Το ψυχοσωματικό σύνδρομο των ασκητών: μια ψυχαναλυτική ματιά στο παραμορφωτικό οίδημα του Νίκου Καζαντζάκη

Ο διχασμός της ψυχής έφερνε τον έγκλειστο στα όρια της αντοχής του ή πέρα απ’ αυτά.
Ο διχασμός της ψυχής έφερνε τον έγκλειστο στα όρια της αντοχής του ή πέρα απ’ αυτά.

Από τον Σάββα Μπακιρτζόγλου, ψυχολόγο –ψυχαναλυτή

…Ας σημειωθεί ότι τα μνήματα ήταν ένας από τους προσφιλείς τόπους κατοικίας των πρώτων χριστιανών ασκητών. Εντούτοις η ιδέα για εγκλεισμό ενός ζωντανού σε τάφο δεν ήταν χριστιανική. Με την επιλογή αυτήν είχε πειραματιστεί ο Δημόκριτος (νεκρικά έθιμα των Ελλήνων, επισκέψεις σε τάφους). Στον κόσμο των χριστιανών  πρώτος εφήρμοσε την ιδέα ο αρχηγέτης των ερημιτών, ο Αντώνιος. Πρόκειται για πρακτική η οποία έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από τον δημοφιλή  βίο του Αγίου και άσκησε μιαν ακατανίκητη έλξη σε πολλούς μεταγενέστερους μιμητές του. Διάφοροι εκκλησιαστικοί συγγραφείς μνημονεύουν την πρακτική δίνοντας την εντύπωση ότι ήταν καθιερωμένη και γενικώς αποδεκτή. Αφορούσε σε μια μορφή άσκησης των ερημιτών στην προσπάθειά τους να απονεκρώσουν το σώμα τους: αν δε γίνει κάποιος νεκρός όπως οι ταφέντες δε θα μπορέσει να υπερνικήσει τις δαιμονικές οπτασίες. Όσοι θεωρούσαν το σώμα εμπόδιο στην ενάρετη διαβίωση, έσπευδαν να το εναποθέσουν στον τόπο ο οποίος προοριζόταν για τους νεκρούς. Όσο πιο ενάρετος ο ασκητής τόσο πιο νεκρός όφειλε να αισθάνεται. Ο ίδιος ο ασκητικός βίος ήταν μια ταφή αφού ο ασκητής είχε πεθάνει για τον κόσμο και τα εγκόσμια. Για την καταπόνηση της σάρκας επινοούνταν διαρκώς νέες τεχνικές που συναγωνίζονταν σε ευρηματικότητα τις μεθόδους των ρωμαίων βασανιστών: στέρηση τροφής και ύπνου, ορθοστασία, αλυσίδες, αυστηρή απομόνωση, επίπονη εργασία. Όταν το σώμα έμοιαζε να συνηθίζει και να ανέχεται μιας μορφής βίας, ακολουθούσε μια άλλη, βαναυσότερη και τυραννικότερη. Κατά τον Κυρτάτα (2002) η αυτοταφή θα μπορούσε  να χαρακτηριστεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως είδος θεμιτής και ενάρετης, αργής αυτοκτονίας. O ενταφιασμός ενός ζωντανού είναι από τα βασανιστικότερα μαρτύρια: τον αποκόπτει από το φώς και τον αέρα, προκαλεί αγκυλώσεις, του στερεί κάθε ψήγμα χαράς και γαλήνης. Όμως, η  μεγαλύτερη δοκιμασία είναι ψυχική: η ψυχική εξοικείωση με τον τάφο δεν ήταν εύκολη, ενώ η λέξη που περιγράφει ορθότερα την εμπειρία της αυτοταφής είναι η «μύηση».

Ο τόπος του μαρτυρίου βρισκόταν συνήθως σε κατοικημένη περιοχή. Δεν απαιτούσε μεγάλες διαδρομές ούτε οικοδομικές δραστηριότητες: ένα κενό μνήμα χωρίς διεκδικητές ήταν πάντα διαθέσιμο. Η άσκηση αυτή εξασφάλιζε απόλυτη απομόνωση και ταυτοχρόνως τη στοιχειώδη υποστήριξη από κάποιον οικείο ή υποτακτικό ο οποίος επιφορτιζόταν με την εξεύρεση και τη μεταφορά της τροφής. Ο διχασμός της ψυχής έφερνε τον έγκλειστο στα όρια της αντοχής του ή πέρα απ’ αυτά. Η επιλογή ενός μνήματος για διαμονή ενείχε και συμβολισμούς που δε μπορεί να πέρασαν απαρατήρητοι την εποχή που οι τάφοι άρχισαν να γίνονται κατοικίες ζωντανών. Ο τάφος προορίζεται να φιλοξενήσει ένα νεκρό. Όταν ο ζωντανός αποφασίζει να συγκατοικήσει  με τους πεθαμένους, τότε δε στοχεύει απλώς στην καταπόνηση του σώματός του και στην απονέκρωσή του. Στον τάφο ένας ασκητής μπορεί να οδηγηθεί και μέσα από όρκους φιλίας και αγάπης για έναν χαμένο σύντροφο. Διαρρέεται ότι σε μια θρησκευτική  διαδρομή προσκυνήματος προς το όρος Σινά ο σύντροφος πεθαίνει και θάβεται σ’ένα πρόχειρο μνήμα. Δίπλα στο λάκκο του νεκρού ο επιζών προσκυνητής ανοίγει έναν δεύτερο μέσα στον οποίο κλείνεται περιμένοντας το τέλος της ζωής του. Οι δύο λάκκοι ανοίγονται κοντά διαιωνίζοντας τη συγκατοίκηση. Συμπεριφορές τέτοιου είδους δεν είναι άγνωστες, τουλάχιστον στη λογοτεχνία. Οι ερωτευμένοι συχνά υπόσχονται αμοιβαία και αιώνια αφοσίωση. Όταν ο θάνατος αρπάζει απρόσμενα τον έναν ο άλλος εμφανίζεται να αποζητά κάποτε το δικό του θάνατο. Αντί να προσευχηθεί στο όρος Σινά ο ευσεβής χριστιανός προσευχόταν πλέον μέσα από τον τάφο του. Είναι εύλογο να αναζητήσει κανείς τα κοινά χαρακτηριστικά του ιερού όρους και του ταπεινού λάκκου. Οι ασκητές που επέλεγαν να κατοικήσουν σε μνήμα δεν πέθαιναν στη διάρκεια της άσκησης. Τω όντι, τις περισσότερες φορές ο εγκλεισμός ήταν παροδικός (μια φάση σ’ έναν μακρύ και πολύπλευρο αγώνα). Ακόμα και όταν αποφάσιζαν να παραμείνουν στον τάφο μετά την πρώτη δοκιμασία, το μνήμα γινόταν ένας απλός τόπος διαμονής με περιοδείες, εξόδους και επισκέψεις.

Μάλλον δε θα μπορούσαμε κατ’ ανάγκην και σε όλες τις περιπτώσεις  να θεωρήσουμε την αυτοταφή ως έρωτα θανάτου αλλά ως επιθυμία να υπερνικηθεί ο φόβος του θανάτου: η ταφή του ζωντανού είχε στόχο την εξοικείωση του με την ιδέα του θανάτου και την προετοιμασία της ψυχής για το μεγάλο ταξίδι.. Θα μπορούσε επίσης ν’ αφορά μια απόφαση  εξιλέωσης για  κάποιον ο οποίος είχε αμαρτήσει βαριά. Εκεί ασκούσε την αρετή, έκλαιγε και στέναζε από τα βάθη της καρδιάς του, διστάζοντας ακόμα και να παρακαλεί το Θεό, τόσο ανάξιο θεωρούσε τον εαυτόν του μολονότι μπορεί να παρουσάζονταν συνεχώς οι «δαίμονες της αμαρτίας» δηλ. ο πειρασμός. Ο τελευταίος, σύμφωνα με τις θεωρητικές συλλήψεις της εποχής,  δεν ήταν επιθυμία της ψυχής αλλά επρόκειτο για κακά πνεύματα τα οποία, συνήθως τη νύχτα, τον  καλούσαν να επιστρέψει στις προγενέστερες αμαρτίες του. Μέσα στην ψυχή του διεξαγόταν σφοδρή πάλη (σύγκρουση): από τη μια πλευρά υπήρχε η θέληση για μεταμέλεια και αρετή, από την άλλη η επιθυμία της επιστροφής στις ηδονές και την ακολασία. Έτσι, η εσωτερική ταραχή που προκαλείτο, βιωνόταν ως επίθεση εξωτερικού εχθρού. Αν ο ασκητής άντεχε στις έξωθεν επιθέσεις των βασανιστών του  τότε αυτοί θα παραδέχονταν την ήττα τους και θα τον άφηναν ήσυχο. Αν υπέκυπτε τότε θα τον υποχρέωναν να εγκαταλείψει το μνήμα του και να επιστρέψει στον κόσμο των απολαύσεων και της αμαρτίας. Μέση οδός δεν υπήρχε. Ο εγκλεισμός σε τάφο φαίνεται ότι αποτελούσε  μια πρόκληση προς τον πειρασμό. Αντί του σταδιακού εθισμού στον ενάρετο βίο, ο ασκητής επέλεγε μια ριζική και βίαιη θεραπεία, μια θεραπεία choc: το ρίσκο ήταν μεγάλο αλλά η ανταμοιβή αξιόλογη. Ο ασκητής Σισίνιος (τον μνημονεύει στο «Λαυσαικόν» ο επίσκοπος Παλλάδιος) κλείστηκε σε μνήμα, υπόδουλος στα πάθη, ύστερα από προετοιμασία έξι-επτά ετών στο πλάι ενός μεγάλου δασκάλου: βγήκε μετά από τρία χρόνια ελεύθερος, εγκρατής μεταμορφωμένος και προικισμένος με μοναδικά χαρίσματα. Αναδείχτηκε σε χαρισματικό ηγέτη, ικανό να εξορκίζει τους δαίμονες. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και συγκρότησε αδελφότητα ανδρών και γυναικών. 

Ο επίσκοπος Αλεξανδρείας Αθανάσιος έγραψε το Βίο του Αντωνίου. Στον Αντώνιο η άσκηση σε ερημικές τοποθεσίες κοντά σε φημισμένους Πατέρες δεν έφτασε. Ανακάλυψε ότι χρειαζόταν κάτι περισσότερο. Πήγε λοιπόν στα μνήματα του χωριού και παρήγγειλε σε  κάποιον γνωστό του να του φέρει ψωμί. Όταν έμεινε μόνος άρχισε να δέχεται τις επιθέσεις των δαιμόνων: τα κτυπήματά τους προκάλεσαν αφόρητους πόνους. Την επομένη ο γνωστός του άνθρωπος τον βρήκε πεσμένο και τον θεώρησε νεκρό. Τον φορτώθηκε και τον εναπόθεσε στο ναό του χωριού. Μαζεύτηκαν τότε οι συγγενείς και οι φίλοι να τον κλάψουν. Κατά τα μεσάνυχτα ωστόσο, ο Άγιος Αντώνιος συνήλθε και σηκώθηκε. Όλοι τριγύρω του είχαν αποκοιμηθεί, εκτός από τον φίλο του. Ο Αντώνιος τότε του ζήτησε να μεταφερθεί και πάλι στα μνήματα. Αυτήν τη φορά οι δαίμονες του επιτέθηκαν με εκκωφαντικούς κρότους: ήταν σα να γκρέμιζαν τους τέσσερις τοίχους του μικρού του οικήματος (έμπαιναν μέσα του παίρνοντας τις μορφές θηρίων και ερπετών). Είδε τότε να ανοίγει η στέγη και  ένα φώς να κατεβαίνει από πάνω. Με την αχτίδα του φωτός οι δαίμονες έγιναν άφαντοι, οι πόνοι σταμάτησαν και το σπίτι έγινε πάλι ακέραιο. «Πού ήσουν;», διαμαρτυρήθηκε ο Αντώνιος στην οπτασία που του φανερώθηκε. «Γιατί δε φάνηκες από την αρχή να πάψεις τις οδύνες μου;». «Εδώ ήμουν, Αντώνιε», απάντησε η φωνή. «Περίμενα να παρακολουθήσω τον αγώνα σου. Επειδή λοιπόν έδειξες υπομονή και δε νικήθηκες, θα είμαι στο εξής βοηθός σου και θα κάνω το όνομά σου φημισμένο σε όλο τον κόσμο». Την επομένη ο Αντώνιος βγήκε από το μνήμα και άρχισε τη νέα του ζωή στην έρημο.

Στην ως άνω ιστορία τα πράγματα αντιστρέφονται: το υποκείμενο πρώτα θάβεται, ύστερα οδηγείται στην εκκλησία για το θρήνο και τέλος σηκώνεται για να αρχίσει μια νέα ζωή. Ο στόχος της συγκεκριμένης άσκησης αφορούσε σε ένα πέρασμα το οποίο, σε περίπτωση επιτυχίας, θα οδηγούσε σε μια νέα κατάσταση αρετής και αγνότητας.  Η έγερση του Αντωνίου από το μνήμα πήρε τη μορφή ανάστασης αφού στη σκέψη των ασκουμένων βρισκόταν η προσδοκώμενη ανάσταση των νεκρών: ο Αντώνιος είχε ως πρότυπό του την ταφή και την Ανάσταση του Ιησού.

 Η ιδέα μιας συμβολικής ταφής και συμβολικής ανάστασης ήταν οικεία σε όλους τους πρώτους χριστιανούς. Ύστερα από μακρόχρονη κατήχηση, ο νεοφώτιστος βυθιζόταν στο νερό (βάπτιση) για να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί. Ντυνόταν με ρούχα λευκά και ξεκινούσε μια νέα ζωή απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του παρελθόντος. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η βάπτιση ήταν συχνά μια συγκλονιστική εμπειρία.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΟ ΜΕΡΟΣ Α’

 

Βιβλιογραφία

Αγίου Αυγουστίνου «Εξομολογήσεις»  εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, εισαγωγικά σχόλια Αμπατζοπούλου Φραγκίσκη.

Καζαντζάκης Ν. «Αναφορά στον Γκρέκο» εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα 1998, 12η έκδοση.

Καραγάτσης Μ.«Η Μεγάλη Χίμαιρα», εκδ. της «Εστίας», Αθήνα 2005

Κοπιδάκης Μιχάλης, «Βελλεροφόντης, Ευριπίδης, Αριστοτέλης: περιττοί και μελαγχολικοί», Ορώμενα, τιμή στον Αριστοτέλη, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2002.

Κυράτας Δημήτρης, «Η ζωή εν τάφω» ψυχαναλυτικό περιοδικό «Εκ των υστέρων» τεύχος 7, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2002

Μπακιρτζόγλου Σ., Εισήγηση με θέμα «Τα φαινόμενα της αρνητικοποίησης της ζωής στα Θεραπευτήρια Χρονίων Παθήσεων: η αλληλεπίδραση των περιθαλπομένων με τους εργαζόμενους». Εισήγηση στο Σικιαρίδειο Ίδρυμα,  29 Μαρτίου 2012.  

Μπακιρτζόγλου Σ, «Οι διαταραχές προσωπικότητας» Σημειώσεις προς τους ασκούμενους φοιτητές ψυχολογίας στο Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Ανατολικής Αθήνας, Αθήνα 2008

Freud. S..« Ο πολιτισμός πηγή Δυστυχίας » Εκδ. Επίκουρος, Αθήνα 1994

Χαρτοκόλλης Πέτρος «Χρόνος και Αχρονικότητα» Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2006