Επιμέλεια – Μετάφραση: Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγος, MA, υπ. διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου

Συγγραφέας: Lisa Firestone, Ph.D

Παρακολούθησα πρόσφατα τον 11χρονο ανιψιό μου να παίζει μπάσκετ στο τοπικό πρωτάθλημα. Καθώς απολάμβανα τη θέα του προσφάτως γυαλισμένου γηπέδου, των  διαιτητών, του φωτισμένου πίνακα αποτελεσμάτων και των ζωντανών buzzers, δεν μπορούσα παρά να σκεφτώ πόσο μεγάλωσε ο ανιψιός μου και η ομάδα του. Μπροστά στα μάτια μου, ανεξάρτητοι, λάμβαναν οδηγίες από τον προπονητή τους, κουβέντιαζαν με τους διαιτητές και έπαιζαν με δεξιοτεχνία και τεχνική. Μέχρι που συνέβη το απρόοπτο. Ένα από τα παιδιά δέχτηκε μια αγκωνιά κατά λάθος, όπως και πολλά άλλα παιδιά σε όλη τη διάρκεια του αγώνα. Το αγόρι φάνηκε να πονάει, σταμάτησε το παιχνίδι και  έκρυψε το πρόσωπό του, μάλλον κλαίγοντας. Ξαφνικά μια μητέρα σε έξαλλη κατάσταση ξεπήδησε από τις κερκίδες και διέσχισε τον αγωνιστικό χώρο, «οπλισμένη» με πουλόβερ και κάποιο ισοτονικό ποτό. Στράφηκε καθησυχαστικά στο πλήθος των έκπληκτων γονέων και σε μια έντονη κίνηση «έχωσε» το γιο της στην αγκαλιά της. Το αγόρι έδειξε να εκπλήσσεται από αυτή την κίνηση και απομακρύνθηκε. Αμέσως συνήλθε και στο πρόσωπό του η γκριμάτσα του πόνου έδωσε τη θέση της στο κοκκίνισμα από ντροπή.

Ως γονείς, έχουμε μια εγγενή επιθυμία να προστατεύσουμε και να παρέχουμε το καλύτερο στα παιδιά μας. Ωστόσο, κάποια στιγμή πρέπει ν’ αναρωτηθούμε μήπως κάνουμε υπερβολικά πολλά γι’ αυτά. Πότε οι πράξεις μας ξεπερνούν τα όρια της παροχής ασφάλειας και υποστήριξης και φθάνουν στο να τα φέρνουμε σε αμηχανία; Η έλλειψη συγχρονισμού στις πράξεις της συγκεκριμένης μητέρας φάνηκε ξεκάθαρα από την αδυναμία της να συγκρατηθεί αλλά και από τα παράξενα  αντικείμενα που επέλεξε να φέρει μαζί της για ν’ ανακουφίσει το γιο της, του οποίου ο ασήμαντος τραυματισμός είναι απίθανο να τον έκανε να διψάει ή να κρυώνει. Παρ’ όλα αυτά, είμαστε όλοι ένοχοι για ήπιες ή ακραίες πράξεις υπερπροστασίας και υπερβολικής άσκησης των γονικών μας καθηκόντων που μπορεί να αποδειχθούν επιβλαβείς για την ανάπτυξη ενός παιδιού.

Όταν υποθέτουμε ότι τα παιδιά μας χρειάζονται περισσότερα από αυτά που έχουν στ’ αλήθεια ανάγκη, υπονομεύουμε τις ικανότητες τους και την αυτοεκτίμησή τους.

Αυτό το παρατήρησα πρώτη φορά όταν πήγα την τετράχρονη κόρη μου σ’ ένα μάθημα χορού. Μόλις φτάσαμε, άλλαξε τα ρούχα της με χαρά, έβγαλε τα παπούτσια της και μετά μου ζήτησε να της φτιάξω μια αλογοοουρά πριν φύγει χοροπηδώντας για να μπει στην τάξη. Λίγες στιγμές αργότερα, μια συμμαθήτριά της έφθασε μέσα σε καροτσάκι αγκαλιά με το κουβερτάκι της με την πιπίλα στο στόμα. Ο πατέρας της τη βοήθησε να βγει από το καροτσάκι, της έβγαλε τα παπούτσια, τη διαβεβαίωσε ότι η προσωπική της τσάντα με λιχουδιές θα την περίμενε εκεί σε περίπτωση που πεινούσε, και τότε εκείνη μπήκε χοροπηδώντας στην τάξη. Εκείνη την ημέρα η κόρη μου παραπατούσε σε κάθε νέο βήμα που διδασκόταν στην τάξη της, ενώ το άλλο κορίτσι περιστρεφόταν στην τάξη με τη χάρη και τη δεξιοτεχνία επαγγελματία. Όταν επέστρεψε στον πατέρα της έκλαψε και ζήτησε την πιπίλα και τις λιχουδιές της.

Η σκηνή μου θύμισε ότι ως γονείς συχνά αποτυγχάνουμε ν’ αναγνωρίσουμε στα παιδιά μας πόσο ικανά είναι. Μικρές πράξεις όπως να τα σπρώχνουμε στο καρότσι αντί να τα αφήνουμε να περπατήσουν ή να τους δίνουμε μια λιχουδιά πριν ακόμα νιώσουν πείνα, τα διδάσκουν να πιστεύουν ότι έχουν ανάγκη περισσότερα από όσα χρειάζονται. Η πρόσφατη στροφή της κοινωνίας στην προσεκτική ανατροφή έχει τα πλεονεκτήματά της. Τα παιδιά είναι άνθρωποι, και τους αξίζει να ακούγεται η φωνή τους στο σπίτι τους. Οι γονείς θα πρέπει πάντοτε να προσπαθούν να συμπεριφέρονται στα παιδιά τους με σεβασμό, ενδιαφέρον και τρυφερότητα. Παρ’ όλα αυτά, η τάση των γονέων – ελικοπτέρων, έχει φτάσει στα άκρα κι εξαιτίας αυτού η προσεκτική ανατροφή βλέπουμε πως έχει και τα μειονεκτήματά της.

Ανάμεσα στα αποτελέσματα μιας έρευνας του PewResearchCenterπου δημοσιεύτηκε το  2011, είναι το εύρημα ότι 40% των νέων ηλικίας 18 έως 24 ετών μένουν με τους γονείς τους και δηλώνουν ότι δεν επέστρεψαν στο σπίτι λόγω οικονομικής δυσχέρειας. Οι νεαροί ενήλικες που μετακομίζουν και ύστερα επιστρέφουν στο πατρικό τους, είτε το κάνουν για οικονομικούς λόγους είτε όχι, έχουν γίνει γνωστοί ως η γενιά Boomerang. Παρ’ όλο που οι αιτίες αυτής της συμπεριφοράς είναι εν μέρει κοινωνικές και οικονομικές, προσωπικά πιστεύω  ότι έχει σημασία να διερευνήσουμε με ποιο τρόπο η ανατροφή των παιδιών μας μπορεί να παίζει κάποιο ρόλο στην έλλειψη αυτονομίας που δείχνουν στην ενήλικη ζωή.

Πολλοί γονείς είναι πρόθυμοι να υπερβούν τους εαυτούς τους για να φροντίσουν τα παιδιά τους και να υπερκαλύψουν κάθε τους ανάγκη. Έπειτα εκπλήσσονται ή απογοητεύονται όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και δεν καταφέρνουν να φροντίσουν τους εαυτούς τους. Όταν κάνουμε υπερβολικά πολλά για τα παιδιά μας, τα διδάσκουμε να εξαρτώνται από εμάς. Η ανάπτυξη είναι από τη φύση της μια σειρά από εμπειρίες απογαλακτισμού για τα παιδιά. Από τη στιγμή που γεννιέται ένα παιδί, φεύγει από τη θαλπωρή και την ασφάλεια της μήτρας της μητέρας του. Μαθαίνοντας πώς να ικανοποιεί τις ανάγκες του πρώτα με τη βοήθεια των άλλων και μετά μόνο του είναι όχι μόνο απαραίτητη δεξιότητα για την επιβίωσή του αλλά και για την ψυχολογική του ευημερία.

Επίσης, πολλοί γονείς τείνουν να επιβραβεύουν τα παιδιά τους για ν’ αυξήσουν την αυτοεκτίμησή τους. Ενώ η αναγνώριση των θετικών γνωρισμάτων των παιδιών μας είναι υγιής και ωφέλιμη στην ανάπτυξή τους, το να τους προσφέρουμε επαίνους άνευ λόγου και αιτίας μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Μια έρευνα έδειξε ότι τα παιδιά που επιβραβεύονταν για ασήμαντες ή ακατάλληλές πράξεις δεν ωφελούνταν από τους επαίνους. Αντιστρόφως, η αναγνώριση που προσφέρεται στα παιδιά για πραγματικά χαρακτηριστικά είχε θετικά αποτελέσματα στην αυτοεκτίμησή τους.

Οι αβάσιμοι έπαινοι αφήνουν τα παιδιά να πιστεύουν ότι είναι απαραίτητο να είναι εξαιρετικοί συνεχώς για να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις προσδοκίες αντί να αισθάνονται ότι είναι επαρκείς όπως ακριβώς είναι. Μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να αποκτήσουν μια αληθινή αίσθηση του εαυτού τους αν τους προσφέρουμε αγάπη και τρυφερότητα, ενώ τα εξοπλίζουμε με δεξιότητες που θα τους βοηθήσουν να αισθάνονται ικανά.

Ένας χρήσιμος τρόπος να το επεξεργαστούμε αυτό είναι να φανταστούμε ότι πηγαίνουμε τα παιδιά μια βόλτα στο πάρκο. Κατά πόσο τα αφήνετε να παίζουν και να εξερευνούν ανεξάρτητα από εσάς;

Σε ποιο βαθμό παρεμβαίνετε και κατευθύνετε τη συμπεριφορά τους; Μήπως είστε υπερβολικά προσεκτικοί σε σχέση με την ασφάλειά τους; Μήπως ενισχύετε τους φόβους τους έναντι της ανθεκτικότητάς τους;

Το παράδειγμα με τη βόλτα στο πάρκο μπορεί να χρησιμεύσει ως μια καλή μεταφορά για τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Ένας γονέας θα πρέπει να αποτελεί μια ασφαλή βάση από την οποία το παιδί εξερευνά τον κόσμο. Στο πάρκο, μπορούμε να τα αφήσουμε να δράσουν ανεξάρτητα καθώς γνωρίζουν ότι θα είμαστε εκεί να τα βοηθήσουμε, να τα υποστηρίξουμε και να τα καθοδηγήσουμε προς τη δική τους μοναδική περιπέτεια. Μπορούμε να τα στηρίξουμε όταν μας χρειαστούν και να κάνουμε πίσω όταν δεν μας χρειάζονται. Με αυτό τον τρόπο, επιτρέπουμε στα παιδιά μας να βιώσουν τα ίδια τον κόσμο.

Συχνά οι λόγοι για τους οποίους είναι δύσκολο ν’ αφήσουμε τα παιδιά μας να εξερευνήσουν και ν’ αναπτύξουν την αυτονομία τους έχουν να κάνουν περισσότερο μ’ εμάς και λιγότερο με τα ίδια τα παιδιά μας.

Ως γονείς, είναι πολύτιμο να έχουμε υπόψη μας πότε χρησιμοποιούμε τα παιδιά μας για να ικανοποιήσουμε τις δικές μας ανάγκες.

Πόση από την ανάγκη μας να τα προστατεύσουμε πηγάζει από τα ίδια; Και πόση πηγάζει από τη δική μας ανάγκη να είμαστε οι προστάτες; Πόσο συχνά οι αγκαλιές που τους δίνουμε ως ένδειξη τρυφερότητας δεν είναι παρά δική μας ανάγκη για τρυφερότητα;

Μεγάλο μέρος του να είναι κάποιος γονέας αφορά στο πώς νιώθει ο ίδιος για τον εαυτό του. Όπως έχει πει η ψυχολόγος και συγγραφέας του PatLove, το καλύτερο πράγμα που μπορούν να κάνουν οι ενήλικες ως γονείς είναι ν’ αναζητήσουν τρόπους να πάρουν οτιδήποτε χρειάζονται από άλλους ενήλικες και όχι από τα παιδιά τους. Τα παιδιά μας πρέπει να είναι καλύτερες, πιο εξελιγμένες, και πιο πλήρεις εκδοχές του εαυτού μας σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής μας ώστε να νιώσουν ασφαλείς στη δική τους ζωή. Με αυτό τον τρόπο, μπορούν  να μας μιμηθούν και να μάθουν από εμάς χωρίς να νιώθουν ότι πρέπει να γεμίσουν τα κενά που έχουμε εμείς στη δική μας ζωή.

Όταν εκχωρούμε στα παιδιά μας πάρα πολλή δύναμη, αρχίζουμε να συμπεριφερόμαστε σαν να είμαστε θύματά τους αντί για δάσκαλοι, φροντιστές και πρότυπα συμπεριφοράς που χρειάζεται να είμαστε. Υπερβολικά υποχωρητικοί, τα επαινούμε υπερβολικά, τα ενθαρρύνουμε να παραμείνουν μωρά και με αυτόν τον τρόπο τα πιέζουμε να γίνουν τέλεια ενώ υπονομεύουμε την ευτυχία τους. Οι κενές περιεχομένου πράξεις που θεωρούμε λανθασμένα ότι είναι φροντίδα δεν είναι παρά υποκατάστατα της αληθινής αγάπης και ακόμα χειρότερα, μορφές κακοποίησης. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι πολλά από τα παιδιά που θεωρούμε κακομαθημένα είναι επίσης ανικανοποίητα και δυστυχισμένα. Η πιο αληθινή απόδειξη μιας σωστής ανατροφής είναι να βλέπουμε το παιδί μας ν’ αναπτύσσεται σωστά, να ενδιαφέρεται για τον κόσμο γύρω του, να μαθαίνει νέες δεξιότητες, να βρίσκει ικανοποίηση και να νιώθει καλά με τον εαυτό του/της.

Εκείνο που μπορούμε να προσφέρουμε ως γονείς είναι αγάπη, ασφάλεια, υποστήριξη, καθοδήγηση, ένα ισχυρό αίσθημα ασφάλειας ώστε τα παιδιά μας να ξεκινήσουν με αυτοπεποίθηση και ανεξαρτησία να γνωρίσουν τον κόσμο.

Πηγή: www.psychologytoday.com