Χρώματα και Αρώματα

Χρόνος ανάγνωσης 6 ΄

xromata kai aromataΓράφει η Ματίνα Νίκα *

Η Ζαζή και η Νανή, που στα επίσημα χαρτιά αναφέρονται ως Πελαγία και Αδριανή και ως ετεροθαλείς αδελφές, κατοικούσαν μόνιμα στο Παρίσι.

Το όφειλαν στη μαμά τους αυτό, η οποία  αν και υπήρξε μούσα του υπαρξισμού με εξόχως ζουμερές καμπύλες και τα σουτιέν παρανάλωμα, διέθετε ταυτόχρονα κι ένα εξόχως τετράγωνο μυαλό.

Έτσι, λίγο μετά το Μάη του ’68 και πολύ πριν οι τιμές φτάσουν σε δυσθεώρητα  ύψη, η χυμώδης μαμά αγόρασε στο Marais ένα ευήλιο και ευάερο διαμέρισμα.  Η πολυκατοικία ήταν γωνιακή με είσοδο art nouveau και επιπλέον με ανελκυστήρα, κοινώς ascenseur.

(Το ονοματεπώνυμο της μαμάς αναφέρουν ολογράφως και ευδιακρίτως οι επίσημοι τίτλοι ιδιοκτησίας. Για αυτό το ίδιο όνομα ωστόσο οι κακές γλώσσες χρησιμοποιούν  κάτι γαλλικά συναξαριστά κι αλεξικογράφητα).

Τα κορίτσια της λοιπόν, παρ’ ότι δεν έμοιαζαν μεταξύ τους ήταν καλοκαμωμένα και εξασφαλισμένα. Ξανθιά και γαλανομάτα η Ζαζή και καθαρομελάχρινη η Νανή περνούσαν τους χειμώνες στην Πόλη του φωτός  και τα καλοκαίρια τους κάνοντας γενναία μακροβούτια στις μητρογονικές παραλίες και στη μητρική τους γλώσσα.

Η μικρή Ελένη, που κατοικούσε μόνιμα στο νησί, ποτέ δεν γνώρισε ούτε τον μπαμπά νούμερο ένα, ούτε και τον νούμερο δύο. Είχε όμως γνωρίσει έναν ωραίο κύριο με φαρδιές πλάτες και εξωλέμβιο πολλών ίππων που μαζί του η μαμά εξασκούνταν όλη τη μέρα στο θαλάσσιο σκι.

Τα βράδια, η Ελενίτσα η οποία σημειωτέον, ήταν εξόχως ζουμερή και φρέσκια, δεν ήξερε τι έκανε το μπρονζέ ζευγάρι, ήξερε όμως με βεβαιότητα ότι πολύ την είχαν συμπαθήσει.

Μεγάλωσε η Ελένη, μετακόμισε στο κλεινόν άστυ, αποφοίτησε επιτυχώς, χώρισε από τον τεταρτοετή της έρωτα και μοιραία το μεσογειακό της ταμπεραμέντο βρέθηκε σε αδιέξοδο. Βρήκε λοιπόν κι εκείνη με τη σειρά της ένα ρηξικέλευθο μεταπτυχιακό στο Παρίσι κι ένα καινούριο νόημα στη ζωή.

Οπότε μιαν αττική έναστρη νύχτα (αργά πολύ, για να είναι ακόμα πιο φτηνό το εισιτήριο) επιβιβάστηκε χωρίς πολλά-πολλά στο Magic Bus.

Είχε μονάχα μια βαλίτσα, μερικές πλάκες πράσινο σπιτικό σαπούνι και δυο μεγάλα μάτσα ρίγανη Μεθάνων. Είχε βέβαια και αρκετές αμφιβολίες που δεν ήθελε να πάρει μαζί της, εκείνες όμως την ακολουθούσαν πεισματικά όπου κι αν πήγαινε.

Στο Παρίσι, η Ζαζή, η Νανή, η μαμά τους κι ο ευρύστερνος κύριος απέδειξαν έμπρακτα τη γαλατική τους ευγένεια. Της παραχώρησαν χωρίς δεύτερη κουβέντα ένα ολόκληρο δωμάτιο με θέα στην place des Vosges κι ένα ολόκληρο σετ κλειδιά από ροζ ανοξείδωτο χάλυβα.

Ξεκίνησαν εκείνον τον Οκτώβρη που έβρεχε μονότονα τα πρωινά μαθήματα, ξεκίνησε και η απογευματινή εργασία στο μαγαζάκι της οδού des Archives.

«Εσείς δεσποινίς με τα αχτένιστα μαλλιά στο βάθος, δεν έχετε να μας πείτε τίποτα περισσότερο για την Παριζιάνα;»

Ο καθηγητής με το λακκάκι στο πηγούνι και το σκουλαρίκι στο αριστερό αυτί την κοιτούσε με ευδιάκριτη ειρωνεία από την πρώτη κιόλας στιγμή.

«Τίποτα περισσότερο δεν έχετε να μας πείτε εσείς, η Ελληνίδα, για τις τοιχογραφίες της Κνωσού;»

Η δεσποινίς Ελένη που ήταν ιδιαίτερα περήφανη για την καταγωγή της, ένιωθε να βυθίζεται στον πυρήνα  του Λαβύρινθου κάθε φορά που ο monsieur le professeur της απηύθυνε το λόγο.

Οι Γάλλοι απευθύνονται πάντα στον πληθυντικό, πάντα γνωρίζουν κάτι περισσότερο κι έχουν πάντα μιαν ένρινη αυταρέσκεια στη φωνή τους και τους τρόπους τους. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα με εκείνο το παριζιάνικο «ερ» που κανείς άλλος εκτός από τους αυτόχθονες δεν μπορεί να προφέρει σωστά. Εκείνο τον ουρανικό ήχο, που αλύπητα γρατζουνάει την αξιοπρέπεια κάθε αλλοδαπού συνομιλητή, τονίζοντας στην λήγουσα την ελάχιστη έστω αδυναμία του.

Τα μουντά, βροχερά απογεύματα και μέχρι το μαγαζάκι της οδού des Archives να κατεβάσει ρολά οι baguettes και τα batards σερβίρονταν ελαφρώς πιο μουσκεμένα και λίγο πιο αλμυρά από όσο απαιτεί η παλιά καλή συνταγή. Εκείνο το φθινόπωρο στο Παρίσι ήταν το πιο υγρό και θλιβερό φθινόπωρο που είχε ζήσει, αλλά για τα δάκρυα της Ελένης δεν έφταιγε η νοσταλγία.

Όταν ο κύριος καθηγης τής ζήτησε μια baguette με τυρί chèvre èvre  και παπαρουνόσπορο,  παρατήρησε η Ελένη τα σημάδια από την εφηβική ακμή στο πρόσωπό του. Είπε και τα μακριά, ευλύγιστα δάχτυλά του, κιτρινισμένα από τη νικοτίνη, σχεδόν καφέ, όπως τα φλούδια της πατάτας και  τα ηλιοτρόπια στους πίνακες του Van Gogh.

«Για την Παλαιολόγεια τέχνη που πυροδότησε και επηρέασε το Αναγεννησιακό πνεύμα στη ζωγραφική, τι έχετε να μας πείτε mademoiselle;»

Αν και εξακολουθούσε να βρίσκεται στα έγκατα, αναδεύτηκε για λίγες στιγμές η Ελένη. Πρώτα μάσησε τα μαλλιά της. Μετά μάσησε τα νύχια της, τα μάτωσε. Ύστερα ξεροκατάπιε, ανοιγόκλεισε το στόμα της και τελικά δεν άρθρωσε λέξη.

Στο επόμενο ρεπό η Ζαζή της έκανε δώρο μια ολόκληρη περιποίηση: κούρεμα, χτένισμα και mèches.Και η Νανή της έκανε δώρο το μανικιούρ και το πεντικιούρ, γαλλικό φυσικά, δεν πίστευε στα μάτια της η Ελέν όταν κοιτάχτηκε στον καθρέφτη του φημισμένου salon de beauté.

Στην επόμενη του επίσκεψη στο μικρό ταχυφαγείο, είδε το χρώμα των ματιών του. Πράσινο του νερού το λένε όσοι ασχολούνται με τη ζωγραφική ή έστω αυτοί που ασχολούνται με την ιστορία της Τέχνης.

Έξω έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα, η φτηνή μάσκαρα κύλησε αργά ως τις άκρες των χειλιών, ήταν ένα ρυάκι μαύρο ή μάλλον βιομηχανικό γκρίζο με γεύση από σκουριασμένο μέταλλο. Πασαλείφτηκε, δεν μπορούσε να σκουπιστεί, αντί να κόψει με το μαχαιράκι το ψωμί έκοψε βαθιά το δάχτυλό της, μάτωσε, μάτωσε πολύ.

Ένα μαντίλι σα γομολάστιχα ακούμπησε ξαφνικά το μάγουλό της, μόνο οι Γάλλοι ξέρουν να ταμπονάρουν σωστά, φορούσε μανικετόκουμπα από ανοξείδωτο χάλυβα, μύριζαν κίτρο και άφιλτρο καπνό τα μακριά του δάχτυλα, μισάνοιχτα και τα δικά του χείλη. Κίτρινα ήταν και τα δόντια του, ή μάλλον υποκίτρινα, έτσι το λένε αυτό το χρώμα όσοι ασχολούνται με την Ιστορία της Τέχνης.

«Θα το πάρω όπως είναι δεσποινίς, μη φτιάξετε άλλο, ευχαριστώ».

Δηλαδή merci, δηλαδή γιατί; Pourquoi; Τί δεν ήξερε πάλι, τί έπρεπε να πει, σε ποια γλώσσα έπρεπε να απαντήσει, σε ποια ερώτηση;

Έξω είχε σταματήσει να βρέχει.

«Για τον μανιερισμό του Ελ Γκρέκο ποια είναι η δική σας άποψή δεσποινίς;»

«Νομίζω πως την εξαντλήσαμε αυτή τη συζήτηση κύριε καθηγητά. Μπορώ όμως να σας πω την άποψή μου για τον ουμανισμό και τη νεοπλατωνική θεώρηση στο έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου. Διότι αυτό είναι το πραγματικό όνομα του παγκοσμίου βεληνεκούς Έλληνα ζωγράφου».

Την κοίταξαν με θαυμασμό. Κανείς άλλος μέσα στην αίθουσα διδασκαλίας δεν μπορούσε να προφέρει σωστά το «δέλτα» και το «θήτα».

Δεν μπήκε πολύς κόσμος στο μαγαζάκι το βράδυ, το αφεντικό την έδιωξε νωρίτερα από ότι συνήθως, μαζί με το βδομαδιάτικο της έσκασε κι ένα διάπλατο χαμόγελο. Της έσκασε και μια μικρή τσιμπιά στα πισινά.

«Πολύ έχετε ομορφύνει τον τελευταίο καιρό Ελέν, τούτη η κουπ σας πήγε περίφημα, έτσι να τα χτενίζετε τα μαλλιά σας από δω και μπρος. Και το Σάββατο να μην έρθετε. Δέχτηκε τελικά η Υβόν να κάνει τη βάρδιά σας».

Στο γωνιακό διαμέρισμα την περίμεναν και τα δυο κορίτσια με τη μαμά τους και τον γυμνασμένο πατριό τους. Την περίμενε επίσης ένα καινούριο, υπέροχο ροζ παλτό με άψογα μεταξωτά φινιρίσματα κι ένα καινούριο σετ με είδη μακιγιάζ. Και τα δυο με υπογραφή πασίγνωστη, βαρυσήμαντη.

«Έχεις τα γενέθλιά σου σήμερα, μάλλον εσύ το ξέχασες, εμείς όμως όχι».

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν η μαμά μπήκε ελαφροπατώντας στο δωμάτιό της. Η Ελένη, όπως συνέβαινε κάθε νύχτα από τότε που ήρθε στο Παρίσι δεν είχε ύπνο. Είχε όμως επιμελώς μακιγιαριστεί και είχε φορέσει το ακριβό της απόκτημα πάνω από τις πιτζάμες. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού καπνίζοντας με την μπαλκονόπορτα μισάνοιχτη και με θέα την place des Vosges. Έκανε κρύο.

«Το παλτό και τα καλλυντικά ήταν τα δώρα των άλλων».

Έκλεισε η μαμά τη μπαλκονόπορτα, τράβηξε τις κουρτίνες και άναψε το art nouveau πορτατίφ πάνω στο κομοδίνο. Άλλαξαν αμέσως οι σκιές  μέγεθος και πυκνότητα. Κινήθηκε νωχελικά μα αποφασιστικά προς το κέντρο της κάμαρας.

«Τώρα θα σου δώσω το δικό μου δώρο κορίτσι μου».

Και το δικό της χαμόγελο ήταν διάπλατο.

«Εγώ Ελένη, δε θα σε μάθω πώς να ντύνεσαι, αλλά πώς να γδύνεσαι».

Το Σάββατο είχαν κλείσει τραπέζι στο εστιατόριο του Τζο. Η ατμόσφαιρα γεμάτη ζωντάνια στο ξακουστό διατηρητέο, μουσικές τσιγγάνικες ή σεφαραδίτικες, από το διπλανό τραπέζι ένας ραβίνος με τα στριφτά μπουκλάκια του κι ένα βιολί τους έπιασε την κουβέντα λες και ήταν παιδικοί φίλοι.

Στους τοίχους από το ύψος των καρεκλών και πάνω, ζωγραφιές με την τεχνοτροπία του Marc Chagall, θυμήθηκε τον ήλιο του νησιού της, τα μεσημέρια τα γυμνά στο ακρογιάλι, τη μυρωδιά των πεύκων και του Λεμονοδάσους.

Ένιωσε μετά από πολύ καιρό σαν το σπίτι της. Μια θέρμη νοτιοανατολική να χαϊδεύει το λαιμό και τους ώμους της, το φως και το γαλάζιο του Αιγαίου να πλημμυρίζουν ολόκληρο το κορμί της, το κορμί της ολόκληρο πάλι να ανασαίνει ελληνικά κι ελεύθερα.

Ένιωσε και πάλι να την πλημμυρίζει μια ακόμα μυρωδιά. Μια μυρωδιά γνώριμη και ξένη, άφιλτρου πόθου κι αρσενικού καπνού μυρωδιά. Σαν ένα λιβάδι από παπαρούνες που το ζεσταίνει την Άνοιξη ο Έλληνας ήλιος.

Μια στιβαρή παλάμη με μακριά, ευλύγιστα δάχτυλα τυλίχτηκε απαλά γύρω από το δικό της χέρι.

Άκουσε μια φωνή αντρίκεια και δροσερή με μια αμυδρή ένρινη αυταρέσκεια που προσπαθούσε με τη γλώσσα αυτό που τόσο καλά ξέρουν οι Γάλλοι να κάνουν με τα φιλιά.

«Έλα μαζί μου Belle Hélène. Έχω πολλά περισσότερα να σου πω. Και να σου δείξω. Ωραία Ελένη»

 

————————-

* Η Ματίνα Νίκα γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Έχει  πτυχίο Γαλλικής φιλολογίας κι έχει φοιτήσει και στη σχολή ξεναγών. Αγαπά πολύ το διάβασμα και τη συγγραφή. Αγαπημένο της μυθιστόρημα είναι «Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Τα κείμενά της βρίσκονται στη σελίδα της στο facebook.