Ένα πρόσωπο

Γράφει ο Πέτρος Φούρναρης*

Στον Μichael Winters

Ένα τόσο μεγάλο και ψηλό κτήριο – φτιαγμένο για να στεγάζει στρατιώτες – όταν είναι άδειο παραμορφώνει τη σιωπή. Μιλάμε κι ο αντίλαλος μας πηγαινοέρχεται στους διαδρόμους, σιωπούμε κι έχουμε την αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι.

«Όσες φορές έχω έρθει με πιάνει ταραχή» συμφωνεί ο φίλος μου ο ζωγράφος σε σπαστά ελληνικά.

«Τα κτήρια έχουν ψυχή» του λέω.

«Αμέ!» λέει με θαυμασμό κι ένα κοπάδι πουλιά που έχουν βρει καταφύγιο εδώ, σηκώνονται τρομαγμένα.

«Στο πόλεμο ήταν καζέρμα, αργότερα τρελάδικο» του λέω.

Ο Μάικλ με κοιτάζει και χαμογελά σαν μικρό παιδί. Είναι κάποιας ηλικίας πια, αλλά, κάτω από το λευκό μαλλί, πίσω από τα μυωπικά γυαλιά, ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να τον εντυπωσιάζει.

«Έχω ξανάρθει εδώ.»

«Τελευταία;»

«Πριν τριάντα χρόνια!»

«Πες μου» λέει, κι είναι σαν να με διατάζουν οι μονοσύλλαβες λέξεις του.

Στην αρχή αρνούμαι να θυμηθώ, αλλά οι εικόνες έρχονται αβίαστα και με κατακλύζουν: Ξαφνικά οι διάδρομοι γεμίζουν με καθαρίστριες που κάνουν φασίνα, με νοσοκόμους που ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες. Ασθενείς κάθονται ανακούρκουδα στις γωνιές, αγκαλιάζουν τα γόνατά τους, κουνιούνται, γελούν με σφαλισμένα βλέφαρα, τρέχουν γυμνοί ή περπατούν παράξενα χειρονομώντας ακατανόητα.

Τα λέω όλα αυτά στο φίλο μου κι εκείνος σταματάει στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας. Μπροστά μας υπάρχει μια κλειστή πόρτα. Μου τη δείχνει με μια πλατιά χειρονομία, σαν να μου τη συστήνει. Μου μιλά εδώ και κάμποσες μέρες για κάτι που βρίσκεται μέσα σε αυτό το δωμάτιο, μα μέχρι εκεί.

«Έχω μπει σε αυτό το δωμάτιο» του λέω. «Μού είχαν πει πως θα βρω το γιατρό ακριβώς εδώ: Στην πόρτα απέναντι από τη σκάλα. Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στο άσυλο, μου είναι δύσκολο να την ξεχάσω.»

«Πες μου» ξαναλέει, «Τι υπήρχε τότε μέσα στο δωμάτιο;»

Του τα λέω όσο πιο απλά μπορώ, για να καταλάβει:

Είχα βιαστεί να χτυπήσω την πόρτα, του εξηγώ, γιατί η ταραχή μου, διαισθανόμουν, θα γινόταν γρήγορα πανικός, κι όπως δεν πήρα απάντηση άνοιξα και μπήκα εσπευσμένα.

Στο δωμάτιο επικρατούσε το χάος, γυμνοί συνωστίζονταν σ’ ένα μπαλκόνι και κοιτούσαν κάτω στο προαύλιο, κυκλοφορούσαν παντού. Σε ένα γραφείο έγραφε μια γραμματέας. Παραδίπλα ένας άντρας με μπλε μάτια και κολλαρισμένο πουκάμισο μου έγνεψε να πλησιάσω: Μου είπε πως με περίμενε και με ρώτησε το όνομά μου. Του είπα το όνομά μου και γέλασε. Δεν ήξερα γιατί, όσο περίεργο και να ‘ναι το όνομά μου, δεν είχε προκαλέσει ποτέ το γέλιο κανενός. Ξαφνικά σοβαρεύτηκε και μου είπε να μην ανησυχώ καθόλου, όλα θα πήγαιναν καλά, κι αν είχα κανένα τσιγάρο.

Ο Μάικλ φέρνει μηχανικά τα χέρια στις τσέπες, αλλά καταλαβαίνει αυτομάτως τη γκάφα του.

«Λοιπόν;» ρωτάει, «Του έδωσες τσιγάρο;»

«Ναι, και πλησίασα για να του το ανάψω. Πρόσεξα τότε το πρόσωπό του: Ήταν γεμάτο μικροσκοπικές ρυτίδες, αν καταλαβαίνεις, σαν να φορούσε πέτσινη μάσκα.»

Του εξηγώ πως μου είχε κάνει τέτοια εντύπωση που δεν ξεκολλούσα τα μάτια μου. Τότε ήταν που άκουσα τη φωνή της γραμματέως· τον σήκωσε και τον έσπρωξε βίαια στην πόρτα: «Αρκετά με τις τράκες σήμερα» του φώναξε, «Δρόμο τώρα». Έφυγε  αξιοπρεπώς με κολλημένο το τσιγάρο στα χείλη κι ύστερα από λίγο εμφανίστηκε μπροστά μου ένας άλλος γεροδεμένος, ψηλός άντρας με μακρύ μαλλί και μουστάκι. Το ντύσιμό του ήταν ατημέλητο και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Μου ζήτησε κι αυτός τσιγάρο και για κάποιο λόγο δεν του έδωσα. Τότε η γραμματέας του πρόσφερε από τα δικά της λέγοντας μου: «Είναι ο γιατρός που θα μιλήσετε για τη δουλειά.»

Σε όσους έχω διηγηθεί αυτή την ιστορία, γελάνε πάντα σε αυτό το σημείο κι εκεί τελειώνει η αφήγηση. Με τον Μάικλ τα πράγματα είναι πάντα διαφορετικά. Με καρφώνει με ένα βλέμμα και περιμένει.

«Γιατί ;» ρωτάει. «Γιατί δεν του έδωσες τσιγάρο;»

«Για να είμαι ειλικρινής τον πέρασα για ασθενή και του φέρθηκα όπως στον άρρωστο η γραμματέας. Κι επειδή δεν έχω δικαίωμα να ξεχωρίζω τους ανθρώπους, να φέρομαι έτσι σε αυτούς κι αλλιώς στους άλλους, θα έπρεπε να ντρέπομαι… Όμως, αν θέλω να δικαιολογήσω τη συμπεριφορά μου», του λέω με παιγνιώδη διάθεση, «θα σου πω ότι ήμουν θυμωμένος με το πρόσωπο του γιατρού.»

«Τι εννοείς;»

«Ήταν λείο, καλοζωισμένο και απαθές, Στα πρόσωπα των άλλων κάθε πόνος, κάθε λύπη που είχαν περάσει φαινόταν: Ήταν η κάθε ρυτίδα, αν καταλαβαίνεις ακριβώς τι εννοώ.»

«Δεν καταλαβαίνω.»

«Από την ώρα που έφυγε ο άλλος και περίμενα το γιατρό άρχισα να παρατηρώ τα πρόσωπα των γυμνών που μαζεύονταν στο μπαλκόνι. Καταλαβαίνω τώρα γιατί μερικοί από σας ψάχνετε στα ψυχιατρεία τα μοντέλα σας.»

Του εξηγώ πως τα πρόσωπα που είχα δει μου είχαν φέρει στο νου τις υδατογραφίες, ενός άλλου απορριγμένου, του Ρίτσαρντ Νταντ. Ήταν όλα τραχιά, γωνιώδη, σκαμμένα, μα όλα εκφραστικά: Μπορούσα να διαβάσω πάνω τους την αγωνία, το φόβο, την χλεύη, την μοναξιά. Χωρίς να το θέλω μου αποκάλυπταν κάτι που δεν μπορούσα να δεχτώ. Θύμωσα τότε κι ευχήθηκα να μην υπήρχαν τόσες συμφορές στην ανθρώπινη φάρα.

«Και γιατί να μην είχαμε όλοι το ίδιο λείο και τσιτωμένο πρόσωπο σαν του ανθρώπου που μόλις είχε μπει και μου ζητούσε τσιγάρο;» καταλήγω.

O Mάικλ ακουμπάει το χέρι του πάνω στον ώμο μου και ψιθυρίζει κάτι στη μητρική του γλώσσα. Φαίνεται να τα παίρνει πολύ στα σοβαρά όλα αυτά, μα δεν είμαι σίγουρος αν καταλαβαίνει το τελευταίο μέρος της ιστορίας.

Με το ένα χέρι ανοίγει την πόρτα και με το άλλο με σπρώχνει στο δωμάτιο: Περιστέρια σηκώνονται από το πάτωμα και φτερουγίζουν προς τον φεγγίτη. Λίγα εκατοστά από τα πόδια μας βρίσκεται ένας σωρός από γύψινους ακρωτηριασμένους βραχίονες· τα χέρια είναι ή γυμνά ή γαντοφορεμένα. Από πάνω μας, δεκάδες γύψινες μάσκες κρέμονται από το ταβάνι με σπάγκους και μας κοιτούν. Τα πρόσωπά τους είναι ανέκφραστα και παγωμένα…

Δεν μιλάμε…

«Όλα τα δωμάτια είναι άδεια εκτός από αυτό» λέει τελικά. Και περιμένει μιαν απάντηση.

«Δεν ξέρω… Ίσως έγινε κάποια έκθεση πριν αδειάσουν το κτήριο.»

«Μας περιμένουν εδώ μέσα τριάντα χρόνια;» Ρωτάει ο Μάικλ και σταυρώνει τα χέρια του συλλογισμένος.

«Ποιος τα έφτιαξε και γιατί τα παράτησε εδώ;»

«Μπορεί οι ασθενείς, αλλά κοίταξε τις μάσκες, τα μάτια και το στόμα: Έχουν βγει όλες από ένα καλούπι.» Σέρνει το δάχτυλό του στην στιλπνή επιφάνεια ενός από τα ομοιώματα.

«Το ίδιο λείο, τσιτωμένο πρόσωπο» λέω.

«Αμέ!» συμπληρώνει αυτός.

———————————————–

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal]

*O Πέτρος Φούρναρης (1963) είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε στην Αθήνα. Ζει στη Λέρο. Ασχολείται με το διήγημα και τη μετάφραση. Πεζά του έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο: Πλανόδιον-ιστορίες Μπονζάι, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Fractal, και σε έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά (Πλανόδιον, Έκφραση Λόγου και Τέχνης)