Το σύνδρομο του “γονεϊκού” παιδιού

Ένας πολύ συνηθισμένος ρόλος που αναλαμβάνουν τα παιδιά μέσα στην οικογένεια, είναι ο ρόλος του δυνατού.
Ένας πολύ συνηθισμένος ρόλος που αναλαμβάνουν τα παιδιά μέσα στην οικογένεια, είναι ο ρόλος του δυνατού.

Από την Έφη Μπούρα, Συμβουλευτική Ψυχολόγο Μsc – Ψυχοθεραπεύτρια

Έρευνες στην οικογενειακή ψυχολογία, αλλά και η κλινική πράξη των ειδικών ψυχικής υγείας, μας έχουν αποδείξει έως τώρα ότι οι σχέσεις μέσα από τις οποίες διαμορφώνουμε τα βασικά μοτίβα της συναισθηματικής μας συναλλαγής, είναι οι σχέσεις που βιώσαμε μέσα στη πατρική μας οικογένεια. Ο ρόλος που έχει αναλάβει ο καθένας μας μέσα σε αυτή και ο τρόπος που έμαθε να σχετίζεται μέσα από αυτό το ρόλο ασυναίσθητα αναβιώνει και επαναλαμβάνεται σε πληθώρα διαφορετικών σχέσεων του παρόντος: εργασιακές, κοινωνικές, φιλικές και συντροφικές. Κατά ορισμένους ερευνητές μάλιστα, οι πρώιμες εμπειρίες στη γονεϊκή μας οικογένεια αποτελούν και τις πρώτες «εγγραφές» στον εγκέφαλο.

Ένας πολύ συνηθισμένος ρόλος που αναλαμβάνουν τα παιδιά μέσα στην οικογένεια, είναι ο ρόλος του δυνατού. Είναι, δηλαδή, το παιδί, που λόγω ιδιαίτερων συνθηκών μέσα στην οικογένεια, είναι εκείνο που αντέχει τα δύσκολα και που αναζητά την αλλαγή των δεδομένων με όποιο κόστος ψυχικό ή σωματικό. Τέτοιες ιδιαίτερες συνθήκες μπορεί να είναι μια ασθένεια, η πρώιμη απώλεια ενός από τους δύο γονείς, η συναισθηματική απόσταση μεταξύ των γονέων ή η χρόνια κρίση στις σχέσεις του ζευγαριού, ένα διαζύγιο, συχνά ή υπερεμπλοκή του συγγενικού περιβάλλοντος στις σχέσεις του ζευγαριού, η αδυναμία διαφοροποίησης των συζύγων από την πατρική τους οικογένεια ή η ανεπάρκεια των γονέων να φροντίσουν για τις ανάγκες των παιδιών τους, λόγω δυσμενών συνθηκών (π. χ. ανεργίας ή φτώχειας  μες  στην οικογένεια). Στην οικογενειακή ψυχολογία, το παιδί αυτό ονομάζεται «γονεϊκό παιδί» ή αλλιώς «παιδί-γονέας» . Είναι εκείνο το οποίο μαθαίνει να αναγνωρίζει κυρίως τις ανάγκες του άλλου και να συντονίζεται με αυτές, χωρίς να αναγνωρίζει ή να διεκδικεί τις δικές  του. Στην πατρική του οικογένεια, συνήθως είναι οι ανάγκες του γονέα ή οι ανάγκες του αδερφού ή οι ανάγκες κάποιου στενού συγγενικού μέλους.

Το γονεϊκό παιδί μαθαίνει να δείχνει δυνατό, ώριμο, επαρκές, ανεκτικό, ανθεκτικό, υποστηρικτικό προς τους άλλους, συνήθως εξουθενώνεται από την υπερπροσπάθεια να μη διαλυθεί η σχέση του με τους γύρω του, η οποία κατά βάση, στηρίζεται στην εξάρτηση. Το παιδί αυτό, εξωτερικά, δείχνει δυνατό, βαθύτερα όμως, νιώθει πιεσμένο, εγκλωβισμένο και  θυμωμένο, γιατί ουσιαστικά  νιώθει εξαρτημένο από όσους εξυπηρετεί. Στην κατηγορία αυτή, θα συναντήσουμε συνήθως τα «καλά παιδιά», που δεν προκαλούν φασαρίες, που είναι άριστοι μαθητές στο σχολείο, που είναι πιο ώριμα από τους συνομηλίκους τους και προσπαθούν να είναι καλά σε ό,τι αναλάβουν. Όταν τα γονεϊκά παιδιά μεγαλώνουν, διαμορφώνονται σε εκείνους τους ενήλικες, που γίνονται «θυσία» για τους άλλους, σε εκείνους που  παραμελούν τον εαυτό τους συστηματικά,  που παραπονιούνται πόσο άδικη ή σκληρή υπήρξε η ζωή μαζί τους, σε εκείνους που δε ζουν ούτε χαίρονται τη ζωή τους. Έτσι, οι ενήλικες αυτοί, ως εργαζόμενοι, εργάζονται σκληρά και αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες από εκείνες που τους αναλογούν, γίνονται αυστηροί και επικριτικοί γονείς, εσωστρεφείς στις κοινωνικές τους σχέσεις, δυσάρεστοι και απαιτητικοί στις συντροφικές τους σχέσεις. Συχνότερα, η κατηγορία αυτών των ανθρώπων, είναι πιο επιρρεπής στο να εμφανίσει κατάθλιψη ή διαταραχές άγχους.

 Ας δούμε την περίπτωση της Κωνσταντίνας*… ένα γονεϊκό παιδί…

Η Κωνσταντίνα είναι 17 χρονών και αποφασίζει μαζί με την μητέρα της να δεχτούν βοήθεια από ειδικό. Η Κωνσταντίνα αισθάνεται μελαγχολία και άγχος τον τελευταίο καιρό, δηλώνει πως έχει απομονωθεί από τον κοινωνικό της περίγυρο, ενώ δεν εκφράζει κανένα ενδιαφέρον για το άλλο φύλο, επίσης παραμελεί την εξωτερική της εμφάνιση και τη φροντίδα του εαυτού της, ενώ τον τελευταίο καιρό παρουσιάζει έντονη τριχόπτωση την οποία ο οικογενειακός γιατρός απέδωσε σε στρεσογόνους παράγοντες. Η Κωνσταντίνα έχει χάσει τον πατέρα της τα τελευταία 3 χρόνια κι, εκτός από τα εφηβικά της προβλήματα, είχε να αντιμετωπίσει και το πένθος του πατέρα της. Τα αδέρφια της, μεγαλύτερα από εκείνα ζουν κι εργάζονται στην Αθήνα. Η μητέρα της δεν μπορεί ακόμα να ξεπεράσει το βάρος του χαμένου της συζύγου. Η Κωνσταντίνα, είναι ότι της έχει απομείνει. Η μητέρα έχει κλειστεί στον εαυτό της, δεν συναναστρέφεται κοινωνικά, δεν έχει άλλα ενδιαφέροντα παρά μόνο τη φροντίδα της κόρης της. Η Κωνσταντίνα νιώθει ότι πρέπει να φροντίσει την μητέρα της και να μην την αφήσει μόνη. Η μητέρα «βολεύεται» σε αυτή τη φροντίδα της κόρης και δεν αναζητά άλλα δίκτυα υποστήριξης και τρόπους να πατήσει στα πόδια της ξανά. Η Κωνσταντίνα νιώθει μεγάλη την ευθύνη αυτού του ρόλου. Μεταμορφώνεται σε «παιδί-γονέας». Παρότι είναι μόνο 17 χρονών, δείχνει πολύ ωριμότερη και υπεύθυνη από την ηλικία της. Χαρακτηριστικά, λέει: «νιώθω 37..όχι 17..».

Η ύπαρξη της Κωνσταντίνας δεσμεύεται με την ύπαρξη της μητέρας της, εγκλωβίζεται από το φόβο ότι ούτε η ίδια ούτε η μητέρα της θα επιβιώσουν εάν η ίδια διαφοροποιηθεί από εκείνη. Στην περίπτωση της οικογένειας της Κωνσταντίνας, η μητέρα της αρνήθηκε να ζητήσει βοήθεια από ειδικό μετά το χαμό του συζύγου της. Το πρόβλημα της οικογένειας δεν τοποθετείται στο πένθος  για το χαμένο σύζυγο, αλλά στον τρόπο που η  μητέρα κάλυψε τις δικές της συναισθηματικές ανάγκες μέσω της κόρης της. Η μητέρα της Κωνσταντίνας δεν υπήρξε ποτέ μια αυτόνομη γυναίκα. Πάντα είχε την υποστήριξη του συζύγου της σε όλα τα ζητήματα, οικονομικά, ηθικά, αποφάσεις που αφορούσαν το σπίτι. Ήταν απόλυτα εξαρτώμενη από εκείνον και μέσα σε αυτό, ένιωθε ασφαλής και σίγουρη. Τον ίδιο ρόλο η μητέρα της Κωνσταντίνας είχε και στην πατρική της οικογένεια, καθώς ήταν πάντα ένα υπερπροστατευμένο παιδί, χωρίς να αναλαμβάνει καμιά πρωτοβουλία για τη δική του ζωή. Έτσι για πρώτη φορά, βρέθηκε μπροστά στις ευθύνες της, μετά το χαμό του συζύγου. Δυστυχώς η Κωνσταντίνα, με το ρόλο που πήρε η ίδια (του παιδιού-γονέα), δεν την άφησε και πάλι να αυτονομηθεί. Κανένα παιδί όμως δεν μπορεί να αντέξει τέτοιο βάρος… Η Κωνσταντίνα «νόσησε»για να μπορέσει να γνοιαστεί η ίδια για το χαμένο παιδικό της εαυτό. Η θεραπεία αυτής της οικογένειας εστίασε στην αυτονόμηση της μητέρας και στην αντιστροφή ρόλων που χρειαζόταν η οικογένεια: η μητέρα στη θέση της μητέρας, η κόρη στη θέση της κόρης.  Μητέρα και κόρη έμαθαν να μοιράζονται συναισθήματα αγάπης και φροντίδας με έναν πιο λειτουργικό τρόπο. Χωρίς η μητέρα να εξαρτάται ψυχολογικά από την κόρη και χωρίς η κόρη να χρειάζεται να μεγαλώνει «πριν της ώρας της». Η μητέρα στράφηκε σε νέες διεξόδους, ενίσχυσε την αυτοπεποίθησή της και ένιωσε πιο ισχυρή να στηρίξει όλα της τα παιδιά, ως η μόνη αρχηγός της οικογένειας. Η Κωνσταντίνα άρχισε να βιώνει πώς είναι να είσαι χαρούμενη, «ανέμελη» αλλά και έφηβη… Μητέρα και κόρη κινήθηκαν θεραπευτικά στο μοτίβο: « Και μαζί αλλά και χώρια..».

 Όταν μέσα στην οικογένεια οι ρόλοι των μελών αντιστρέφονται, δημιουργούν δυσλειτουργίες, που εκφράζονται με ψυχικά ή σωματικά συμπτώματα των μελών της. Τα παιδιά… μικρότερα ή μεγαλύτερα  είναι συνήθως οι εκφραστές τους… Επομένως, πριν απευθύνουμε στον ειδικό την ερώτηση : «Τι πρέπει να κάνω για να γίνει καλά το παιδί μου;», ας έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας μια άλλη ερώτηση: «τι πρέπει να αλλάξει στην οικογένειά μου για να είμαστε όλοι καλά…;». Ας θυμόμαστε ότι τα παιδιά μας στέλνουν μηνύματα μέσα από τα συμπτώματά τους για να κάνουμε πρώτα εμείς οι ίδιοι αλλαγές… γιατί τα παιδιά είναι καλά όταν είναι καλά οι γονείς τους…

*Τα ονόματα που χρησιμοποιούνται δεν είναι πραγματικά.

Βιβλιογραφία:

1. Bowen, .M(1996). Τρίγωνα στην οικογένεια. Αθήνα.Ελληνικά Γράμματα.

2. Goldenberg, I. & Goldenberg, H. (2005). Οικογενειακή Θεραπεία: Μια Επισκόπιση. Εκδόσεις Έλλην

3. Κατάκη Χ., Ανδρουτσοπούλου Α. (2003). Με γόμα και Καθρέφτη. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

4. Kerr&Bowen (1985), Obstacles to Differentiation of Self. In A.S. GUrman (ed)Casebook of Marital Therapy. New York: Thw Guilford Press.