Χρόνος ανάγνωσης 4 ΄

Απόσπασμα από το βιβλίο «Τήξη» από το ελατήριο (βασίλης παλαμάρας) από τις εκδόσεις Αλφειός

Ανεμώνες. Έτσι ονομάζονται τα πλάσματα τα οποία εμφανίζονται ακόμα στους αρμούς των λιθόστρωτων. Οι ανεμώνες σκορπούν στα μονοπάτια μας χρώματα που μυρίζουν δάκρυα. Μηχανικά χέρια σαστισμένων ρομπότ τις ξεριζώνουν δίχως δεύτερη σκέψη. Τα πράσινα ραβδάκια όμως, μαζί με τις καστανές τους κόμες που σκάβουν επίμονα το χώμα, ακριβώς όπως εμείς τρυπάμε τα γυαλιστερά βράχια στις σήραγγες, ανασταίνονται κάθε χάραμα. Σπέρνουν με κόκκινα, γαλάζια και λευκά άστρα τους καψαλισμένους κύβους και ακονίζουν τη στομωμένη φαντασία των Σκιών καθώς εκείνες οδεύουν προς τα λαγούμια των ορυχείων. Οι υπαξιωματικοί ισχυρίζονται πως πρόκειται για κάποιο λησμονημένο αρχαίο φυτό που οι σπόροι του μεταλλάχτηκαν στο υπέδαφος και έγιναν ανθεκτικοί στην παγωνιά της Μητρόπολης.

Τίποτα το ανησυχητικό. Μην δίνετε σημασία στα γήινα, βιολογικά σφάλματα. Είναι καταδικασμένα. Δεν θα αντέξουν για πολύ ακόμα. Σπεύστε στις Στοές.

Σκίουροι, σκύλοι, πορτοκαλιές, βρύα, αντιλόπες, ελάφια, ακακίες, είναι μερικές μόνο από τις ονομασίες των κουφαριών που ξεπροβάλλουν κάτω απ’ τον θρυμματισμένο Παγετώνα. Ένας νεκρός, γυάλινος κόσμος. Μια εξόριστη ουτοπία, που κάποτε φυλακίστηκε στο ψύχος του σταματημένου χρόνου, τώρα επιστρέφει θριαμβευτικά στην επιφάνεια της Μητρόπολης. Τα κρυστάλλινα φαντάσματα τρομάζουν τους Βερναρδιανούς. Τα ολογράμματά τους τρεμοφέγγουν καθώς ξεστομίζουν με αμφιβολία τις νέες «βεβαιότητες» του Παρόντος.

Αλεπούδες, σπουργίτια, παπαρούνες, δέντρα, αράχνες, λύκοι. Η ποικιλία των πτωμάτων και οι όψεις τους ερεθίζουν και ξεμουδιάζουν τη μνήμη μου που ρουφά τις λέξεις και τις εικόνες σαν ξερό σφουγγάρι. Κάθε μέρα καινούριες ονομασίες ξεπηδούν απ’ τα έγκατα του Μεγάρου Συντονισμού της Παραγωγικότητας. Οι εκπομπές ψυχαγωγικής περίθαλψης είναι γεμάτες από οπτικοακουστικά αρχεία που αφορούν στις ταυτότητες των νεκρών πλασμάτων. Η Υπερφυλή αποπειράται να εξουδετερώσει την περιέργεια των Μαύρων Οικόσιτων, βομβαρδίζοντας τους εγκεφάλους μας με πληροφορίες. Τα δελτία ενημέρωσης θέλουν να μας πείσουν πως οι ρωγμές και η αποκάλυψη των κατεψυγμένων νεκροταφείων του παρελθόντος ήταν αναμενόμενα γεγονότα που δεν εξέπληξαν τους Βερναρδιανούς. Τα Πνεύματα επιμένουν πως τα πάντα είναι υπό έλεγχο. Ο Παγετώνας θα ορθωθεί ξανά, γκρίζος και αρραγής, ολισθηρός και αιώνιος. Η Τήξη θα εξουδετερωθεί. Αν αυτό συμβεί, είμαι σίγουρη πως θα μας στείλουν όλους στα Αναμορφωτήρια για να ξεφορτωθούν τις αναμνήσεις μας. Το Μεγαπρόγραμμα τρέφεται απ’ την αμνησία μας.

Κέρατα που στάζουν την πρωινή υγρασία. Φθαρμένοι γομφίοι με καταπράσινη χλόη σφηνωμένη στα ούλα. Αιχμηροί κυνόδοντες με λεκέδες αίματος και υπολείμματα σάρκας. Κοφτερά νύχια που κάποτε ακονίζονταν σε κορμούς δέντρων και στην πέτρα. Θανάσιμες παγίδες αραχνοΰφαντων ιστών. Μέλισσες που συνήθιζαν να μεθοκοπούν με τη γύρη ξεχασμένων λουλουδιών. Μα πάνω από όλα, μάτια. Μάτια καστανά και βαθιά. Αγνά και αθώα βλέμματα σαρκοφάγων θηρίων, στολισμένα με φωτογραφίες ουρανών. Τα φαντάσματα έχουν στοιχειώσει τη Μητρόπολη. Οι σκέψεις, οι φόβοι και οι ελπίδες των ζωντανών καθοδηγούνται απ’ τις μορφές τους.

Παράξενα οράματα ξεπροβάλλουν στα τοιχώματα των σηράγγων καθώς γυρεύω κοιτάσματα χαλαζία πάνω στα καρβουνιασμένα βράχια. Η μύτη του τρυπανιού στριφογυρνά μπλεγμένη σε πυρακτωμένα ρινίσματα κρυστάλλων. Η όψη των σπινθήρων ζεσταίνει τα σωθικά μου. Οραματίζομαι το γυμνό σώμα του Ινούκ. Πλαγιάζω δίπλα του απαλλαγμένη απ’ τον μαύρο μανδύα μου. Οι γωνίες, οι καμπύλες, τα χρώματα στα μάτια. Τα μαλλιά και το δέρμα, τα χέρια και τα πόδια μας μπλεγμένα. Η από κοινού εξερεύνηση των εαυτών μας φαντάζει πολύ πιο δελεαστική από την ανίχνευση κοιτασμάτων. Ένα αισιόδοξο ένστικτο ψιθυρίζει στον νου μου πως κάπως έτσι πεθαίνει ο Ενεστώτας των ορυχείων. Ύστερα απελπίζομαι. Η φαντασία μου είναι ευάλωτη. Τα οράματά της το βάζουν στα πόδια ακούγοντας το τρίξιμο των τροχών πάνω στις ράγες. Όλα χάνονται. Μονάχα τα καμιόνια απομένουν να πηγαινοέρχονται φορτωμένα στο τούνελ. Γδέρνω με τα νύχια μου τα ιζήματα πάνω στους γκρίζους πυριτικούς κρυστάλλους. Ζωγραφίζω το χνουδωτό πλάσμα των ονείρων μου και το ακούω να μουρμουρίζει την απόλαυσή του.

Ιδρώτας. Δεν είχα αγγίξει ποτέ τον ιδρώτα ενός άλλου σώματος. Δεν είχα ιδρώσει ποτέ γυμνή στο ψύχος της Στοάς 38. Οι στάλες κυλούν και σχηματίζουν μουτζούρες με το κάρβουνο στις επιδερμίδες μας. Χαϊδεύω το στήθος του ζωγραφίζοντας παγωμένα κουφάρια ζώων και απολιθωμένα δέντρα. Εκείνος χαϊδεύει τα μαλλιά μου. Διαπιστώνω πως τα ανθρώπινα χάδια δεν ακολουθούν τον μονότονο ρυθμό των βραχιόνων της κάψουλας. Ποτέ δεν απόλαυσα τους μηχανισμούς στοργής. Το μυαλό μου παραδινόταν σε μια αντίστροφη μέτρηση μέχρι το τέλος της διαδικασίας να σημάνει την απελευθέρωσή μου απ’ τους ιμάντες.

Η τριβή μεταξύ των δερμάτων μας με ανατριχιάζει ευχάριστα. Η αφή γίνεται τώρα η πιο ειλικρινής και ανυπότακτη αίσθηση. Είμαι έτοιμη να παραδοθώ στον λήθαργο, αδιαφορώντας για τα βαριά βήματα των ανδροειδών που ηχούν στη σήραγγα. Ο Ινούκ σέρνεται μακριά μου. Ο Ινούκ, ο χειριστής εκσκαφέα που ένωσε τη Στοά 38 με τη Στοά 33 για να με συναντήσει. Εκείνος που πριν από λίγο ήταν μέσα μου. Αυτός που αποτραβιέται απ’ την αγκαλιά μου και αρπάζει τις αρβύλες και τον μανδύα του.

Ντύσου γρήγορα, Μίρτα! Έρχεται περίπολος!

Ντύνομαι βιαστικά και απρόθυμα. Ο Ινούκ γαντζώνεται πάνω σε ένα καμιόνι. Καβαλά τη ράχη του και σκάβει ανάμεσα στα ορυκτά έναν λάκκο για να χώσει το σώμα του. Εξαφανίζεται κάτω από τους σωρούς των λιθαριών. Το καμιόνι απομακρύνεται. Ακολουθεί την προδιαγεγραμμένη τροχιά του και χάνεται. Η περίπολος καταφτάνει. Ο υπονούς λαμπυρίζει πάνω απ’ το κεφάλι μου σαν να έχει κολλήσει στην οροφή. Τα ρομπότ με κοιτούν αδιάφορα περιμένοντας τις εντολές του.

Συνέχισε και μην χασομεράς, με διατάζει ο Βερναρδιανός, εξετάζοντας το τούνελ που ενώνει τα δύο εργοτάξια.

Το Πνεύμα, ευτυχώς, εξακολουθεί να υποτιμά τη νοημοσύνη των πρωτευόντων θηλαστικών. Πιστεύει ακλόνητα πως βρίσκεται αντιμέτωπο με άλλο ένα βλακώδες, ανθρώπινο σφάλμα. Προστάζει δύο εργάτες να μπαζώσουν το «αυθαίρετο παρακλάδι» της σήραγγας. Έπειτα αποχωρεί πετώντας πάνω απ’ τα κεφάλια των ηλεκτρικών ακολούθων του που κυνηγούν το ολόγραμμα του Βερναρδιανού, διψασμένοι για νέες οδηγίες.