Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα

Γράφει η Τζίνα Ψάρρη*

Η σελίδα γύρισε και ο νέος χρόνος με βρήκε με ένα ακόμα bestseller στα ράφια μου, το τρίτο στη σειρά. Βαρύ το τίμημα της λαμπρής συγγραφικής μου καριέρας υπό το φως των προβολέων, αμφιλεγόμενο. Οι υψηλές προσδοκίες όλων σχετίζονται με τις ριψοκίνδυνες συμπεριφορές μου; Δεν είμαι σίγουρος. Το μόνο που ξέρω είναι πως πάντα γράφω για θέματα που πραγματικά με ενδιαφέρουν. Οι ήρωές μου, δεν διασχίζουν δασωμένα φαράγγια προκειμένου να σώσουν την κοπέλα από τον κακό δράκο, ούτε πρόκειται για δαιμόνιους αστυνομικούς με υπεράνθρωπες δυνάμεις. Πρωταγωνιστές στα βιβλία μου είναι το χαμόγελο του γέροντα που κατοικεί στο διπλανό διαμέρισμα, το δάκρυ της γυναίκας που περνά σκυφτή από τον δρόμο μου, οι ανάσες του έρωτα και της απελπισίας. Τα απλά και καθημερινά είναι που διεγείρουν τη φαντασία μου, γι’ αυτά θέλω να ψάχνω. Σημειώνω ό,τι μπορεί να περισώσει μια έμπνευση της στιγμής, ένα νεύμα, τον τρόπο που κάποιος τινάζει τα μαλλιά του, τα άδεια βλέμματα, τις γεμάτες αγκαλιές, τίποτα δεν αφήνω να χαθεί ανεπανόρθωτα. Διδάσκομαι, συλλέγω, ακούω, κι ύστερα φιλτράρω όλες αυτές τις πληροφορίες, μετατρέποντάς τες σε λέξεις, φράσεις, σελίδες.

Στέκομαι όρθιος στο μπαλκόνι και παρατηρώ την καύτρα του τσιγάρου μου να φωτίζει αμυδρά τα σκοτάδια μέσα μου και γύρω μου, αναζητώντας την επόμενη έμπνευση. Μια καλοντυμένη γυναίκα στέκεται στη γωνία και ψιθυρίζει κάτι που δεν ακούω. Στα χέρια της κρατά μια πάνινη τσάντα, την ακουμπά στο πεζοδρόμιο και βγάζει μικρά κουτιά που μοιάζουν με κονσέρβες. Πέντε – έξι γατιά τρέχουν αμέσως προς το μέρος της και ξεκινούν λαίμαργο φαγοπότι. Αφήνονται με εμπιστοσύνη στα χάδια που τους χαρίζει απλόχερα. Την ίδια αυτή σκηνή, την παίζαμε κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, για μια βδομάδα. Εγώ όρθιος στο μπαλκόνι καπνίζοντας και παρατηρώντας, εκείνη γονατιστή στο πεζοδρόμιο ταΐζοντας τ’ αδέσποτα και χαρίζοντας αφειδώλευτη αγάπη. Ώσπου, ένα ψυχρό σούρουπο, η γυναίκα δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού μας. Ρώτησα στη γειτονιά κι έμαθα πως υπήρξε σε βάρος της εισαγγελική παραγγελία για ψυχιατρική εξέταση, με αίτημα τον ακούσιο εγκλεισμό της στο Ψυχιατρείο. Από την κόρη της δόθηκε η εντολή, ως επακόλουθο έντονης ενδοοικογενειακής σύγκρουσης, με αντικείμενο τα υπέρογκα ποσά που κάθε μήνα σπαταλούσε η γυναίκα από την σύνταξή της για να ταΐζει όλα τα άμοιρα αδέσποτα της συνοικίας.

«Εάν κάποιος ισχυριστεί για σένα πως δεν έχεις σώας τας φρένας, κινδυνεύεις να κλειστείς σε ψυχιατρείο, το ξέρεις;» Έτσι μου απάντησε ο δικηγόρος μου, στην πρώτη ερώτηση που έκανα, με σκοπό την έρευνα για το νέο θέμα που μου κίνησε την περιέργεια ασφαλώς.

«Ποιος κάποιος; Δικός σου άνθρωπος; Εκβιασμός και παραβίαση κάθε μορφής ιδιωτικότητας δεν είναι αυτό»;

«Η πλέον παραμελημένη, χωρίς φωνή, ομάδα πληθυσμού, είναι οι ψυχικά ασθενείς. Φτιαγμένη από το ίδιο το σύστημα είναι αυτή η τρύπα κι έχουν πέσει μέσα πολλοί. Ακόμα και σε περιπτώσεις που οι όποιες ψυχικές αναταραχές τους δεν δικαιολογούν νοσηλεία».

Η έξαψη και ο ενθουσιασμός μου, έφτασαν σε δυσθεώρητα ύψη. Κινήθηκαν γρήγορα κάποια νήματα, όταν είσαι επώνυμος είναι εύκολο βεβαίως, και η επίσκεψή μου στο δημόσιο ψυχιατρείο κανονίστηκε.

Ένα δυσοίωνο κτήριο μισοκρυμμένο από γέρικα δέντρα, στέκεται μπροστά μου. Το εσωτερικό του, ακόμα πιο θλιβερό, αποπνέει εγκατάλειψη και αποσύνθεση, ένα κουφάρι που μυρίζει απολυμαντικό και δυστυχία. Άσπροι ξεφτισμένοι τοίχοι, ελάχιστα φθαρμένα έπιπλα, τσακισμένοι άνθρωποι.

«Τι ακριβώς θέλετε να γράψετε»; Ο πρώτος γιατρός που συναντώ με κοιτά με δυσπιστία. Εξηγώ θολά, τίποτα ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο στο μυαλό μου.

«Μάλλον ενδιαφέρομαι για τις προϋποθέσεις, τον διασυρμό, την υπερβολική χρήση φαρμάκων».

«Δεν είναι όλα τόσο βάναυσα όσο φαντάζεστε. Καλύτερα να μιλήσετε με τον διευθυντή της κλινικής. Περιμένετε στο σαλόνι, θα τον φωνάξω αμέσως».

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο που βλέπει σε μια μικρή αυλή. Ανθρώπινες σκιές κινούνται νωθρά μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου. Ψάχνω τα πρόσωπά τους και αναρωτιέμαι αυτό το κάτι που τα έχει σκάψει. Είναι οι αδικίες που έκαναν ή αυτές που διαπράχθηκαν εις βάρος τους; Στήνω αυτί, ν’ ακούσω τους ήχους του παρελθόντος τους, να περάσω μέσα από τις κομματιασμένες αναμνήσεις τους, να βρω τις αφόρητες απουσίες τους.

Ένα αργόσυρτο βήμα με πλησιάζει από την άλλη μεριά του διαδρόμου. Ένα σκυφτό παλληκάρι κοντά στα είκοσι πέντε έρχεται κοντά μου. Κρατά τα μάτια χαμηλωμένα, να μην δω το γυάλινο βλέμμα, το ανέκφραστο.

«Σε ξέρω, έχω διαβάσει τα βιβλία σου, σ’ έχω δει και στην εφημερίδα». Η φωνή του ασταθής, οι μορφασμοί του μοιάζουν με πόνο.

«Από τι πάσχεις;» Δεν ξέρω τι άλλο να πω, αν πρέπει κάτι να πω.

«Ποιητής είμαι, θέλω να σου δώσω τους στίχους μου». Δειλό χαμόγελο ήταν αυτό που διέκρινα στις άκρες των χειλιών του;

«Δεν ξέρω να κρίνω ποίηση, η άποψή μου θα είναι καθαρά το προσωπικό μου γούστο».

«Δεν θέλω τη γνώμη σου, να έχεις εσύ τα γραμμένα μου θέλω μόνο», ρουθουνίζει απελπισμένα.

«Γιατί είσαι εδώ;» ρωτάω, βάζοντας βιαστικά τα χαρτιά που μου έδωσε στην τσέπη μου.

«Μέρα μεσημέρι με πήραν από το σπίτι και με πήγαν στο τμήμα με χειροπέδες. Έμεινα δυο μέρες στο κρατητήριο, γιατί το καράβι δεν μπορούσε να πιάσει λιμάνι στο νησί μου. Και μετά, εδώ. Ακόμα δεν ξέρω γιατί μ’ έφεραν, γιατί με δένουν κάθε βράδυ στο κρεβάτι σαν εγκληματία».

«Δεν έχεις οικογένεια;»

«Η μάνα μου μ’ έκλεισε εδώ μέσα, για να γλυτώσει από το βάσανό μου, έτσι είπε. Εγώ όμως, δεν την βασανίζω, την αγαπώ».

«Θα ξανάρθω, να σου πω και τη γνώμη μου για τα ποιήματά σου.»

«Δεν χρειάζεται, μην έρθεις. Να θυμάσαι μόνο πως πολύ τον αγάπησα αυτόν τον ήλιο που πέφτει στο πρόσωπό σου την ώρα που μιλάς μόνο σε μένα», ψιθύρισε και απομακρύνθηκε το ίδιο αργά και σκυφτά.

Έφυγα σαν κυνηγημένος μετά από μια σύντομη συνάντηση με τον διευθυντή. Για την γυναίκα με τις γάτες δεν κατάφερα να πάρω πληροφορίες, κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να τις δώσει. Το νέο bestseller το είχα έτοιμο ωστόσο. Αναρωτήθηκα για μια στιγμή μονάχα, αν τελικά αυτό είναι το ζητούμενο, κι ύστερα, άνοιξα με όρεξη τον υπολογιστή. Το μόνο που με προβλημάτιζε ήταν σε ποιο ακριβώς σημείο θα μπορούσα να ενσωματώσω το ποίημα εκείνου του τρελού που υπέγραφε ως «Ανάδρομος» και έλεγε:

«…μόνο αυτό σου ζητάω,

περίγραψέ μου τους κύκλους

που μ’ έφεραν στα πίσω μέρη,

στα πέτρινα σκαλιά

και στις ευτυχισμένες

του προσώπου μου κατηφόρες…»

————————————–

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

*Η Τζίνα Ψάρρη γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από την Ελληνογαλλική σχολή Ουρσουλινών και πήρε το πτυχίο της Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο. Μιλάει γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά. Δούλεψε για 20 χρόνια στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, διδάσκοντας γαλλικά και ιστορία σε σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας. Από τις εκδόσεις Όστρια, κυκλοφορεί το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο «Μέχρι το πέμπτο σκαλοπάτι», ενώ πολλά ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά (Fractal) αλλά και λογοτεχνικά blogs (Eikonakailogos, Λογοτεχνικά Σοκάκια, Πολιτιστική Ατζέντα, Ψυχής Απάγκιο). Το διήγημά της «Πρωινό αστέρι», απέσπασε το 1ο βραβείο (2016) στον πανελλήνιο διαγωνισμό που κάθε χρόνο διοργανώνει η Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών.