Το κίτρινο φίδι

Γράφει η Τζένη Μανάκη*

Νύχτα. Το φεγγάρι έστελνε το χλωμό φως του ανάμεσα από τις δαντελένιες κουρτίνες που η σκιά τους αποτυπωνόταν σαν εμπριμέ ταπετσαρία στον απέναντι τοίχο. Ξάγρυπνη από ώρα βημάτιζα πάνω στο δύσβατο μονοπάτι του χρόνου ανακαλώντας μνήμες, όπως συμβαίνει συνήθως τις γενέθλιες μέρες και νύχτες. Κάτι τέτοιες νύχτες, κυρίως, χτίζονται γέφυρες πάνω στα απόνερα του χρόνου ανάμεσα στην παιδική ηλικία και σ’ αυτό που είμαστε σήμερα. Μια παράξενη ψύχρα μ’ έκανε να κουλουριαστώ σαν έμβρυο. Λαχταρούσα να βυθίσω το σώμα μου μέσα στο θερμό υγρό μιας μήτρας που με απέρριψε. Το πρόσωπό της δεν είχε χαρακτηριστικά, μόνο η σκιά του σώματός της αποτυπωνόταν πάνω στο σκληρό χώμα και τις αιχμηρές πέτρες που πλήγωναν τα γυμνά πόδια μου. «Για τις πληγές που ντρέπεσαι δεν έχει γιατρειά», μου ψιθύρισε. Ούτε γι’ αυτές που προκάλεσες, σκέφθηκα, αλλά δεν της το είπα, για να μη ταράξω τα ολιγοσύχναστα, τελματωμένα νερά που τις είχα βυθίσει. Μετρούσα τα λουλούδια της δαντέλας σε μια προσπάθεια να αποθέσω το κορμί μου στην ανυπαρξία, όπως κάποιοι μετρούν προβατάκια. Κάποτε το μέτρημα λειτούργησε.

Ήμουν λέει, σ’ εκείνο το σπίτι, με τα μεγάλα παράθυρα, που έβλεπαν στον περιφραγμένο κήπο με την πανέμορφη ροδιά στο κέντρο του. Καθόμουν στην ξερολιθιά της που την απομόνωνε από τα υπόλοιπα δέντρα κι έπαιζα με την πάνινη κούκλα μου. Πότε πότε σηκωνόμουν, έβρεχα τα χέρια μου στον ασθενικό πίδακα που ξερνούσε το νερό του στην μαρμάρινη γούρνα, την περιτριγυρισμένη από πεθαμένα νυχτολούλουδα, κι έπλενα το πρόσωπο της κούκλας. Το μελανί μολύβι με το οποίο ήταν χαραγμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της είχε απλώσει από την υγρασία. Το άσπρο πανί είχε γίνει μοβ κι εκείνη δεν έμοιαζε πια με παιχνίδι, θύμιζε φάντασμα. Φοβήθηκα, την πέταξα κάτω και φώναζα για βοήθεια τη μαμά που δεν μ’ άκουγε. Δρασκέλισα τα σκαλοπάτια της εισόδου, κι έτρεξα να προστατευτώ μέσα στο σπίτι βροντώντας με δύναμη την πόρτα. Φώναξα πάλι «μαμά, μαμάαα», αλλά εκείνη δεν απαντούσε.

Άκουσα φωνές, ανέβηκα τα δύο σκαλιά που χώριζαν το σαλόνι από τα υπνοδωμάτια. Πόρτες κλειστές. Προσπάθησα να προσδιορίσω από που ερχόταν. Σηκώθηκα στις μύτες των ποδιών μου, έπιασα το πόμολο και κατάφερα ν’ ανοίξω την πόρτα της κρεβατοκάμαρας των γονιών μου. Ο μπαμπάς και η μαμά δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία μου, συνεπαρμένοι από αυτά που έλεγαν μεταξύ τους. Φώναζαν ο ένας στον άλλο, όπως έκανα εγώ με την φιλενάδα μου την Μένη, όταν τραβούσε από τα μαλλιά την κούκλα μου, για να μου την πάρει. Κάθισα και τους κοίταζα, είχε και ο μπαμπάς κούκλα που την λέγαν κάτι σαν «Αξιοπρέπεια» και του την πήραν; «Έχασα εγώ τη δικιά μου», φώναζε και η μαμά, έκλαιγε δυνατά και δεν καταλάβαινα τι έλεγε μέσα στ’ αναφιλητά της. «Παρ’ τα όλα πίσω» του είπε, αλλά δεν του έδωσε καμία κούκλα, του πέταξε ένα δαχτυλίδι κι εκείνος το πήρε και το εκσφενδόνισε έξω από το παράθυρο, σκέφθηκα ότι θα χτύπησε πάνω στο κεφάλι της κούκλας μου, που δεν ήταν πια κούκλα αλλά φάντασμα, και ήλπισα να το σκότωσε. Έτσι σταμάτησα να το φοβάμαι.

Η μαμά μέσα στ’ αναφιλητά της, φώναζε λέξεις που δεν καταλάβαινα και ο μπαμπάς θύμωσε περισσότερο «Θα πάρω το παιδί και θα φύγω», είπε. Τότε η μαμά σταμάτησε να κλαίει, σηκώθηκε θυμωμένη και την είδα που κρατούσε ένα μαχαίρι στο χέρι της, απειλητικά σαν να ήθελε να κόψει μ’ αυτό τον μπαμπά, όπως έκοβε το κρέας για να μας το σερβίρει. Φοβήθηκα πιο πολύ απ’ ότι με την κούκλα – φάντασμα και άρχισα να τσιρίζω. Η μαμά γύρισε, με κοίταξε και πέταξε το μαχαίρι. Ο μπαμπάς με άρπαξε στην αγκαλιά του κι άρχισε να τρέχει. Πέρασε μπροστά από το συντριβάνι, έσκυψε, πήρε μαζί του την πάνινη κούκλα, δεν ήξερε ότι είχε γίνει φάντασμα, και βγήκε από τη σιδερένια εξώπορτα που έκανε ένα τρομαχτικό θόρυβο καθώς ξανάκλεινε. Κουλουριάστηκα πάνω του κι έκρυψα το πρόσωπό μου στον ώμο του. Σταμάτησε να τρέχει κι εγώ ξεθάρρεψα και σήκωσα το πρόσωπό μου να δω που βρισκόμασταν. Τότε το είδα και πήρα την μεγαλύτερη τρομάρα στη ζωή μου. Ένα μεγάλο κατακίτρινο φίδι ερχόταν κατά πάνω μας. Έκρυψα πάλι το πρόσωπό μου στον ώμο του, κι εκείνος μ’ έσφιξε πιο δυνατά πάνω στην αγκαλιά του. Ένιωσα ασφάλεια και τόλμησα να το κοιτάξω. Ήταν φοβερό, τεράστιο. Ο μπαμπάς προσπάθησε να το αποφύγει, αλλά εκείνο όλο και μας ζύγωνε. Του πέταξε την κούκλα για να του αποσπάσει την προσοχή, αλλά εκείνο κατάλαβε ότι ήταν φάντασμα, έκανε σαν να μην την είδε κι όλο μεγάλωνε κι ερχόταν απειλητικά κατά πάνω μας.

Ξαφνικά ο μπαμπάς χάθηκε, εγώ έγινα αναπάντεχα μεγάλη, κι έμεινα μόνη μου στο δρόμο μπροστά στο ανοιχτό στόμα του φιδιού που είχε περιφρονήσει την κούκλα, και στόχευε εμένα. Τσίριξα με όλη μου τη δύναμη για να μ’ ακούσει η μαμά, που πάλι δεν μ’ άκουσε, ποτέ ξανά, και τότε ξύπνησα από την ίδια μου τη φωνή, καταϊδρωμένη με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.

Ανακάθισα στο κρεβάτι μου κι είδα ακόμη τις χλωμές ακτίνες του φεγγαριού να διαπερνούν την δαντελένια κουρτίνα. Άναψα το φως, ήπια δυο γουλιές νερό και ξέσπασα σε γέλια καθώς θυμήθηκα πως το φίδι είχε το χρώμα της τεράστιας ομελέτας που έφαγα αργά τη νύχτα, για να γιορτάσω μόνη, τη μέρα των γενεθλίων μου.

——————————————–

*Η Τζένη Μανάκη εργάστηκε ως συντάκτρια και μεταφράστρια σε εφημερίδα και το δημόσιο. Δημοσιεύει από μακρού σε εφημερίδες και περιοδικά κείμενά της, «βιβλιοκριτικές» και διηγήματα. Το «Μικρές και μεγάλες ΠΡΟΔΟΣΙΕΣ» είναι το πρώτο μυθιστόρημά της που εκδόθηκε και το «Η σκιά της αμφιβολίας» το δεύτερο.