Μετακόμισαν στο σπίτι όταν η Νεφέλη ήταν επτά. Ο πατέρας είχε εντυπωσιαστεί από το μεγαλόπρεπο νεοκλασικό που φάνταζε σαν κόσμημα ανάμεσα στα άλλα σπίτια της γραφικής -θα την έλεγες- γειτονιάς και η μητέρα ερωτεύτηκε τον τεράστιο κήπο. Η Νεφέλη πάλι ήταν πολύ μικρή για να τα καταλάβει όλα αυτά.
Η μετακόμιση έγινε μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού. Αφού τακτοποίησαν έπιπλα και προσωπικά αντικείμενα, ήρθε και το πιάνο. Το τοποθέτησαν στο μεγάλο σαλόνι δίπλα στο παράθυρο που έβλεπε στην αυλή του γειτονικού σπιτιού. «Ελπίζω οι γείτονές μας ν’ αγαπούν την κλασική μουσική» είπε ο πατέρας χαμογελώντας στη γυναίκα και στην κόρη του.
Κι όντως την αγαπούσαν. Γνωρίστηκαν με την απέναντι οικογένεια και τα κομμάτια μεγάλων συνθετών που έπαιζε η μητέρα της Νεφέλης στο πιάνο κρατούσαν ζωντανή τη φιλία και τον ενθουσιασμό τους. Εκείνοι είχαν ένα γιο, τον Μάρκο, συνομήλικο με τη Νεφέλη και λίγο ντροπαλό. Από νωρίς τα δύο παιδιά έγιναν αχώριστοι φίλοι.
Ο πατέρας έλειπε συχνά σε ταξίδια -ήταν πιλότος. Σε ένα από τα ταξίδια του στην Ιταλία είχε γνωρίσει και τη μαμά που τότε σπούδαζε κλασική μουσική. Παντρεύτηκαν και ένα χρόνο αργότερα επέστρεψαν στην Ελλάδα.
Η Νεφέλη μάθαινε κι εκείνη πιάνο ακολουθώντας τα βήματα της μητέρας της. Σε ηλικία 16 ετών είχε ήδη αποφασίσει ότι θα σπούδαζε κι εκείνη στην Ιταλία. Ένα βράδυ το ανακοίνωσε στο Μάρκο. «Δηλαδή θα φύγεις;» τη ρώτησε εκείνος με μία απογοήτευση που η Νεφέλη θα την καταλάβαινε πολύ αργότερα. «Ναι, το έχω αποφασίσει! Αλλά θα έρχομαι στις διακοπές.» Έτσι κι έγινε. Ο Μάρκος πέρασε στη Νομική Αθηνών και η Νεφέλη μπήκε με υποτροφία σε ένα από τα μεγαλύτερα ωδεία της Ρώμης. Δεν ερχόταν όσο συχνά είχε υποσχεθεί επειδή τα μαθήματα ήταν πολλά και δύσκολα αλλά ο Μάρκος πάντα την περίμενε. Με λαχτάρα ανείπωτη.
Όταν τελικά επέστρεψε, απόφοιτη πια, ο Μάρκος ήταν σε διακοπές. Επέστρεψε νωρίτερα, μόνο και μόνο για να τη δει. Μπήκε στο δωμάτιό του, άφησε το σάκο να πέσει κάτω και πήγε στο παράθυρο. Ήταν εκεί, στο σαλόνι του σπιτιού της, παίζοντας πιάνο. Πόσες φορές είχε καθίσει στο ίδιο σημείο να την παρακολουθεί προσέχοντας να μην τον δει; Πόσες φορές είχε σκεφτεί πως έμπαινε αθόρυβα στο σαλόνι της και καθώς εκείνη έπαιζε της έδινε ένα ζεστό φιλί στο λαιμό;
«Το βράδυ σε περιμένουμε στο σπίτι για φαγητό» του είπε παιχνιδιάρικα στο τηλέφωνο. Όταν την είδε, του φάνηκε πιο όμορφη από ποτέ. Είχε μια αλλιώτικη, σαγηνευτική αύρα. Αγκαλιάστηκαν, κουβέντιασαν λίγο για τα παλιά και όταν αυτός ρώτησε για τους γονείς της, του είπε ότι η μητέρα της είχε πάει να πάρει τον πατέρα της από το αεροδρόμιο. Σε λίγο θα επέστρεφαν. Τότε ο Μάρκος, σαν «έτοιμος από καιρό» άρχισε να μιλά κρατώντας το χέρι της μέσα στο δικό του. Σχεδόν με μιαν ανάσα, της είπε ότι ήταν από πάντα ερωτευμένος μαζί της, ότι την περίμενε, ότι δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μακριά της…
Το τηλέφωνο χτύπησε και κατέστρεψε τα πάντα. Όχι μόνο τη στιγμή, όπως σκέφτηκε τότε ο Μάρκος, αλλά τα πάντα. «Οι γονείς μου…» ψέλλισε η Νεφέλη, «είχαν ένα ατύχημα… Θεέ μου, τους έχασα». Οι λυγμοί της αιχμηρές βελόνες που τρύπησαν όλο το κορμί του.
Ένα χρόνο αργότερα, ο Μάρκος περνώντας έξω από το άδειο σπίτι κοντοστάθηκε για λίγο. Έφερε στο μυαλό του την αγαπημένη του ανάμνηση. Τη Νεφέλη ενώ έπαιζε πιάνο. Έκανε πρόβα στο μυαλό του μερικά λόγια. Έριξε μια τελευταία ματιά και μπήκε στο ταξί.
«Αεροδρόμιο», του είπε με τρεμάμενη φωνή… «Ρώμη», σκέφτηκε και κάτι ζέστανε μέσα του…
————————————————————
* Η Αφροδίτη Μαλαπάνη γεννήθηκε το 1988 στην Καλαμάτα. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Πατρών και από το 2009 εργάζεται ως αναπληρώτρια δασκάλα. Στον ελεύθερο χρόνο παίζει κιθάρα, γράφει και ασχολείται με κατασκευές (DIY).





















