυχίατρος στην πολιτεία Queensland της Αυστραλίας και πρώην πρόεδρος της Βασιλικής Ακαδημίας Ψυχιάτρων της Αυστραλίας, επισημαίνει πως παρά το παράδοξο της κατάστασης, γιατροί και ασθενείς μοιράζονται την κοινωνική αντίληψη ότι οι πρώτοι είναι υπεράνθρωποι, μη ευάλωτοι σε οποιαδήποτε μορφή ασθένειας και αθάνατοι. Και οι δύο πλευρές αναστατώνονται μπροστά στην είδηση της πιθανής απώλειας κάποιου γιατρού. Η αλλαγή αυτή των ‘ρόλων’ ενδέχεται να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα σε επίπεδο επικοινωνίας (Hsi, 2004, σελ. 5): ‘Ως συνάδελφος, θα έπρεπε να ήμουν σε θέση να μπορώ να μιλήσω μαζί του, παρόλο που δεν ήμουν εξοικειωμένος με το συγκεκριμένο τύπο εγχείρησης. Όχι μόνο δεν συνέβαινε αυτό, αλλά συνειδητοποίησα ότι ένιωθα πολύ ασθενής, στην προσπάθειά μου να καταλάβω τι γινόταν, ξεχνώντας ταυτόχρονα ό,τι είχα σχεδιάσει από νωρίτερα να τον ρωτήσω. Ακόμη και η σύζυγός μου που ήταν μία έμπειρη νοσηλεύτρια και ο αδερφός μου που ήταν παιδίατρος, παρέμεναν σιωπηλοί στην παρουσία του ‘τρομερού’ γιατρού’.

Η αδυναμία που εντοπίζεται κυρίως σε επίπεδο ‘ρόλων’ είναι ότι η ασθένεια του ενός ευθύνεται για τη γενίκευση της ανησυχίας – που ενδέχεται να οδηγήσει στον κλονισμό του ‘ρόλου’ και των υπολοίπων, στα μάτια των ασθενών – όσο παράδοξο κι αν ακούγεται. Σύμφωνα με τους Kaplan και Sadocks (1996), προκύπτει θέμα αντιμεταβίβασης, όταν ο υπό θεραπεία άρρωστος είναι γιατρός. Τα πράγματα περιπλέκονται όταν (Furst, 1998): ‘οι άρρωστοι-γιατροί μπορεί να είναι απρόθυμοι να εκληφθούν σαν βάρος από τους ήδη επιβαρημένους συναδέλφους τους ή μπορεί να ντρέπονται να κάνουν ερωτήσεις σχετικά με το πρόβλημά τους, από φόβο μη φανούν αδαείς ή ανίκανοι ή ακόμη κι όταν μετά λύπης τους διαπιστώνουν ότι δεν επιθυμούν να χρήζουν αντιμετώπισης, όντας ασθενείς’.

Ενώ από την άλλη πλευρά, συναντάται η ακόλουθη διαπίστωση: ‘Ο θεράπων γιατρός μπορεί να βλέπει στον άρρωστο συνάδελφό του τον ίδιο του τον εαυτό, πράγμα που μπορεί να τον φοβίσει και να τον οδηγήσει σε άρνηση και  αποφυγή’. Οι γιατροί αντιμετωπίζουν την ασθένεια ως μία ναρκισσιστική προσβολή, ενώ ταυτοχρόνως διακατέχονται από συναισθήματα ντροπής και φόβου, για το ότι η ικανότητα και η επάρκειά τους θα γίνουν αντικείμενο κριτικής, κάνοντας χρήση του μηχανισμού της άρνησης, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κάποια ψυχική νόσο. Την ίδια δυσκολία ενδέχεται να αντιμετωπίζουν και οι συγγενείς των ασθενών-γιατρών… ‘κι όλα  αυτά που φοβάμαι είναι ακόμη εδώ’…

Βιβλιογραφία:
Κουτσοσίμου Μ. Η Πρόκληση του Θεραπευτικού Δεσμού. Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιατρική Σχολή, 2007.