Από τον Γιώργο Πιντέρηψυχολόγο, διδάκτορα Συμβουλευτικής Ψυχολογίας www.pinteris.gr

Ωραίο πράμα να είσαι βασιλιάς! Εκτός αν… σε λένε Δαμοκλή. Αυτός ο φουκαράς, είχε ό,τι επιθυμούσε η ψυχή του, αλλά είχε ταυτόχρονα «επί εικοσιτετραώρου βάσεως» ένα βαρύ σπαθί δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι του, το οποίο κρεμότανε από την τρίχα της ουράς ενός αλόγου. Έτσι κι έσπαγε η τρίχα, τέζα ο Δαμοκλής!

Μερικοί άνθρωποι ζουν έχοντας μια παρόμοια αίσθηση. Κάποιοι την έχουν κατά καιρούς και άλλοι «επί μονίμου βάσεως». Σε μερικούς η αιτία αυτού του άγχους είναι εμφανής, ενώ σε κάποιους άλλους το φαινόμενο δείχνει αρχικά μη εξηγήσιμο. Ας δούμε μερικές από τις μορφές που μπορεί να πάρει.

Άγχος θανάτου

Εννοείται, ότι αν κάποιος έχει ένα σοβαρό λόγο υγείας που βάζει σε κίνδυνο τη ζωή του, ναι μεν ανησυχεί, αλλά εδώ δεν πρόκειται για άγχος, αλλά για μια ρεαλιστική ανησυχία, δηλαδή φόβο. Αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, κι ένας άνθρωπος φοβάται μην πεθάνει, το πρώτο που θα κάνουμε είναι ν’ αναζητήσουμε ένα γεγονός που να το δικαιολογεί. Για παράδειγμα, αν ένας γονιός πεθάνει από ανακοπή στα 70, κι έχει παιδιά στα 40, είναι αναμενόμενο τα παιδιά αυτά να επισκεφθούν έναν καρδιολόγο. Όταν μια μητέρα εμφανίσει καρκίνο στο μαστό, οι ενήλικες κόρες της τρέχουν για μαστογραφία. Όλες αυτές είναι φυσιολογικές αντιδράσεις και μάλιστα, όσο πιο πρόσφατο είναι το ενεργοποιό γεγονός, τόσο πιο έντονο το άγχος.

Προσωπικού θανάτου

Αν συμβαίνει να είσαι ο μοναδικός γονιός ενός μικρού παιδιού και είσαι υπεύθυνος άνθρωπος, είναι φυσικό ν’ ανησυχείς για το μέλλον του παιδιού, έτσι και πάθεις κάτι. Όμως και ζευγάρι να είσαστε, αν τα παιδιά είναι μικρά, είναι νορμάλ ν’ ανησυχείς για την υγεία σου. Υπάρχουν όμως κι άνθρωποι, σχετικά νέοι σε ηλικία που, χωρίς να έχουν πρόβλημα υγείας και κανένα γεγονός που να δικαιολογεί έναν τέτοιο φόβο, φοβούνται μην πεθάνουν.

Ένα τέτοιο άγχος έχει πιάσει εδώ κι ένα μήνα την Ειρήνη. Είναι 33 ετών, στο τελευταίο έτος του διδακτορικού της και εδώ και δύο χρόνια συζούν με το Θωμά που είναι αναισθησιολόγος. Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ που πετάχτηκε στον ύπνο της από έναν εφιάλτη: Ήταν σ’ ένα αεροπλάνο που έπεφτε. Η πλάκα είναι ότι σε 2 μέρες θα πήγαιναν αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη. Η Ειρήνη, που είναι ελαφρώς προληπτική, το είδε αυτό σαν σήμα. Έτσι, ακύρωσε τα εισιτήρια με οικονομική ζημιά και υποχρέωσε το Θωμά να πάνε με το αυτοκίνητο.

Το άγχος του θανάτου συνεχίστηκε και μετά την επιστροφή από τη Θεσσαλονίκη. Αυτή τη φορά την έπιασε μια κρίση άγχους το βράδυ, την ώρα που δούλευε στον υπολογιστή πάνω στη διατριβή της. Ξαφνικά την έπιασε κάτι και φώναξε «πεθαίνω». Ο Θωμάς πετάχτηκε έξω από την τουαλέτα με κατεβασμένα τα βρακιά. Μέχρι να συνέλθει η Ειρήνη, πέρασε μισή ώρα και επιστρατεύτηκαν τα «μεγάλα μέσα», δηλαδή …ξεμάτιασμα από τηλεφώνου από τη μαμά. Οι κρίσεις άρχισαν να γίνονται πιο συχνές και πιο έντονες, με αποτέλεσμα να καταλήξει αρχικά σε ψυχίατρο, και στη συνέχεια και σε ψυχολόγο.

Η Ειρήνη όλα αυτά τα χρόνια, πέρα από την αγάπη που έχει για τον πατέρα της, νιώθει απέραντα ευγνώμων για την υποστήριξή του στις σπουδές της όλα αυτά τα χρόνια. Την πήγε στα καλύτερα σχολεία και οι σπουδές της έγιναν όλες σ’ ένα από τα καλύτερα κολλέγια της Αγγλίας. Τα τελευταία δύο χρόνια, που βρίσκεται στο διδακτορικό της και συζούν με τον Θωμά πηγαινοέρχεται στο Λονδίνο 8 φορές το χρόνο, όλες με έξοδα του πατέρα της. Ένα από τα όνειρα της Ειρήνης είναι να παραδώσει το πτυχίο του διδακτορικού στον πατέρα της. Μάλιστα, η Ειρήνη έχει βάλει τα όνειρά της σε …σειρά προτεραιότητας: Θα φέρει το διδακτορικό στον πατέρα της. Μετά θα παντρευτούν με το Θωμά. Μετά θα κάνει ένα παιδί γιατί θα κοντεύει τα 35. Μετά, βλέπουμε…

Απ’ ό,τι αντιλαμβάνεσαι κάτι …χρωστάει η Ειρήνη και στη μητέρα της, η οποία όλα αυτά τα χρόνια ήταν στο πλευρό της. Τι είναι αυτό; Το εγγονάκι. Θα με ρωτήσεις, «τι σχέση έχουν αυτά με το άγχος του θανάτου που την έχειν πιάσει»;

Δύο μήνες πριν, ο πατέρας της Ειρήνης έπαθε ένα σοβαρό έμφραγμα και μόλις πριν δέκα μέρες επέστρεψε στη δουλειά και μόνο για λίγες ώρες. Αρχικά, αυτό είχε επηρεάσει την Ειρήνη, αλλά όχι εμφανώς. Δεκαπέντε μέρες μετά το έμφραγμα του πατέρα της, η μητέρα της τράκαρε με το αυτοκίνητο και γλίτωσε μόνο και μόνο γιατί το αμάξι που οδηγούσε ήταν πολύ ακριβό και είχε εξαιρετικά συστήματα ασφάλειας.

Αυτό ήταν που πυροδότησε το άγχος της Ειρήνης. Η σκέψη ότι θα μπορούσε να είχε χάσει και τους δύο γονείς της πριν εκπληρώσει με τον καθένα το …χρέος της, την έκανε ν΄ ανησυχεί αν θα προλάβει. Το άγχος του θανάτου είχε σαν σκοπό, να την κάνει να επιταχύνει, άλλο αν στην πραγματικότητα την ακινητοποιούσε.

Το καλοκαίρι του 1989 έκανα ένα εβδομαδιαίο σεμινάριο στη Σκιάθο, με θέμα «Αναζητώντας το χαμένο  εαυτό μας» το οποίο παρακολούθησαν 36 ενήλικες ηλικίας 25 έως 45 ετών. Ανάμεσα σε άλλες ασκήσεις που κάναμε, ήταν και μια άσκηση κατευθυνόμενου διαλογισμού (μια μορφή ύπνωσης) η οποία είχε σαν θέμα  «αν πέθαινες αυτή τη στιγμή, ποια είναι η τελευταία σκέψη που θα έκανες»; (Η ερώτηση αυτή, απαντιέται αλλιώς τώρα που τη διαβάζεις και αλλιώς αν κάνεις την άσκηση που κρατάει 15 λεπτά). Το αποτέλεσμα: Οι οκτώ που είχαν μικρά παιδιά ανάφεραν όλοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ότι  η τελευταία σκέψη είχε να κάνει με τα παιδιά τους. Από τους υπόλοιπους 30, οι 21 έδωσαν ετερόκλητες αναφορές από τις οποίες δεν μπόρεσα να βγάλω ένα συμπέρασμα. Όμως, εννέα άτομα έδωσαν απαντήσεις που μπορούμε να τις συνοψίσουμε στη φράση «Δεν πρόλαβα». Τρεις από αυτούς το διατύπωσαν «ήμουν μαλάκας».

Θάνατος προσφιλούς προσώπου

Υπάρχουν άνθρωποι που, ενώ δεν ανησυχούν καθόλου για τον εαυτό τους, έχουν άγχος μήπως πεθάνει ένα προσφιλές τους πρόσωπο, συνήθως ένας γονιός. Δεν μιλάμε για τις περιπτώσεις όπου ένας γονιός διατρέχει κάποιο κίνδυνο. Μιλάμε για άγχος θανάτου, στα καλά καθούμενα. Στο σημείο αυτό, καλό είναι να μιλήσουμε λίγο για την εξάρτηση. Αν το θέσω γενικά, είναι μια κατάσταση όπου για την αποτελεσματική λειτουργία μιας μονάδας απαιτείται η συνεργασία με μια άλλη μονάδα. Το αντίθετο αυτής της λέξης είναι η αυτάρκεια.  Για παράδειγμα, ένα παιδί δεν είναι αυτάρκες. Δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τη συνδρομή των γονιών του. Το ερωτήματα είναι δύο: α. Εξάρτηση μέχρι ποια ηλικία; β. Εξάρτηση σε ποιο βαθμό;

Εδώ θα αυθαιρετήσω δημιουργώντας μια κλίμακα. Η κλίμακα αυτή, μας λέει πόσο (κατά τη γνώμη μου) είναι αναμενόμενο να εξαρτάται ένας άνθρωπος σε κάθε ηλικία.

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν οι βαθμοί που διάλεξα, ισχύουν. Μπορείς, αν διαφωνείς, να βάλεις τα δικά σου νούμερα. Δεν έχει σημασία αν συμφωνείς με τα νούμερα, αρκεί να συμφωνήσεις με την αρχή που λέει όσο μεγαλώνει ένας άνθρωπος, η εξάρτηση από τους γονείς του μειώνεται ανάλογα. Ή η εξάρτηση ενός ανθρώπου από τους γονείς του είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας του.

Όμως, ο κανόνας αυτός έχει περισσότερη σχέση με αυτό που θα περιμέναμε να γίνεται και όχι με αυτό που όντως γίνεται:  Συχνά συναντάμε ενήλικες υπερβολικά εξαρτημένους από τους γονείς τους. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις που νέοι χειραφετούνται από τα 17 ή τα 20, αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι λιγοστές και συνήθως δεν παρουσιάζουν… άγχος απώλειας προσφιλούς προσώπου.

Κάπως έτσι θα περιμέναμε να είναι τα πράγματα, αλλά δεν είναι. Όπως ανάφερα και πριν, συναντάμε ενήλικες υπερβολικά εξαρτημένους από τους γονείς τους ή από το σύντροφό τους, τον οποίο έχουν μετατρέψει σε προέκταση των γονιών τους. Για να καταλάβουμε το φαινόμενο όπου, η εξάρτηση ενός ενήλικα από κάποιον άλλον ενήλικα, οδηγεί σε άγχος απώλειας προσφιλούς προσώπου χρειάζεται να καταλάβουμε ότι υπάρχουν πολλές μορφές εξάρτησης. Δηλαδή πολλοί τρόποι ένας ενήλικας να είναι εξαρτημένος από κάποιον άλλον. Οι πιο συνηθισμένες εξαρτήσεις είναι η υλική, η πρακτική, η οικονομική και η συναισθηματική. Υπάρχουν κι άλλες μορφές εξάρτησης, αλλά στο άγχος απώλειας συνήθως η εξάρτηση είναι μία ή περισσότερες από αυτές τις τέσσερεις.

Στις 27 Αυγούστου 1981, που ήταν προεκλογική περίοδος, ένας φίλος μου δημοσιογράφος ήταν να πάρει μια μεγάλη συνέντευξη για την εφημερίδα Ελευθεροτυπία από την τότε υποψήφια βουλευτή Μελίνα Μερκούρη. Ήταν τέλη Αυγούστου και τότε ζούσαν με τον Ζιλ Ντασέν σε μια βίλλα στην Π. Επίδαυρο. Μια και ο φίλος μου δεν οδηγούσε, δανείστηκε το αυτοκίνητο του πατέρα του και τον πήγα εγώ. Εκεί φιλοξενούσαν και τον τότε πρόεδρο του Σοσιαλιστικού κόμματος Γαλλίας, Λεονέλ Ζοσπέν και τη σύζυγό του, που ήταν κι αυτή ψυχολόγος.

Μας υποδέχθηκαν εγκάρδια. Ήταν μεσημεράκι. Η Μελίνα και ο φίλος μου πήγαν πιο πέρα για τη συνέντευξη. Οι υπόλοιποι καθίσαμε στο μπαλκόνι που είχε σκιά και πιάσαμε την κουβέντα. Κάποια στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η Μελίνα πήγε στο εσωτερικό του σπιτιού για ν’ απαντήσει. Πρέπει να ήταν σε 10 μέτρα απόσταση από μας. Ακούγαμε από αυτή την απόσταση, έναν άνθρωπο να κλαίει και να ουρλιάζει γοερά και τη Μελίνα να τον παρηγορεί. Μετά από περίπου δέκα λεπτά συνομιλίας, που την ακούσαμε όλοι, η Μελίνα έκλεισε το τηλέφωνο εντυπωσιασμένη. Θυμάμαι τα λόγια της: «Πω, πω. Πώς κάνει έτσι αυτός ο άνθρωπος»; «Αυτός ο άνθρωπος» ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου (που σε δύο μήνες θα γινόταν πρωθυπουργός). Ο λόγος που έκανε έτσι, ήταν διότι μόλις είχε πεθάνει η κυρά – Σοφία, η  μάνα του. Η Μελίνα ήταν η πρώτη στην οποία τηλεφώνησε. Με το δίκιο της ένιωθε έκπληκτη: Η κυρά Σοφία ήταν 94 ετών. Γιατί ο Παπανδρέου αντέδρασε σαν παιδί 6 χρονών που έχασε τη μαμά του; Άλλωστε, πόσο συχνά την έβλεπε; Σε τι μπορεί να την είχε ανάγκη και βίωνε τόσο έντονα αυτή την απώλεια; Φαίνεται πως αυτό που συμβόλιζε η ύπαρξη αυτής της γυναίκας για τον Ανδρέα να ήταν πολύ σημαντικό για την ψυχική του ισορροπία, κάτι απαραίτητο για να διεξάγει έναν προεκλογικό αγώνα. Τι συμβόλιζε; Δεν μπορώ να ξέρω. Μπορεί να συμβόλιζε τον μόνο άνθρωπο για τον οποίο ο Ανδρέας ήταν σίγουρος ότι τον αγαπάει πραγματικά και ανιδιοτελώς. Αν μάλιστα, περίμενε ότι σε δύο μήνες θα της πρόσφερε τη χαρά να τον καμαρώσει πρωθυπουργό και η κυρά – Σοφία έφυγε πρόωρα, καταλαβαίνω την αντίδρασή του.

Βέβαια, άλλη η αντίδραση ενός ανθρώπου στην απώλεια ενός σημαντικού προσώπου, κι άλλο το άγχος θανάτου προσφιλούς προσώπου. Το άγχος αυτό, δείχνει πως η εξάρτηση που έχει το άτομο από αυτόν που φοβάται μη χάσει,  δεν δικαιολογείται για την ηλικία του. Όπως είπαμε πιο πριν, συνήθως η εξάρτηση αυτή συνήθως είναι  υλική,  πρακτική, οικονομική, συναισθηματική ή ένας συνδυασμός από αυτές.

Ο Γρηγόρης, στα 33 διατηρεί ένα γραφιστικό γραφείο με δύο υπάλληλους και καταφέρνει να έχει ένα αξιοπρεπές, αλλά ωρομίσθιο επάγγελμα. Ο πατέρας του, έχει μια μεγάλη διαφημιστική εταιρεία με πολλαπλά εισοδήματα από εκείνα του Γρηγόρη. Όμως, ο Γρηγόρης ήθελε να τα καταφέρει μόνος του. Ο πατέρας του, το εκτίμησε αυτό κι έτσι, σήμερα ο καθένας έχει πάρει το δικό του δρόμο. Κάπου – κάπου δίνει η εταιρεία στο γραφείο του Γρηγόρη καμιά δουλειά, αλλά κι αυτό με μέτρο για να μην το παρεξηγήσει για…χάρη.

Το κακό σε όλη αυτή την υπόθεση, είναι ότι ο Γρηγόρης δεν έχει ιδέα για το τι γίνεται στην εταιρεία του πατέρα του. Ούτε πώς διοικείται ούτε πώς λειτουργεί. Όλα αυτά, μέχρι ένα μήνα πριν, όπου ο πατέρας του έπαθε ένα ελαφρύ ισχαιμικό επεισόδιο και υποχρεώθηκε να μείνει για μια εβδομάδα στο σπίτι. Το γεγονός αυτό έκανε τον Γρηγόρη να συνειδητοποιήσει ότι, εκτός από τον πατέρα του, δεν υπάρχει κανένας «δικός» τους εκεί μέσα. Αυτός έχει το γραφιστικό γραφείο, η αδελφή του είναι παντρεμένη και εργάζεται στο Λονδίνο και η μητέρα του  είναι διευθύντρια σε μια εταιρεία καλλυντικών. Δηλαδή, έτσι κι εκείνη την ημέρα, είχε μείνει ο πατέρας του στον τόπο, κανένας από την οικογένεια, δεν θα ήξερε πού του πάνε τα τέσσερα. Από κει και πέρα το άγχος του Γρηγόρη μην πεθάνει πρόωρα ο πατέρας του είναι η φυσική συνέπεια. Γενικά, κάθε μορφής άγχους απώλειας προσφιλούς προσώπου δείχνει να υπάρχει μια υπερβολική εξάρτηση από το άτομο αυτό.

Πριν πάμε παρακάτω, αξίζει ν’ αναφερθώ στο φαινόμενο του συγκεντρωτισμού που έχουν κάποιοι άνθρωποι. Θέλουν τα πάντα να περνάνε από τα χέρια τους χωρίς ν’ αφήνουν τους συνεργάτες τους να παίρνουν πρωτοβουλίες ή να ετοιμάσουν τη διαδοχή τους. Ανάμεσά τους είναι κάποιοι αρχομανείς γέροι που αρνούνται πεισματικά ν’ αφήσουν την καρέκλα. Το φαινόμενο του συγκεντρωτισμού σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας το συναντάμε παντού. Μια από τις φυσικές συνέπειες μιας τέτοιας τακτικής, είναι οι γύρω του να εξαρτώνται από αυτόν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Τις περισσότερες φορές, αυτό δεν είναι στις προθέσεις του, και μάλιστα ενοχλείται όταν κάποιος του επισημάνει κάτι τέτοιο. Αυτό που θέλω να πω εδώ, είναι ότι μερικές φορές αυτές οι εξαρτήσεις μπορούν να δημιουργήσουν στα κοντινά πρόσωπα ενός συγκεντρωτικού ανθρώπου το αποκαλούμενο άγχος απώλειας προσφιλούς προσώπου.

Οικονομικής καταστροφής

Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για πάμπλουτες οικογένειες που πτωχεύσανε. Στη μία περίπτωση η οικονομική καταστροφή ήρθε από μια άστοχη κίνηση ή μια λανθασμένη απόφαση ενός μέλους.  Στην άλλη περίπτωση, από κάποιον …άσωτο υιό που έκανε την περιουσία «φύλο και φτερό» μέσα σε λίγα χρόνια και μετά αυτοκτόνησε αφήνοντας …το λογαριασμό στους άλλους.

Tο πάλαι ποτέ, κάθε πλούσια οικογένεια έχει διαφορετική ιστορία πτώχευσης. Έχουν όμως ένα κοινό: Η ανάμνηση από αυτή την απώλεια επηρεάζει σε κάποιο βαθμό όλα τα μέλη της οικογένειας. Είναι σα να πλανιέται πάνω από τα μέλη το φάντασμα εκείνης της απώλειας. Μερικά άτομα με τέτοια οικογενειακή ιστορία, προκειμένου να πάρουν την πρωτοβουλία κάποιας επένδυσης, νιώθουν έντονα το άγχος μιας οικονομικής καταστροφής. Ή το άγχος μπορεί να τους δημιουργηθεί αφού κάνουν το εγχείρημα. Αν υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν το άγχος, τότε δεν είναι άγχος, αλλά ανησυχία ή φόβος. Αν για παράδειγμα, κάνεις μια επένδυση με πιθανότητες να πετύχεις 30%, καλά κάνεις και ανησυχείς. Αν όμως δεν υπάρχει κανένας αντικειμενικός λόγος ν’ ανησυχείς κι εσύ κάθε τρεις και λίγο, βαράς …συναγερμούς πτώχευσης, τότε πάσχεις από …πτωχοφοβία.

Άγχος φυσικής καταστροφής

Για να έχει ένας άνθρωπος ένα τέτοιο άγχος, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχει περάσει ο ίδιος ή ένα κοντινό του πρόσωπο, κάτι ανάλογο. Οι συνήθεις φυσικές καταστροφές είναι ο σεισμός, η πυρκαγιά, η πλημμύρα και οι κυκλώνες. Άνθρωποι που έζησαν τέτοιες εμπειρίες ή που κάποιος κοντινός τους, τις περιέγραψε πολύ ζωντανά, μπορεί σ’ ένα σεισμό ή κάποια άλλη φυσική καταστροφή να πανικοβληθεί.

Η Μαρία όταν ήταν 14 χρονών ζούσε με την οικογένειά της  στην Ιθάκη. Μόλις που πρόλαβαν να βγουν από το σπίτι που έγινε …πίτα. Όταν πολλά χρόνια μετά, τη βρήκε ένας μεγάλος σεισμός στον πέμπτο όροφο της εταιρείας που εργαζόταν, έτρεχε πέρα δώθε πανικόβλητη χωρίς καν να ξέρει πού πηγαίνει. Μάλιστα έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε για να χτίσει στα Μεσόγεια μια ισόγεια μονοκατοικία που δεν πέφτει ούτε με βόμβες. Μάλιστα ο σύζυγός της, όσον καιρό χτίζονταν το σπίτι την αποκαλούσε χαριτολογώντας «σεισμοκεντρική».

Θυμάσαι το Μιχάλη που από κει που πήγαινε στη δουλειά με τα πόδια, τώρα έπρεπε καθημερινά να ξοδεύει 2,5 ώρες στο πήγαινε – έλα; Θυμάσαι που η κατάσταση που ζούσε τον είχε οδηγήσει σε κλειστοφοβία; Λοιπόν: Ο σεισμός τον …θεράπευσε:

Ας θυμηθούμε τη διάταξη: Στο υπερυψωμένο με πυλωτή πρώτο όροφο ζούσαν οι γονείς της Λέλας. Στον δεύτερο όροφο ζούσε η μικρότερη αδελφή της, κι αυτή παντρεμένη, χωρίς παιδιά. Στον τρίτο έμεναν ο Μιχάλης, η Λέλα και τα παιδιά. Όταν έγινε ο σεισμός, η Λέλα είχε κατέβει στο διαμέρισμα της μάνας της. Ο Μιχάλης ήταν στο τρίτο με τα παιδιά. Μόλις άρχισε το κούνημα άρπαξε τα δύο παιδιά και κατέβηκε την σκάλα που έφευγε κάτω από τα πόδια τους. Μέχρι να φτάσουν στον πρώτο όροφο, ο σεισμός είχε σταματήσει. Μόλις ο Μιχάλης αντίκρυσε τη Λέλα και την πεθερά του που μόλις είχαν πεταχτεί έντρομες από την πόρτα, λιγοθύμησε!

Αυτό ήταν! Από κει και πέρα ο Μιχάλης ταμπουρώθηκε πίσω από τη …σεισμοφοβία του και ήταν αδιάλλακτος. Του ήταν αδύνατο να «ξαναμπεί σ’ αυτό το σπίτι». Έπρεπε να μετακομίσουν επειγόντως. Μάλιστα, μέχρι να βρουν σπίτι, ο Μιχάλης έμενε σε μια πανσιόν στον Πειραιά και πήγαινε στη δουλειά …και πάλι με τα πόδια. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και πήγαιναν  σχολείο, οπότε δεν χρειαζόντουσαν πια τη μαμά να τα κρατάει. Έτσι, εγκατέλειψαν τα βόρεια προάστια, νοικιάσανε ένα ρετιρέ στον Πειραιά, και η ζωή συνεχίστηκε. Εννοείται  ότι το άγχος παγίδευσης εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Όμως μια …σεισμοφοβία του Μιχάλη του έμεινε…