Γράφει ο Αργύρης Σταυρόπουλος*
Το πέρασμά μου απ’ τη ζωή σου, σαν πέρασμα ήταν από παλιό γεφύρι. Γεφύρι πετρόχτιστο από τα χέρια Λαγακαδιανών μαστόρων.
Με λουλούδια ν’ ανθίζουν εκεί που σμίγουν με το χώμα οι ξερολιθιές. Πέρναγα και ξαναπέρναγα απ’ όχθη σε όχθη και δεν χόρταινα.
Από κάτω το νερό μαύρο και απειλητικό κυλούσε με αφρούς και βουητό, με «γλυκομηλιές κι αδέλφια αγκαλιασμένα». Κι όμως ούτε μια στιγμή δεν φοβήθηκα.
Οι βάσεις του στεριωμένες γερά πάνω σε βράχια, σε καμάρες και σ’ ονόματα γυναικών μαστόρων και πρωτομαστόρων που στοίχειωσαν με τη ζωή τους το χτίσιμο του γεφυριού.
Στην κορυφή του τόξου κοντοστεκόμουν κάθε φορά και φώναζα όλα τα ονόματα μαζί σαν προσευχή και μετά ένα ένα σαν προσκλητήριο.
Αγνάντευα όλες τις κορφές που κυκλώνουν το τοπίο, πράσινες και χιονισμένες οι κοντινές, κι οι άλλες οι μακρύτερες «μ’ αντάρα κι Αναστασιές σε πύργους γυάλινους».
Την τελευταία φορά που ξαναπέρασα τίποτα δεν ήταν όπως παλιά.
Ξερό το ποτάμι, σταγόνα δεν κυλούσε. Αντιλαλούσαν την ηχώ κι αυτά τα βήματά μου. Έλατα και πεύκα άλλα ξερά κι άλλα καμένα.
Στην κορφή του τόξου όπως παλιά στάθηκα πάλι και διάβασα το προσκλητήριο.
Κι αυτό που έκανε τη θλίψη μου μεγαλύτερη ήταν που από τα θεμέλια βαθιά, σε κάθε όνομα που φώναζα άκουγα το «παρούσα».
———————————————————————————————————
* Ο Αργύρης Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Βασαρά Λακωνίας το 1965. Είναι μέλος του Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού. Ζει και εργάζεται στη Σπάρτη. Έχει εκδώσει το βιβλίο Συναντήσεις (79+1 Χαϊκού του Αργύρη Σταυρόπουλου συναντούν 1+79 σχέδια της Γεωργίας Μουρίκη). Ποιήματά του έχουν βραβευτεί σε πανελλήνιους διαγωνισμούς.





















