Από τη Βιολέττα-Ειρήνη Κουτσομπού, MA, MSc, Ψυχολόγος, Εκπαιδευτικός, Βιβλιοκριτικός
Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 (ΣΔτ1) απαιτεί συνεχή διαχείριση γλυκόζης, με στόχο τη σταθερή ρύθμιση του σακχάρου. Στα παιδιά σχολικής ηλικίας, οι διακυμάνσεις σακχάρου, δηλαδή η υπογλυκαιμία και η υπεργλυκαιμία, μπορούν να επηρεάσουν τη γνωστική λειτουργία, περιορίζοντας την ικανότητα μάθησης, συγκέντρωσης και μνήμης (Gaudieri et al., 2008). Οι νευροεπιστημονικές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι ο εγκέφαλος των παιδιών είναι ιδιαίτερα ευάλωτος στις απότομες αλλαγές της γλυκόζης, γεγονός που μπορεί να έχει άμεσες συνέπειες στην ακαδημαϊκή τους επίδοση.
Υπογλυκαιμία, Υπεργλυκαιμία και γνωστική λειτουργία
Η υπογλυκαιμία μειώνει την διαθέσιμη ενέργεια για τον εγκέφαλο, με αποτέλεσμα την αδυναμία συγκέντρωσης, τη σύγχυση και τη βραχυπρόθεσμη απώλεια μνήμης. Μελέτες με νευροαπεικόνιση δείχνουν ότι η μειωμένη γλυκόζη επηρεάζει ιδιαίτερα τον προμετωπιαίο φλοιό, περιορίζοντας τις εκτελεστικές λειτουργίες όπως η λήψη αποφάσεων και η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων (McNay & Cotero, 2010).
Στο σχολικό πλαίσιο, τα παιδιά με υπογλυκαιμία μπορεί να δυσκολεύονται να ολοκληρώσουν εργασίες, να θυμηθούν πληροφορίες και να παραμείνουν συγκεντρωμένα για μεγάλο διάστημα.
Επίσης, η χρόνια ή οξεία υπεργλυκαιμία επηρεάζει τον εγκέφαλο, προκαλώντας κόπωση, μειωμένη ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και προβλήματα στη μνήμη εργασίας (Cato et al., 2016). Νευροαπεικονιστικές μελέτες δείχνουν ότι η υπεργλυκαιμία μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στην ιππόκαμπο και σε περιοχές του φλοιού που σχετίζονται με προσοχή και μνήμη, επηρεάζοντας τη μαθησιακή απόδοση. Επιπλέον, η συχνή υπεργλυκαιμία μπορεί να έχει συσσωρευτικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη νευρωνικών κυκλωμάτων που σχετίζονται με τη γνωστική λειτουργία (Desrocher & Rovet, 2004). Το άγχος για τη διαχείριση της νόσου και η κοινωνική αίσθηση διαφορετικότητας μπορεί να επιδεινώσουν τις γνωστικές δυσκολίες. Η μειωμένη αυτοεκτίμηση και η αυξημένη κόπωση συνδέονται με χαμηλότερη προσοχή και μειωμένη ικανότητα συμμετοχής σε σχολικές δραστηριότητες (Hood et al., 2006).
Για την υποστήριξη της γνωστικής λειτουργίας και της σχολικής επίδοσης των παιδιών με ΣΔτ1, οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη συνεχή παρακολούθηση της γλυκόζης μέσω συσκευών τεχνολογίας που βοηθούν στην πρόληψη τόσο υπογλυκαιμιών όσο και υπεργλυκαιμιών, τη διατήρηση σταθερού σακχάρου ανάμεσα στα γεύματα και των σνακ κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας. Επιπροσθέτως, περιλαμβάνουν τη στενή συνεργασία με το σχολικό πλαίσιο και τον σχολικό νοσηλευτή ώστε να αναγνωρίζονται έγκαιρα τα συμπτώματα διακυμάνσεων γλυκόζης και να παρέχεται κατάλληλη υποστήριξη καθώς και την ψυχολογική υποστήριξη για μείωση του άγχους και ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του παιδιού. Με τον συνδυασμό αυτών των στρατηγικών, ενισχύεται η συγκέντρωση, η μνήμη και η συνολική σχολική επίδοση.
Συμπέρασμα
Η γνωστική λειτουργία των παιδιών με ΣΔτ1 επηρεάζεται άμεσα από τις διακυμάνσεις σακχάρου. Η υπογλυκαιμία μειώνει τη μνήμη και την εκτελεστική λειτουργία ενώ η υπεργλυκαιμία περιορίζει την ταχύτητα επεξεργασίας και τη μνήμη εργασίας. Η πρόληψη και η σωστή διαχείριση των διακυμάνσεων σακχάρου, σε συνδυασμό με ψυχολογική υποστήριξη και συνεργασία με το σχολείο, είναι κρίσιμη για τη βελτίωση της σχολικής επίδοσης και της γνωστικής λειτουργίας.
Βιβλιογραφία
Gaudieri, P. A., Chen, R., Greer, T. F., & Holmes, C. S. (2008). Cognitive function in children with type 1 diabetes: a meta-analysis. Diabetes Care, 31(9), 1892–1897.
McNay, E. C., & Cotero, V. (2010). Mini-review: glucose regulation and cognitive function. Neuroscience Letters, 462(1), 1–5.
Cato, K. L., et al. (2016). Hyperglycemia and cognitive function in youth with type 1 diabetes: a review. Pediatric Diabetes, 17(5), 345–354.
Desrocher, M., & Rovet, J. (2004). Neurocognitive correlates of type 1 diabetes mellitus in childhood. Child Neuropsychology, 10(1), 36–52.
Hood, K. K., et al. (2006). Depressive symptoms in children and adolescents with type 1 diabetes. Diabetes Care, 29(6), 1389–1391.





















