Από τη Σύλβα Σαραφίδου, Ψυχολόγο

Κάποτε, αντιλαμβανόμασταν τις διαταραχές ψυχικής υγείας ως αποτέλεσμα είτε γενετικών (βιολογικό μοντέλο) είτε ψυχοκοινωνικών παραγόντων (ψυχοκοινωνικό μοντέλο). Πλέον, οι διαταραχές της ψυχικής υγείας γίνονται αντιληπτές ως περίπλοκες καταστάσεις, που δημιουργούνται εξαιτίας τόσο γενετικών, όσο και περιβαλλοντικών παραγόντων, και της διάδρασης μεταξύ τους. Αυτή η αρχή έχει διατυπωθεί ως το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο της ψυχικής υγείας, κατά το οποίο βιολογικοί, ψυχολογικοί κι κοινωνικοί παράγοντες που συνυπάρχουν και διαδρούν μπορούν να οδηγήσουν στην εμφάνιση μίας πάθησης. Το μοντέλο ετούτο είναι πολύ πιο σφαιρικό και αντικατοπτρίζει πιο ρεαλιστικά την πραγματικότητα της ψυχικής νόσου από τα προηγούμενα, αντίπαλα μοντέλα, και χρησιμοποιείται τόσο στην κατανόηση (και αιτιολογία) των ψυχικών διαταραχών, όσο και για την πρόληψη και αντιμετώπιση-θεραπεία τους.

Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο έχει εφαρμοστεί σε αρκετές διαταραχές, μία από τις οποίες η κατάθλιψη. Η κατάθλιψη μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του μοντέλου ‘diathesis-stress’, κατά το οποίο μια προϋπάρχουσα γενετική προδιάθεση διαδρά με περιβαλλοντικούς (κοινωνικούς) και ψυχολογικούς στρεσογόνους παράγοντες (stressors), και, αυτά συνδεδεμένα οδηγούν στην εκδήλωση κατάθλιψης. Αυτό το μοντέλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση κατανόησης για την δημιουργία μίας βιοψυχοκοινωνικής παρέμβασης, κάτι για το οποίο ήδη γίνονται αρκετές προσπάθειες.

Μία βιοψυχοκοινωνική παρέμβαση για την κατάθλιψη θα εστιάσει στην πτυχή της πρόληψης (μία έννοια πρόκληση για την ψυχική υγεία εν συνόλω). Αρκετοί παράγοντες που αυξάνουν το ρίσκο για εκδήλωση κατάθλιψης (risk factors) έχουν ανιχνευτεί, και έτσι η πρόληψη μπορεί να εστιάσει στην ελαχιστοποίηση ή και εξάλειψη των παραγόντων ετούτων για τα άτομα ή τους πληθυσμούς σε ρίσκο. Για παράδειγμα, εφόσον η φτώχεια είναι ένας παράγοντας ρίσκου για την κατάθλιψη, μία προληπτική παρέμβαση μπορεί να στοχεύει στην προσφορά ψυχολογικής στήριξης σε άτομα που βιώνουν φτώχεια.

Ο κορμός της παρέμβασης όμως έχει να κάνει με την θεραπεία καθαυτή. Αυτή, στην βιοψυχοκοινωνική σφαίρα, μπορεί να χωριστεί στο βιολογικό, το ψυχολογικό και το κοινοτικό μέρος, όλα εκ των οποίων παίζουν εξίσου σημαντικό ρόλο.

Η βιολογική πτυχή σχετίζεται με την κλινική διάγνωση και την φαρμακοθεραπεία. Αυτή την στιγμή υπάρχουν πολλά είδη αντικαταθλιπτικών (όπως τα SSRIs, τα SNRIs, ή τα τρικυκλικά), ενώ και άλλες κατηγορίες φαρμάκων μπορεί να είναι ταιριαστές σε κάποιες περιπτώσεις (όπως τα αντιψυχωσικά). Μία αποτελεσματική βιολογική πτυχή θα προσφέρει ακριβή και συγκεκριμένη διάγνωση (και αναγνώριση των υπο-συμπτωμάτων), και θα προσπαθήσει να αποφανθεί ποιο φάρμακο ή ποια φάρμακα θα είναι ταιριαστά για τον κάθε ένα. Πολλές κλινικές μελέτες έχουν προσπαθήσει να βρουν ποια είναι η πιο αποτελεσματική φαρμακοθεραπεία, και η πρώτη γραμμή αντιμετώπισης της κατάθλιψης είναι συχνά τα SSRIs, όμως φαίνεται πως οι διαφορές μεταξύ των ατόμων παίζουν τεράστιο ρόλο.

Η ψυχολογική πτυχή σχετίζεται με την ψυχοθεραπεία. Υπάρχουν αρκετές σχολές ψυχοθεραπείας που μπορούν να βοηθήσουν στην κατάθλιψη, όμως έχει υποστηριχθεί έντονα πως η γνωσιακή συμπεριφοριστική θεραπεία (ΓΣΘ) είναι η πιο ταιριαστή. Η ΓΣΘ δημιουργήθηκε από τον Beck ειδικά για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης, και από την εποχή του και έπειτα έχει βρεθεί πως η ΓΣΘ είναι αποτελεσματική στην διαχείριση των αρνητικών σκέψεων, και των γνωστικών ‘λαθών’, καθώς και στην δυσκολία κοινωνικοποίησης. Πολλές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την λειτουργικότητα της ΓΣΘ, ειδικά όταν συνδυάζεται με την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία. Άλλες προσεγγίσεις μπορούν να λειτουργούν επίσης (ανάλογα και το άτομο), όλες, περισσότερο όταν συνδυάζονται με φαρμακοθεραπεία.

Τέλος, το μοντέλο έχει και μια κοινωνική-κοινοτική πτυχή. Αυτή μπορεί να έχει πολλούς και διαφορετικούς στόχους. Κάποιοι μπορεί να αναφέρονται στο άτομο, όπως προώθηση της βελτιωμένης επικοινωνίας μεταξύ επαγγελματιών της υγείας και ασθενών (κάτι που θα αυξήσει την εμπλοκή του ατόμου στην θεραπεία του), ή η παρότρυνση για συμπεριφορική δράση (π.χ. κοινωνικοποίηση) μέσω μηνιαίων τηλεφωνημάτων ή συναντήσεων. Άλλοι στόχοι αναφέρονται στο κοινωνικό πλαίσιο του ατόμου (π.χ. συγγενείς/ φροντιστές, φίλοι), όπου μπορεί να προσφερθεί υποστήριξη (που θα βοηθήσει τόσο τους ίδιους όσο και το άτομο, κατ’ επέκταση). Η ψυχοεκπαίδευση (ενημέρωση για την νόσο και τα όσα σχετίζονται με αυτή) μπορεί να βοηθήσει τόσο το άτομο όσο και το περιβάλλον του (για παράδειγμα συνάδελφους, αφεντικό). Τέλος, κάποιοι στόχοι μπορούν να αναφέρονται στο σύνολο της κοινωνίας, σε μία προσπάθεια να μειωθεί το στίγμα της ψυχικής ασθένειας, και της λήψης φαρμάκων (pill shaming).

Μία ολοκληρωμένη παρέμβαση για την κατάθλιψη μπορεί να στοχεύει στην αναδόμηση, δηλαδή στο να τονιστεί η δυνατότητα βελτίωσης και να τονωθεί η ελπίδα, στην μείωση των συμπτωμάτων, μέσω της φαρμακολογικής και ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, και στην πρόληψη των υποτροπών, που θα επιτρέψει στο άτομο να είναι ένα λειτουργικό μέλος της κοινωνίας.

Συνολικά, το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο αντιμετωπίζει την ψυχική ασθένεια ως κάτι το περίπλοκο, και στοχεύει στον συνδυασμό μιας διεπιστημονικής ομάδας ειδικών, και στην εμπλοκή τόσο του ατόμου, όσο και του κοινωνικού περίγυρου. Είναι ένα δυναμικό μοντέλο, που δημιουργεί σφαιρικές παρεμβάσεις που ταιριάζουν στην πραγματικότητα της ψυχικής νόσου.

Βιβλιογραφία

Campbell, L.C., Clauw, D.J., Keefe, F.J. (2003). Persistent pain and depression: A biopsychosocial perspective, Biological Psychiatry, 399-409.

Claes, S., Cosyns, P., De Doncker, D., Schotte, C.K.W., Van Den Bossche, B. (2006). A biopsychosocial model as a guide for psychoeducation and treatment of depression, Depression and Anxiety, 23, 312-324.

Ell, K., Oh, H., Wu, S. (2016). Integrating biopsychosocial intervention research changing health care landscape, Research on Social Work Practice, 26, (1), 28-34.