Από τον Γιώργο Σταμούλο, MSc Συνθετική Συμβουλευτική και Ψυχοθεραπεία-Διδακτικό προσωπικό σχολής Ψυχολογίας Mediterranean College

Έναρξη συνεδρίας: «Ανησυχώ διαρκώς για το τι θα γίνει με τη δουλειά μου». «Ασχολούμαι συνέχεια με το κινητό μου και περνάω χαζά την ώρα μου». «Νιώθω το σώμα μου σε μια διαρκή εγρήγορση, όχι ιδιαίτερα ευχάριστη».

Τέλος συνεδρίας: «Ναι η μητέρα μου, έφερνε αρκετά «πρέπει» στην επικοινωνία και τη σχέση μας».

Αυτά είναι πραγματικά αποσπάσματα από μία συνεδρία συμβουλευτικής. Πως όμως συνδέονται μεταξύ τους; Τι μεσολάβησε για να φτάσει η συζήτηση από την ανησυχία που προκαλεί η παρούσα κατάσταση, στη σχέση με τη μητέρα του πελάτη*;

*Στο κείμενο όπου αναφέρεται πελάτης ή θεραπευτής, δεν είναι προσδιοριστικό του φύλου. Μόνο για λόγους πρακτικότητας και συνήθειας οι λέξεις αυτές γράφονται σε αρσενικό γένος.

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι η επιστημονική, μεθοδολογική ανάλυση της συνεδρίας. Περισσότερο, αποτελεί μια βιωματική καταγραφή της ψυχικής, συναισθηματικής και γνωστικής διαδρομής ενός πελάτη, από κάποια καθημερινά και αυτήν την περίοδο πολύ συνηθισμένα συμπτώματα άγχους ως την επεξεργασία των παιδικών αναμνήσεων με τη μητέρα του.

Ξεκινώντας μια σύντομη επεξεργασία των πρώτων προτάσεων της συνεδρίας, παρατηρούμε ότι ο πελάτης περιγράφει κάποιες ανήσυχες σκέψεις, μια επαναλαμβανόμενη, σχεδόν ασυνείδητη συμπεριφορά (ενασχόληση με κινητό) και μια μη ευχάριστη σωματική αίσθηση. Εύλογα μπορούμε να κατατάξουμε αυτές τις παρατηρήσεις ως εκδηλώσεις άγχους και να υποθέσουμε ότι η παρούσα κατάσταση με τον κορονοϊό (περιορισμός κυκλοφορίας, διαρκείς ειδήσεις για θέματα υγείας, οικονομικές/εργασιακές εξελίξεις, μείωση προσωπικής επαφής με κοινωνικό δίκτυο, κλπ) αποτελεί τον παράγοντα που ενεργοποίησε το άγχος.

Αφήνω για λίγο στην άκρη τη μεθοδολογική σύλληψη της έννοιας του άγχους και των συμπτωμάτων του, και προχωρώ απευθείας στα επόμενα βήματα που ενδεχομένως να αποκαλύψουν μια χρήσιμη σύνδεση.

Πάμε λοιπόν στην διαδρομή: Η τρέχουσα κατάσταση ενεργοποίησε τις διάφορες ανήσυχες σκέψεις και συμπεριφορές. Ο πελάτης αγωνιά για το τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, αν θα καταφέρει να ανταποκριθεί με τον τρόπο που θέλει στις νέες συνθήκες και αν φυσικά θα έχει το αποτέλεσμα που θα τον κάνει «ευτυχισμένο».

Εδώ ο θεραπευτής από όλα τα διαθέσιμα ερεθίσματα και τις δυνατές κατευθύνσεις, επιλέγει να επικεντρωθεί -βάσει και του ιστορικού των προηγούμενων συνεδριών και της θεραπευτικής σχέσης- με το θέμα της «επάρκειας» του πελάτη· δηλαδή στο αν θα καταφέρει να ανταπεξέλθει ικανοποιητικά στις μελλοντικές, υποθετικές συνθήκες.

Η σύνδεση της απαίτησης της επάρκειας με κάποια ισχυρά εσωτερικά «πρέπει» γίνεται πλέον εμφανής, ακόμη κι αν δεν υπήρχε το προηγούμενο ιστορικό της θεραπείας. Αυτό που επιλέγει να κάνει ο σύμβουλος είναι να ενθαρρύνει τον πελάτη να αναζητήσει την πηγή αυτών των πρέπει, δηλαδή το πώς έχουν εισαχθεί και παγιωθεί ως εσωτερικοί κανόνες και πρότυπες.

Με την κατάλληλη υποστήριξη και με το απαραίτητο θάρρος, ο πελάτης φτάνει να συζητά τη σχέση με τους γονείς του και ειδικά με τη μητέρα του, καταλήγοντας στην φράση που αποτυπώνεται στην εισαγωγή.

Η διαδρομή από την αντίδραση σε μια καθημερινή συνθήκη μέχρι τη σχέση με τη μητέρα, μπορεί να φαντάζει απλοϊκή και «χιλιοπαιγμένη». Το κείμενο βέβαια δεν στοχεύει σε επιστημονική τεκμηρίωση μιας θεωρίας ή την ανατροπή μιας άλλης. Στόχος δεν είναι ούτε η απλούστευση των θεωριών της συμβουλευτικής και ψυχοθεραπείας αλλά η ανάδειξη της απλότητας των διεργασιών τους. Μέσα λοιπόν σε ένα κατάλληλο πλαίσιο/περιβάλλον και σε κατάλληλο χρόνο, ο πελάτης έφτασε μέσα σε μία συνεδρία, σχεδόν αστραπιαία και πραγματικά αβίαστα -βελούδινα- στον πυρήνα των πεποιθήσεών του, στα εσωτερικευμένα γονεϊκά του πρότυπα, στην πηγή της ανησυχίας του.

Είναι εντυπωσιακό για έναν θεραπευτή να παρατηρεί μια τέτοια πορεία μέσα στη διάρκεια μιας συνεδρίας. Αν μπορούσα να το οπτικοποιήσω θα το περιέγραφα σαν την παρακολούθηση ενός βίντεο ελεύθερης κατάδυσης. Η βουτιά μιας ανθρώπινης μορφής, ήρεμα, αθόρυβα στον κόσμο που υπάρχει κάτω από την επιφάνεια, κάτω από αυτό που μπορούμε να δούμε στην πρώτη ματιά.

Για τον πελάτη είναι ταυτόχρονα μια ανακούφιση και ένα κίνητρο για τη συνέχιση της εσωτερικής αναζήτησης και εσωτερικής ενατένισης. Στο ρόλο του «ελεύθερου δύτη», βιώνει μια αίσθηση αρμονίας και συνύπαρξης με τον εσωτερικό του κόσμο. Μια ισορροπία ανάμεσα στο «άφημα» και στον έλεγχο που δε μπορεί να περιγραφεί επαρκώς, παρά μόνο να βιωθεί.

Πέρα όμως από την ικανοποίηση της ίδιας της εμπειρίας, μέσα από αυτή αναδύεται και ένα ουσιαστικό και πρακτικό δίδαγμα. Ο πελάτης μαθαίνει -και ο θεραπευτής επιβεβαιώνει- ότι δεν έχει σημασία το ίδιο το γεγονός (τώρα είναι ο κορονοϊός, πιο πριν ήταν η οικονομική κρίση, πιο μετά θα είναι κάτι άλλο μικρότερο ή μεγαλύτερο), αλλά ο τρόπος που ερμηνεύει το άτομο αυτά τα γεγονότα και αξιολογεί τη θέση του μέσα σε αυτά. Και αυτός είναι ένας μαθημένος τρόπος που βρίσκεται εδραιωμένος στον πυρήνα της προσωπικότητάς του.

Σίγουρα, σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να «κολλήσει» αρκετή θεωρία. Σταματάω όμως εδώ, πριν παρασυρθώ και αρχίζω να γράφω για κανόνες και συμβουλές για το τι «χρειάζεται» να κάνει ο πελάτης ή ο θεραπευτής. Προσωπικά, το όφελος, το κέρδος από μια τέτοια συνεδρία είναι αυτή η ίδια η εμπειρία. Είναι αυτό το “γέμισμα”, ένας πλούτος ψυχικός, που δε μπορεί να μετρηθεί ακριβώς. Είναι η αίσθηση ροής, μια ήσυχη ροή της ύπαρξης -έστω και για λίγη ώρα- που εκπέμπει σιγουριά και ασφάλεια εσωτερικά και εξωτερικά.

Αναμφίβολα, η προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη επωφελείται από τον στοχασμό και την επεξεργασία μιας συνεδρίας όπως αυτή. Υποστηρίζω όμως ότι η θεωρητική υπερανάλυση και η λεπτομερής μεθοδολογική αντιστοίχιση κάτω από ένα μεγεθυντικό φακό δε θα μπορέσει να αποτυπώσει την ουσία της. Άλλωστε ένας πίνακας ζωγραφικής είναι κάτι παραπάνω από το άθροισμα των χρωμάτων και των πινελιών του και δεν προσθέτει τίποτα στην ομορφιά του αν τον κατατάξω στον ιμπρεσιονισμό, στον ρεαλισμό ή στον ρομαντισμό.